Έτος
2002
Νόμος / διάταξη που αφορά
Άρθρα 185, 189, 192, 201, 361 και 648 ΑΚ, Γενικός Κανονισμός Προσωπικού ΟΑΣΘ

 

Πρόεδρος: Χρήστος Ηλιάδης. Δικαστές: Ι. Ιωαννίδης, Β. Τσιότρας (εισηγητής). Δικηγόροι: Π. Κουρκουβάτης - Β. Δούκα, Ε. Δοξάκης.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 185, 189, 192, 201, 361 και 648 ΑΚ, συνάγεται ότι η προκήρυξη διαγωνισμού για την πρόσληψη σε θέσεις εργασίας που είναι κενές ή προβλέπεται να κενωθούν μέσα σε ορισμένη προθεσμία, αποτελεί πρόταση για τη σύναψη συμβάσεως εργασίας, υπό την αίρεση της επιτυχίας στο διαγωνισμό. Η υποβολή αιτήσεως και η συμμετοχή στο διαγωνισμό ενέχει αποδοχή της προτάσεως από μέρους των υποψηφίων, ενώ η επιτυχία στο διαγωνισμό (που κρίνεται από το πρόσωπο το οποίο ορίστηκε ως κριτής, συνήθως επιτροπή), σε σειρά δε που βρίσκεται μέσα στον αριθμό των κενών ή κενωθησομένων θέσεων, επιφέρει την τελείωση της συμβάσεως, που έκτοτε δεσμεύει αμφότερα τα μέρη. Μετά ταύτα ο εργοδότης, μη αποδεχόμενος τις υπηρεσίες του επιτυχόντος στο διαγωνισμό, καθίσταται υπερήμερος με τις συνέπειες που ορίζει το άρθρο 656 ΑΚ. Με την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων πληρούται η αίρεση και θεωρείται επιτυχών αυτός που κατέλαβε σειρά επιτυχίας, η οποία αντιστοιχεί στον αριθμό των θέσεων που έχουν προκηρυχθεί. Για την τοποθέτηση των επιτυχόντων σε συγκεκριμένη θέση εργασίας δεν απαιτείται εκ μέρους τους καμία υποβολή αιτήσεως ούτε άλλη διαδικασία, επειδή ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να προβεί σ` αυτήν με βάση μόνον τον πίνακα επιτυχίας και ν` απασχολήσει τον επιτυχόντα. Ετσι, με τη διαδικασία του διαγωνισμού και την ανακοίνωση του πίνακα επιτυχόντων, καταρτίζονται τόσες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, όσες ήταν οι θέσεις που προκηρύχθηκαν. Η κατάρτιση της συμβάσεως συντελείται με την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, ενώ αν ο επιτυχών δεν προσκομίσει τα δικαιολογητικά του, όπου απαιτείται, ή δεν αναλάβει τα καθήκοντά του, θεωρείται ότι παραιτείται. Εάν ο υποψήφιος καταλάβει σειρά που είναι πέραν των θέσεων για τις οποίες προκηρύχθηκε ο διαγωνισμός, η προϋπόθεση (αίρεση) υπό την οποία τελούσε η κατάρτιση της συμβάσεώς του ματαιώθηκε οριστικά και δεν είναι δυνατόν να προσληφθεί εγκύρως, με βάση μεταγενέστερη απόφαση οργάνου του προκηρύξαντος το διαγωνισμό, γιατί η μεταγενέστερη αυτή απόφαση επέχει θέση νέας προτάσεως για κατάρτιση συμβάσεως (ΑΠ 654/2000 ΝοΒ 49.1151, ΑΠ 192/2000 ΝοΒ 49.395, ΑΠ 716/2000 ΕλλΔνη 4.1613, ΑΠ 1095/1998 ΕλλΔνη 40.281, ΑΠ 416/1998 ΕΕργΔ 58.462, ΑΠ 1124/1993 ΕΕργΔ 53.955). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του εναγομένου, ο οποίος υπέχει ισχύ συστατικού νόμου, αφού εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση των ν.δ. 3721/57, 716/70 και 1979/72 (βλ. Υ.