Έτος
1999
Νόμος / διάταξη που αφορά
Ν. 1414/84
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Εργαζόμενοι / λύση σχέσης εργασίας σε περίπτωση απόκτησης δικαιώματος συνταξιοδότησης λόγω συμπλήρωσης ορίου ηλικίας

 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Βελλή, Αντιπρόεδρο, Αναστάσιο Καραγεώργη, Χαράλαμπο Γεωργακόπουλο, Εμμανουήλ Δαμάσκο και Αντώνιο Τωμαδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 1999, με την παρουσία και της γραμματέως Ασπασίας Ζαρουχλιώτου, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: .............................. η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Σπηλιωτοπούλου - Κουκούλη. Του αναιρεσιβλήτου: .................... το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Πολυξένη Σιγανού - Βασιλάρου. Η ένδικη διαφορά έχει εισαχθεί με την από 24 Απριλίου 1990 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3071/1991 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8835/1992 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25 Σεπτεμβρίου 1995 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω, ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Τωμαδάκης ανέγνωσε την από 27 Απριλίου 1998 έκθεση του, κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Αντωνίου Παπαθεοδώρου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή κατά τις διατάξεις του Συντάγματος, του μεν άρθρου 4 παρ. 2, οι έλληνες και οι ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις, του δε άρθρου 116 παρ. 2, αποκλίσεις από τους ορισμούς της προαναφερόμενης διατάξεως επιτρέπονται μόνο για σοβαρούς λόγους, στις περιπτώσεις που ορίζει ειδικά ο νόμος. Εξ άλλου η οδηγία 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ορίζει στο άρθρο 2 αφ` ενός ότι κατά την έννοια των κατωτέρω διατάξεων, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση (παρ.1) και αφετέρου ότι η ?παρούσα οδηγία δεν θίγει την ευχέρεια που έχουν τα Κράτη - μέλη να αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής της τις επαγγελματικές δραστηριότητες και ενδεχομένως την εκπαίδευση που απαιτείται για την πρόσβαση σε αυτές, εφόσον λόγω της φύσεως ή των συνθηκών ασκήσεώς τους το φύλο συνιστά παράγονται αποφασιστικής σημασίας (παρ.2), στο δε άρθρο 5 παρ. 1 ότι ?η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των όρων απολύσεως, συνεπάγεται την εξασφάλιση σε άνδρες και γυναίκες των αυτών όρων, χωρίς διάκριση βασιζόμενη στο φύλο?. Για την εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της παραπάνω οδηγίας εκδόθηκε ο νόμος 1414/1984 ?εφαρμογή της αρχής της ισότητας των φύλων στις εργασιακές σχέσεις?, ο οποίος ορίζει στο άρθρο 5 παρ. 1 ότι ?απαγορεύεται κάθε διάκριση με βάση το φύλο του εργαζομένου όσον αφορά τους όρους, τις συνθήκες εργασίας και την επαγγελματική του εξέλιξη και σταδιοδρομία? και στο άρθρο 6 στοιχ. α` ότι απαγορεύεται η καταγγελία της σχέσης εργασίας και α) για λόγους που αναφέρονται στο φύλο ενώ, τέλος, ο ίδιος νόμος με το άρθρο 10 παρ. 1 διαφυλάσσει την ισχύ διατάξεων νόμων ή άλλων κανονιστικών πράξεων που εισάγουν διακριτική ρύθμιση επί θεμάτων στα οποία το φύλο ?συνιστά παράγοντα αποφασιστικής σημασίας? και με το άρθρο 15 ορίζει ότι ?διατάξεις νόμων, διαταγμάτων, συλλογικών συμβάσεων εργασίας, διαιτητικών ή υπουργικών αποφάσεων, εσωτερικών κανονισμών ή οργανισμών επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων, όροι ατομικών συμβάσεων καθώς και διατάξεις που ρυθμίζουν την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος, εφόσον είναι αντίθετες με τις διατάξεις του νόμου αυτού καταργούνται?.

