Έτος
2001
Νόμος / διάταξη που αφορά
Άρθρα 11 του Ν. 1505/1984 και 12 του Ν. 2470/1997
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Εργαζόμενοι / καταβολή οικογενειακού επιδόματος

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Β Σύνθεσης: Στέφανο Ματθία, Πρόεδρο, Γεώργιο Βελλή, Διονύσιο Κατσιρέα, Αντιπροέδρους, Μιχαήλ Καρατζά, Γεώργιο Βρέττα, Αριστείδη Κρομμύδα, Σπυρίδωνα Γκιάφη, Παύλο Μεϊδάνη, Αρχοντή Ντόβα, Στυλιανό Μοσχολέα, Χρήστο Παληοκώστα, Θεόδωρο Μπάκα, Γεώργιο Παπαδημητρίου, Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη Εισηγητή, Ανδρέα Μοσχανδρέου, Γεράσιμο Σιμόπουλο, Αθανάσιο Κρητικό, Αχιλλέα Ζήση και Νικόλαο Κασσαβέτη, Αρεοπαγίτες (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης).

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2000, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Δημόπουλου και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Της καλούσας - αναιρεσιβλήτου: ........................... η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ταγαρούλια. Του καθού η κλήση - αναιρείοντος:.....................το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Δάμη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Αυγούστου 1997 αγωγή της ήδη καλούσας-αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1798/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8431/1998 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το καθού η κλήση αναιρεσείον με την από 11 Μαϊου 1999 αίτησή του. Στη συνέχεια εκδόθηκε η 996/2000 απόφαση του Β1 Πολιτικού Τμήματος, η οποία παρέπεμψε στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον πρώτο λόγο της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως. Μετά την πιο πάνω απόφαση και την από 1-8- 2000 κλήση της αναιρεσίβλητης, η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοί τους ανέπτυξαν και προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, που αναφέρονται στις προτάσεις τους και ζήτησαν ο μεν του αναιρεσείοντος την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο δε της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη. Ο Εισαγγελέας πρότεινε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατόπιν αυτών ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε αυτά που προηγούμενα είχαν αναπτύξει. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 1/8/2000 κλήση της αναιρεσίβλητης ............ εισάγεται στην Ολομέλεια ο πρώτος λόγος της από 11/5/1999 αιτήσεως αναιρέσεως του αντιδίκου της ταμείου Προνοίας Δικηγόρων Αθηνών (Ν.Π.Δ.Δ.) κατά της οριστικής αποφάσεως 8431/98 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια με την απόφαση 996/2000 του Β1 Τμήματος, διότι αφορά ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος (563 παρ. 2β? Κ.Πολ.Δ.). Ειδικότερα παραπέμπεται το ζήτημα της συνταγματικότητας ή μη των περιορισμών που τίθενται στην καταβολή οικογενειακών παροχών και στους δύο εργαζόμενους υπαλλήλους με τις διατάξεις α) του άρθρου 11 παρ. 6 ν. 1505/84, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 52 παρ. 11 ν. 1591/86 και β) του άρθρου 12 παρ. 4 ν. 2470/97, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 ν. 2525/97. Το Σύνταγμα στο άρθρο 4 παρ. 1 ορίζει ότι οι ?Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Εξάλλου, ο ν. 1505/1984 ?Αναδιάρθωση μισθολογίου προσωπικού Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις ορίζει α) στο άρθρο 8 ότι ?