Α. 14412/1973, ΦΕΚ Β 364/73, Περί Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του ΟΑΣΘ), όπως το άρθρο 3 ισχύει μετά την τροποποίησή του με την υπ` αριθμ. ΔΣ/8580/88/4.3.88 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, το εναγόμενο, α) υποχρεωτικά προσλαμβάνει το προσωπικό του με διαγωνισμό (άρθρ. 3 εδ. α), β) η προκήρυξη του διαγωνισμού δημοσιεύεται σε εφημερίδες της Θεσσαλονίκης (άρθρ. 3 παρ. 1), γ) οι διαγωνιζόμενοι κατατάσσονται με σειρά επιτυχίας σε πίνακα (άρθρ. 3 παρ. 3 και 5), δ) οι επιτυχόντες προσλαμβάνονται υποχρεωτικά κατά τη σειρά επιτυχίας τους (άρθρ. 3 παρ. 5 εδ. γ), ε) οι επιτυχόντες καλούνται κατά τη σειρά επιτυχίας τους στο διαγωνισμό να προσκομίσουν τα δικαιολογητικά τους και εάν δεν τα προσκομίσουν εντός 30 ημερών σημαίνει ότι ο ενδιαφερόμενος παραιτείται των δικαιωμάτων του (άρθρ. 3 παρ. 6 εδ. β), στ) ο πίνακας ισχύει για ένα έτος και στη διάρκεια του έτους προσλαμβάνεται νέο προσωπικό που θα χρειαστεί, από τον ίδιο πίνακα, με απόλυτη σειρά προτεραιότητας (άρθρ. 3 παρ. παρ. 5 εδ. γ) και ζ) κάθε άλλη πρόσληψη είναι άκυρη (άρθρ. 3 παρ. 8). Περαιτέρω, το άρθρο 5 παρ. 3 του Γ.Κ.Π. ορίζει ότι "κατά παρέκκλιση των διατάξεων του παρόντος κανονισμού και προκειμένου περί πληρώσεως θέσεων των βαθμών β και γ, εφόσον οι κατέχοντες τους δύο αμέσως κατώτερους βαθμούς στερούνται των προβλεπομένων για την κατάληψη των θέσεων τυπικών προσόντων, η πλήρωση πραγματοποιείται είτε με πρόσληψη είτε με επιλογή προσώπων από τον εισαγωγικό βαθμό που συγκεντρώνουν τα απαραίτητα για τις θέσεις αυτές τυπικά προσόντα, έχουν τουλάχιστον πενταετή προϋπηρεσία στον ΟΑΣΘ και δεν συμπληρώνουν το 58ο έτος της ηλικίας τους κατά το χρόνο ανάληψης των καθηκόντων τους...".

Τέλος, το άρθρο 10 παρ. 3 του Γ.Κ.Π., όπως τροποποιήθηκε την 15.1.2000, έχει ως εξής: "Για την προαγωγή από τον Δ στον Γ βαθμό και από τον Γ στο Β απαιτείται α) για τον μέλλοντα να καταλάβει θέση Τμηματάρχη ή Διευθυντή της Υπηρεσίας Διοικήσεως, πτυχίο Τμήματος Νομικών ή Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών...". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι η ένταξη του μισθωτού στην κατηγορία των "τακτικών" υπαλλήλων συναρτάται με το χρόνο κατά τον οποίο καταρτίζεται η σύμβαση εργασίας του και ότι γι` αυτούς που δεν πέτυχαν στο διαγωνισμό (επιλαχόντες) απαιτείται νέα πρόταση για κατάρτιση συμβάσεως εργασίας, οπότε, εάν ο επιλαχών αποδεχθεί την πρόταση, η σύμβαση καταρτίζεται κατά το χρόνο αποδοχής της προτάσεως και όχι κατά το χρόνο ανακοινώσεως του πίνακα, όπως συμβαίνει με τους επιτυχόντες. Η σύμβαση που καταρτίζεται με τους επιλαχόντες δεν καταρτίζεται με διαγωνισμό (ΑΠ 416/1998 ΕΕργΔ 58.462). Τέλος, η πλήρωση της θέσεως του Τμηματάρχη γίνεται, κατ` αρχήν, με προαγωγή αυτού που κατέχει τη θέση Δ, εφόσον έχει τα προς τούτο προσόντα και ίδια τα ως άνω πτυχία, άλλως γίνεται είτε με πρόσληψη είτε με επιλογή προσώπων από τον εισαγωγικό βαθμό, που συγκεντρώνουν τα προαναφερόμενα προσόντα.