Από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του νόμου 1414/1984, ερμηνευόμενες υπό το φως της προαναφερόμενης κοινοτικής Οδηγίας, συνάγεται γενικότερα μεν ότι απαγορεύονται οι υπέρ ή κατά του ενός φύλου αυθαίρετες, ευμενείς ή δυσμενείς, νομοθετικές ή διοικητικές διακρίσεις και επιβάλλεται η νομοθετική επέκταση και σε περίπτωση παραλείψεως του νομοθέτη η αποκαταστατική εφαρμογή από το δικαστή των υπέρ του ενός μόνο φύλου ευνοϊκών διατάξεων και υπέρ του άλλου (Ολ. Α.Π. 3/1995, 31/1993), ειδικότερα δε ως προς τη λήξη της εργασιακής σχέσεως, ότι διατάξεις νόμων, κανονιστικών διοικητικών πράξεων και συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων που προβλέπουν τη λύση της σχέσεως ή επιτρέπουν στον εργοδότη την καταγγελία της στην περίπτωση που η εργαζόμενη γυναίκα αποκτά δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως από το Δημόσιο ή άλλο φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως λόγω συμπληρώσεως ορίου ηλικίας, το οποίο όμως ορίζεται στο νόμο διαφορετικό από το προβλεπόμενο για τη συνταξιοδότηση των ανδρών συναδέλφων της, εισάγουν διάκριση βασιζόμενη στο φύλο και μη δικαιολογούμενη από σοβαρό από σοβαρό λόγο αναγόμενο στις βιολογικές ή ψυχικές ιδιαιτερότητες της γυναίκας ή του άνδρα ώστε το φύλο να συνιστά παράγοντα αποφασιστικής σημασίας.

Υπό τα δεδομένα αυτά και ενόψει του ότι η διάταξη του άρθρου 28 παρ. 1 του νόμου 1846/1951 ?περί κοινωνικών ασφαλίσεων?, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του νόμου 4104/1960, ορίζει για την παροχή πλήρους συντάξεως γήρατος ως όριο ηλικίας το 65ο ή το 62 έτος για τους άνδρες και το 60 ή το 57ο έτος για τις γυναίκες (ανάλογα με τις ημέρες εργασίας), η διάταξη του άρθρου 8 εδ. β?του νόμου 3198/1955, όπως ισχύει μετά το άρθρο 5 παρ. 1 του νόμου 435/1976, κατά την οποία ?μισθωτοί εν γένει υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού δια την χορήγησιν συντάξεως, συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τας προς λήψιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις, δύνανται, εάν μεν έχουν της ιδιότητα του εργατοτεχνίτου να αποχωρώσι της εργασίας, εάν δεν έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου είτε να αποχωρώσι είτε να απομακρύνονται της εργασίας των παρά του εργοδότου των, λαμβάνοντες εις απάσας τας περιπτώσεις ταύτας οι μεν επικουρικώς ησφαλισμένοι τα 40%, οι δε μη επικουρικώς ησφαλισμένοι τα 50% της αποζημιώσεως της οποίας δικαιούνται κατά τα εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις δια την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότου?, πρέπει να θεωρηθεί ότι, κατά το μέρος που παρέχει στον εργοδότη το δικαίωμα να ?απομακρύνει? από την εργασία τις γυναίκες υπαλλήλους του για μόνο το λόγο ότι δικαιούνται να λάβουν πλήρη σύνταξη από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό εξ αιτίας της συμπληρώσεως ορίου ηλικίας μικροτέρου εκείνου που ορίζεται για τους άνδρες υπαλλήλους, έχει καταργηθεί από τη διάταξη του άρθρου 15 του νόμου 1414/1984. Διότι, συνδυαζόμενη με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 28 παρ. 1 του ν. 1846/1951, επιτρέπει την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας των γυναικών, δηλαδή τον παρά τη θέλησή τους τερματισμό της επαγγελματικής τους σταδιοδρομίας, υπό όρους διαφορετικούς από εκείνους που ισχύουν για τους άρρενες συναδέλφους τους, αντιβαίνοντας έτσι προς τις παραπάνω συνταγματικές διατάξεις και προς εκείνες των άρθρων 5 παρ. 1 και 6 στοιχ. α? του ν. 1414/1984, αφού εισάγει διάκριση βασιζόμενη αυθαιρέτως σε μόνο το φύλο. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι δεν είναι άκυρη η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ασφαλισμένης στο ΙΚΑ αναιρεσείουσας, που έγινε από τον αναιρεσίβλητο εργοδότη της υπό τους όρους του άρθρου 8 εδ. β? του ν. 3198/1955 μετά τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας της, αλλά πριν από τη συμπλήρωση του 65ου έτους που απαιτείται από το άρθρο 28 παρ. 1 του ν. 1846/1951 ως προϋπόθεση για την πλήρη συνταξιοδότηση των ασφαλισμένων στο ΙΚΑ ανδρών. λτσι, όμως, παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του νόμου 1414/1984, γι’ αυτό και η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί κατά το βάσιμο από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. μοναδικό λόγο της αναιρέσεως.

Ακολούθως η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά τα άρθρα 31 παρ. 1 και 32 αρ. 6 του ν. 2172/1993, πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, δεδομένου ότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 8835/1992 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.- Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο σωματείο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δραχμές διακόσιες εξήντα χιλιάδες (260.000).- Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 1999. Και Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 1999.