Πέραν του κατά το προηγούμενο άρθρο μηνιαίου βασικού μισθού παρέχονται και τα επιδόματα οικογενειακών βαρών, όπως ορίζεται στα επόμενα άρθρα? και β) στο άρθρο 11 παρ. 1, όπως το τελευταίο έχει μερικώς αντικατασταθεί με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 1810/88, ότι ?το επίδομα οικογενειακών βαρών ορίζεται για όλους τους υπαλλήλους σε ποσοστό επί του βασικού μισθού του μισθολογικού κλιμακίου 20 ως εξής, και γ) στο άρθρο 11 παρ. 6, όπως ισχύει μετά το άρθρο 52 παρ. 11 ν. 1591/86, ότι στην περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α. ή συνταξιούχοι των υπηρεσιών αυτών ο καθένας θα παίρνει το μισό από το προβλεπόμενο κατά περίπτωση επίδομα στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού. Αν ο ένας από τους συζύγους είναι υπάλληλος ή συνταξιούχος των υπηρεσιών του προηγούμενου εδαφίου και ο άλλος υπάλληλος ή συνταξιούχος α) του υπόλοιπου δημόσιου τομέα όπως αυτός οριοθετήθηκε με τη διάταξη της παραγρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982, β) των Ν.Π.Ι.Δ. που δεν περιλαμβάνονται στην έννοια του Δημόσιου Τομέα της προηγούμενης περίπτωσης πλην όμως λειτουργούν με μορφή οργανισμού κοινής ωφέλειας ή Κρατικής επιχείρησης, γ) των ιδιωτικών Τραπεζών εν γένει και δ) είναι δικαιούχος επιδόματος οικογενειακών βαρών από τον Διανεμητικό Λογαριασμό Οικογενειακών Επιδομάτων Μισθωτών (ΔΛΟΕΜ) του ΟΑΕΔ, ως υπάλληλος ή συνταξιούχος οποιασδήποτε από τις παραπάνω υπηρεσίες, τότε το επίδομα οικογενειακών βαρών καταβάλλεται στον ένα απ’ αυτούς κατ’ επιλογή τους. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι το οικογενειακό επίδομα που προβλέπεται παρέχεται στους έγγαμους υπαλλήλους που αφορούν οι διατάξεις αυτές ως προσαύξηση μισθού, για την παρεχόμενη εργασία, η οποία προσαύξηση καταβάλλεται για την αντιμετώπιση των βαρών που συνεπάγεται η δημιουργία οικογένειας, στα πλαίσια και της επιβαλλόμενης από το άρθρο 21 του Συντάγματος προστασίας της. Με την τελευταία αυτή διάταξη εξουσιοδοτείται ο κοινός νομοθέτης να θεσπίσει, μεταξύ άλλων, και πρόσθετη μισθολογική αμοιβή σε έγγαμους δημόσιους υπαλλήλους, ως ιδιαίτερη κατηγορία, για την πραγμάτωση της συνταγματικής αυτής επιταγής. Το ότι η ανωτέρω παροχή έχει χαρακτήρα μισθού επιβεβαιώνεται και από τη διάταξη του άρθρου 141 παρ. 2 της Συμβάσεως του Αμστερνταμ (πρώην 119 της ΕΟΚ), που εφαρμόζεται και σε εργασιακές συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου στο δημόσιο τομέα (αποφάσεις ΔΕΚ στις υποθέσεις 248/83 και 58/81), σύμφωνα με την οποία διάταξη ως αμοιβή νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές, αλλά και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα σε χρήματα ή σε είδος λόγω της σχέσεως εργασίας. Περαιτέρω, με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2470/97 ?Αναμόρφωση του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις που ισχύει από 1/1/97 και αντικατέστησε τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 1505/84, ορίσθηκε ότι για την ενίσχυση της οικογένειας των υπαλλήλων που εμπίπτουν στο νόμο αυτό χορηγείται μηνιαία οικογενειακή παροχή ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων, ως εξής : α) για οικογένεια έγγαμων υπαλλήλων χωρίς τέκνα ή με ενήλικα τέκνα δώδεκα χιλιάδες (12.000) δραχμές και β) για οικογένεια με τέκνα ανήλικα ? προσαυξάνεται κατά 6.000 δρχ.