Στην προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα, με την με αριθμ. εκθ. καταθέσεως 25803/7.7.2000 αγωγή της, εκθέτει τα εξής: Το εναγόμενο, την 9.10.1991 προκήρυξε διαγωνισμό για την πρόσληψη υπαλλήλων γραφείου 5 πτυχιούχων ανωτάτων σχολών και 7 αποφοίτων Λυκείου. Στο διαγωνισμό αυτόν, που διενεργήθηκε από 28 Μαϊου μέχρι 11 Ιουνίου 1992, συμμετείχε και η ίδια, στην κατηγορία αποφοίτων Λυκείου. Μετά το διαγωνισμό καταρτίστηκε ο πίνακας των επιτυχόντων και αναρτήθηκε στις 26.6.1992. Οτι, μετά ταύτα, το Δ.Σ. του εναγομένου στις 7.7.1992 αποφάσισε την πρόσληψη και άλλων 9 διαγωνισθέντων από την κατηγορία των αποφοίτων Λυκείου, κατά τη σειρά της κατατάξεώς τους στον πίνακα και ότι στη δεύτερη αυτήν κατηγορία συμπεριλαμβανόταν και η ίδια, καταλαμβάνουσα τη δέκατη σειρά των συνολικά προσληφθέντων. Κατόπιν τούτων, προσκόμισε τα δικαιολογητικά που της ζητήθηκαν και στις 13.7.1992 υπέγραψε σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου εκούσιας δοκιμαστικής υπηρεσίας, μετά την επιτυχή διαδρομή της οποίας εντάχθηκε την 13.7.1993 σε κενή οργανική θέση γραφέως της διοικητικής υπηρεσίας του εναγομένου, στην οποία υπηρετεί μέχρι σήμερα. Στις 18.9.1997 το εναγόμενο κατάρτισε πίνακα προακτέων των προσληφθέντων, δυνάμει του ανωτέρω διαγωνισμού, με βάση την αρχαιότητα που προέκυπτε από την ένταξή τους στην κατεχόμενη οργανική θέση. Στον πίνακα αυτόν η ίδια κατέλαβε την πρώτη θέση, με ημερομηνία εντάξεως την 12.7.1993. Ακολούθως όμως, με την υπ` αριθμ. 8/5.4.2000 απόφαση του Δ.Σ. του εναγομένου, κατά παράβαση του νόμου και του κανονισμού του εναγομένου, αποφασίστηκε ότι η αρχαιότητα των υπαλλήλων που προσλήφθηκαν από τον ανωτέρω διαγωνισμό καθορίζεται από τον πίνακα επιτυχίας τους στο διαγωνισμό και είναι ανεξάρτητη από την ημερομηνία προσλήψεώς τους στο εναγόμενο. Σε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής, ο Γενικός Διευθυντής του εναγομένου, με την υπ` αριθμ. 8633/15.6.2000 απόφασή του, αναμόρφωσε τον ανωτέρω πίνακα αρχαιότητας, με αποτέλεσμα ν` ανατραπεί η σειρά και να προηγηθούν στην κατάταξη έναντι αυτής οι συνάδελφοί της Ε.Π. και Χ.Δ., οι οποίες στον πίνακα επιτυχόντων του διαγωνισμού κατέλαβαν τη δεύτερη και τρίτη σειρά, αντίστοιχα.

