Έτος
1995
Νόμος / διάταξη που αφορά
Ν. 1414/84
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Μισθωτοί / όριο ηλικίας συνταξιοδότησης

 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β Πολ. Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Νικόλαο Καβαλλιέρο, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Καλομοίρη, Γεώργιο Βελλή, Ευάγγελο Κρουσταλάκη και Ευάγγελο Περλίγκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Νοεμβρίου 1994, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου Αναστασόπουλου (ο Εισαγγελέας είχε κώλυμα να μετάσχει) και της Γραμματέως Βασιλικής Σαμίου, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε.Π., κατοίκου Αθηνών, η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Σπηλιωτοπούλου.

Του αναιρεσιβλήτου: Σωματείου ".......................", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καλύβα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Μαρτίου 1990 αγωγή που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1506/1991 του ίδιου Δικαστηρίου και 2728/1992 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9 Νοεμβρίου 1992 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Βελλής ανέγνωσε την από 14 Δεκεμβρίου 1993 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

Ο Εισαγγελέας πρότεινε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τις διατάξεις του Συντάγματος, του μεν άρθρου 4 § 2, οι Ελληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις, του δε άρθρου 116 § 2, αποκλίσεις από τους ορισμούς της προαναφερόμενης διατάξεως επιτρέπονται μόνο για σοβαρούς λόγους, στις περιπτώσεις που ορίζει ειδικά ο νόμος. Εξάλλου η Οδηγία 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ορίζει στο άρθρο 2 αφενός ότι "κατά την έννοια των κατωτέρω διατάξεων, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση" (§ 1) και, αφετέρου, ότι "η παρούσα Οδηγία δεν θίγει την ευχέρεια που έχουν τα κράτη μέλη να αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής της τις επαγγελματικές δραστηριότητες και ενδεχομένως την εκπαίδευση που απαιτείται για την πρόσβαση σε αυτές, εφόσον λόγω της φύσεως ή των συνθηκών ασκήσεώς τους το φύλο συνιστά παράγοντα αποφασιστικής σημασίας" (§ 2), στο δε άρθρο 5 § 1 ότι "η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των όρων απολύσεως, συνεπάγεται την εξασφάλιση σε άνδρες και γυναίκες των αυτών όρων, χωρίς διάκριση βασιζόμενη στο φύλο".

Για την εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της παραπάνω Οδηγίας εκδόθηκε ο νόμος 1414/1984 "εφαρμογή της αρχής της ισότητας των φύλων στις εργασιακές σχέσεις", ο οποίος ορίζει στο άρθρο 5 § 1 ότι "απαγορεύεται κάθε διάκριση με βάση το φύλο του εργαζόμενου όσον αφορά τους όρους, τις συνθήκες εργασίας και την επαγγελματική του εξέλιξη και σταδιοδρομία" και στο άρθρο 6 στοιχ. α` ότι "απαγορεύεται η καταγγελία της σχέσης εργασίας και α) για λόγους που αναφέρονται στο φύλο", ενώ, τέλος, ο ίδιο νόμος με το άρθρο 10 § 1 διαφυλάσσει την ισχύ διατάξεων νόμων ή άλλων κανονιστικών πράξεων που εισάγουν διακριτική ρύθμιση επί θεμάτων στα οποία το φύλο "συνιστά παράγοντα αποφασιστικής σημασίας" και με το άρθρο 15 ορίζει ότι "διατάξεις νόμων, διαταγμάτων, συλλογικών συμβάσεων εργασίας, διαιτητικών ή υπουργικών αποφάσεων, εσωτερικών κανονισμών ή οργανισμών επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων, όροι ατομικών συμβάσεων καθώς και διατάξεις που ρυθμίζουν την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος, εφόσον είναι αντίθετες με τις διατάξεις του νόμου αυτού, καταργούνται". Από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του νόμου 1414/1984, ερμηνευόμενες υπό το φως της προαναφερόμενης κοινοτικής Οδηγίας, συνάγεται γενικότερα μεν ότι απαγορεύονται οι υπέρ ή κατά του ενός φύλου αυθαίρετες, ευμενείς ή δυσμενείς, νομοθετικές ή διοικητικές διακρίσεις και επιβάλλεται η νομοθετική επέκταση και σε περίπτωση παραλείψεως του νομοθέτη η αποκαταστατική εφαρμογή από το δικαστή των υπέρ του ενός μόνο φύλου ευνοϊκών διατάξεων και υπέρ του άλλου (ΟλΑΠ 31/1993, 7/1993), ειδικότερα δε ως προς τη λήξη της εργασιακής σχέσεως, ότι διατάξεις νόμων, κανονιστικών διοικητικών πράξεων και συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων που προβλέπουν τη λύση της σχέσεως ή επιτρέπουν στον εργοδότη την καταγγελία της στην περίπτωση που η εργαζόμενη γυναίκα αποκτά δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως από το Δημόσιο ή άλλο φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως λόγω συμπληρώσεως ορίου ηλικίας, το οποίο όμως ορίζεται στο νόμο διαφορετικό από το προβλεπόμενο για τη συνταξιοδότηση των ανδρών συναδέλφων της, εισάγουν διάκριση βασιζόμενη στο φύλο και μη δικαιολογούμενη από σοβαρό λόγο αναγόμενο στις βιολογικές ή ψυχικές ιδιαιτερότητες της γυναίκας ή του άνδρα, ώστε το φύλο να συνιστά παράγοντα αποφασιστικής σημασίας.