Με το άρθρο 12 παρ. 4, όπως ισχύει μετά το άρθρο 21 του ν. 2515/97, ορίζεται ότι στην περίπτωση που ο ένας των συζύγων λαμβάνει οικογενειακό επίδομα από οποιαδήποτε πηγή του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα, τότε στον έτερο σύζυγο υπάλληλο του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. ή ΟΤΑ καταβάλλεται μόνο συμπληρωματικό ποσό ως εξής : α) το ποσό των προσαυξήσεων λόγω τέκνων, όταν το καταβαλλόμενο στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα γάμου, β) το βασικό ποσό της οικογενειακής παροχής, χωρίς προσαυξήσεις, όταν το καταβαλλόμενο στον έτερο αναφέρεται σε επίδομα τέκνων Όμως η απλή μετονομασία του επιδόματος οικογενειακών βαρών του ν. 1505/84 σε μηνιαία οικογενειακή παροχή για την ενίσχυση της οικογένειας δεν μετέβαλε τη λειτουργία και το νομικό χαρακτήρα της παροχής αυτής ως ανταλλάγματος εξ αιτίας της προσφερόμενης εργασίας και επομένως ως προσαύξησης του μισθού. Εξάλλου, η θέσπιση διακρίσεων μεταξύ των υπαλλήλων που βρίσκονται στην ίδια οικογενειακή κατάσταση και οι οποίες διακρίσεις συνδέονται, όχι με την παρεχόμενη από αυτούς εργασία, αλλά με το τυχαίο γεγονός της παροχής ή όχι εργασίας και από το σύζυγο ή από το καθεστώς αυτής, με βάση τις οποίες (διακρίσεις) ο υπάλληλος που έχει σύζυγο υπάλληλο του δημοσίου ή των νομικών προσώπων που προβλέπονται στις ανωτέρω διατάξεις στερείται του επιδόματος, ενώ υπάλληλος του οποίου ο σύζυγος δεν εργάζεται ή εργάζεται στον υπόλοιπο ιδιωτικό τομέα το εισπράττει, αντιβαίνει ευθέως στη συνταγματική επιταγή της ίσης νομοθετικής μεταχείρισης των ομοίων. Η εξίσωση βάσει της αρχής αυτής γίνεται προς τα άνω (αποφάσεις ΔΕΚ επί της ερμηνείας του άρθρου 119 στις υποθέσεις 12/81 και C337/89). Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα : Η αναιρεσείουσα είχε προσληφθεί από το αναιρεσείον, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με τη 40/1.12.1988 απόφαση του Δ.Σ. με σύμβαση έργου εξάμηνης διάρκειας ως αδελφή νοσοκόμα, μετά δε την πάροδο του εξαμήνου συνέχισε να εργάζεται σ? αυτό ανελλιπώς και στις 8.1.1996, με τη 222/6863/8.1.1996 πράξη του Γ. Γραμματέα του Υπουρ. Κοιν. Ασφαλίσεων, η σύμβασή της μετατράπηκε σε σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Ανήκει στον κλάδο ΔΕ βοηθών Νοσοκόμων και οι αποδοχές της ρυθμίζονται από τις διατάξεις του Ν. 1505/1984, 1810/1988 και 2470/1997, εξομοιούμενη βαθμολογικά και μισθολογικά με τους δημόσιους υπαλλήλους. Είναι έγγαμη από 23.7.1982 και έχει δύο ανήλικα παιδιά, το .... και τη .... , που γεννήθηκαν στις 23.2.1983 και 8.5.1986, αντίστοιχα, ότι δεν της καταβάλλεται δε το οικογενειακό επίδομα (γάμου και τέκνων) από το λόγο ότι τούτο καταβάλλεται στον εργαζόμενο στο Υπουργείο Εθνικής ?Αμυνας δημόσιο υπάλληλο σύζυγό της ..... . Εκρινε, κατόπιν αυτών, το Εφετείο, ότι η αναιρεσίβλητη για το αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση χρονικό διάστημα (1.1.1994 μέχρι 30.8.1997) δικαιούται στο ακέραιο το οικογενειακό επίδομα (γάμου και τέκνων) του άρθρου 11 του Ν. 1505/1984 και 12 του Ν. 2470/1997, λόγω αντιθέσεως των ως άνω ρυθμίσεων του άρθρου 11 παρ. 6 του Ν. 1505/1984 και 12 παρ. 4 του Ν. 2470/1997 προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας. Με την ανωτέρω κρίση του το δικαστήριο της ουσίας δεν έσφαλε όσον αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., που παραπέμφθηκε στην ολομέλεια, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Δεδομένου ότι με την παραπεμπτική του απόφαση το Τμήμα επιφυλάχθηκε όσον αφορά τη βασιμότητα των άλλων λόγων αναιρέσεως, πρέπει η υπόθεση να αναπεμφθεί στο Τμήμα τούτο προς περαιτέρω έρευνα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο της από 11 Μαϊου 1999 αιτήσεως του .............................. για αναίρεση της αποφάσεως 8431/98 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως εφετείου. Αναπέμπει την υπόθεση στο Β1 Πολιτικό Τμήμα του Δικαστηρίου τούτου προς περαιτέρω έρευνα. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2001 και δημοσιεύθηκε σε δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση στις 15 Μαρτίου 2001.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