Υπό τα δεδομένα αυτά και ενόψει του ότι η διάταξη του άρθρου 28 § 1 του νόμου 1846/1951 "περί κοινωνικών ασφαλίσεων", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του νόμου 4104/1960, ορίζει για την παροχή πλήρους συντάξεως γήρατος ως όριο ηλικίας το 65ο ή το 62ο έτος για τους άνδρες και το 60ο ή το 57ο έτος για τις γυναίκες (ανάλογα με τις ημέρες εργασίας), η διάταξη του άρθρου 8 εδ. β` του νόμου 3198/1955, όπως ισχύει μετά το άρθρο 5 § 1 του νόμου 435/1976, κατά την οποία "μισθωτοί εν γένει υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού διά την χορήγησιν συντάξεως, συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τας προς λήψιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις, δύνανται εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτου να αποχωρώσι της εργασίας, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρώσι είτε να απομακρύνωνται της εργασίας των παρά του εργοδότου των, λαμβάνοντες εις απάσας τας περιπτώσεις ταύτας οι μεν επικουρικώς ησφαλισμένοι τα 40%, οι δε μη ησφαλισμένοι επικουρικώς τα 50% της αποζημιώσεως της οποίας δικαιούνται, κατά τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις, διά την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότου", πρέπει να θεωρηθεί ότι, κατά το μέρος που παρέχει στον εργοδότη το δικαίωμα να "απομακρύνει" από την εργασία τις γυναίκες υπαλλήλους του για μόνο το λόγο ότι αυτές δικαιούνται να λάβουν πλήρη σύνταξη από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό εξαιτίας της συμπληρώσεως ορίου ηλικίας μικρότερου εκείνου που ορίζεται για τους άνδρες υπαλλήλους, έχει καταργηθεί από τη διάταξη του άρθρου 15 του νόμου 1414/1984. Διότι, συνδυαζόμενη με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 28 § 1 του ν. 1846/1951, επιτρέπει την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας των γυναικών, δηλαδή τον παρά τη θέλησή τους τερματισμό της επαγγελματικής τους σταδιοδρομίας, υπό όρους διαφορετικούς από τους ισχύοντες για τους άρρενες συναδέλφους τους, αντιβαίνοντας έτσι προς τις παραπάνω συνταγματικές διατάξεις και προς εκείνες των άρθρων 5 παρ. 1 και 6 στοιχ. α` του ν. 1414/1984, αφού εισάγει διάκριση βασιζόμενη αυθαιρέτως σε μόνο το φύλο.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι δεν είναι άκυρη η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ασφαλισμένης στο ΙΚΑ αναιρεσείουσας, που έγινε από τον αναιρεσίβλητο εργοδότη της υπό τους όρους του άρθρου 8 εδ. β` του ν. 3198/1955 μετά την συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας της, αλλά πριν από τη συμπλήρωση του 65ου έτους, που απαιτείται από το άρθρο 28 § 1 του ν. 1846/1951 ως προϋπόθεση για την πλήρη συνταξιοδότηση των ασφαλισμένων στο ΙΚΑ ανδρών. Ετσι, όμως, παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του νόμου 1414/1984, γι` αυτό και η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί κατά το βάσιμο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, μοναδικό λόγο της αναιρέσεως.

Ακολούθως η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 § 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά τα άρθρα 31 § 1 και 32 αριθ. 6 του ν. 2172/1993, πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, δεδομένου ότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2728/1992 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο σωματείο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία και ορίζει σε δραχμές εκατόν οδγόντα χιλιάδες (180.000).