Με βάση τα ανωτέρω, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η ανωτέρω υπ` αριθμ. 8/5.4.2000 απόφαση του Δ.Σ., καθώς και η υπ` αριθμ. 8633/15.6.2000 απόφαση του Γενικού Διευθυντή του εναγομένου, είναι παράνομες και άκυρες, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να εκδώσει νέο πίνακα αρχαιότητας, με βάση την ημερομηνία εντάξεως, με απειλή χρηματικής ποινής 100.000 δρχμών, καθώς και να της καταβάλει, για την προσβολή της προσωπικότητάς της από την ανωτέρω υποβάθμισή της, ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 1.000.000 δραχμών. Αυτό το περιεχόμενο και αίτημα έχουσα η κρινόμενη αγωγή, είναι νόμω αβάσιμη, γιατί, κατά τα επικαλούμενα σ` αυτήν περιστατικά, η ενάγουσα δεν περιλαμβανόταν μεταξύ των επιτυχόντων στο διαγωνισμό, αφού αυτός προκηρύχθηκε για 7 θέσεις και αυτή κατετάγη δέκατη, οπότε η προϋπόθεση (αίρεση) υπό τη οποία τελούσε η κατάρτιση της συμβάσεώς της, ματαιώθηκε οριστικά, η δε νέα, μετά την ανάρτηση του πίνακα επιτυχόντων, απόφαση του Δ.Σ. του εναγομένου για την πρόσληψή της, επείχε θέση νέας προτάσεως για κατάρτιση συμβάσεως, η οποία τελικά καταρτίστηκε με την αποδοχή της προτάσεως από την ενάγουσα, κατά την ημερομηνία καταθέσεως των δικαιολογητικών της, την 13.7.1992. Αντίθετα, για τις αναφερόμενες στην αγωγή συναδέλφους της, που πέτυχαν στο διαγωνισμό, η αίρεση πληρώθηκε και η σύμβαση καταρτίστηκε κατά την ημερομηνία αναρτήσεως του πίνακα επιτυχόντων, δηλαδή την 26.6.1992. Επομένως, οι τελευταίες προηγούνται έναντι της ενάγουσας στην αρχαιότητα και ορθά αναμορφώθηκε υπέρ αυτών ο πίνακας αρχαιότητας με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις των οργάνων του εναγομένου. Κατόπιν τούτου, πρέπει ν` απορριφθεί η αγωγή ως νόμω αβάσιμη, να γίνει δε δεκτή η πρόσθετη παρέμβαση και κατ` ουσίαν, γι` αυτό στο ίδιο αποτέλεσμα καταλήξασα και η εκκαλουμένη, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο, δηλαδή τις ως άνω διατάξεις του ΑΚ, που ρυθμίζουν την κατάρτιση συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας μέσω διαγωνισμού, καθώς και τις διατάξεις του Γ.Κ.Π. του εναγομένου, που καθορίζουν επιπλέον τη διαδικασία με την οποία υλοποιείται ο διαγωνισμός. Συνεπώς, ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος εφέσεως πρέπει ν` απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, όσον αφορά τη δεύτερη συνεκδικαζόμενη, με αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως .../2000 αγωγή της ενάγουσας, από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα ... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 9.10.1991 το Δ.Σ. του εναγομένου αποφάσισε την πρόσληψη υπαλλήλων γραφείου με διαγωνισμό, μεταξύ των οποίων και έξι (6) θέσεις αποφοίτων Λυκείου, στον οποίο έλαβαν μέρος η ενάγουσα και η προσθέτως παρεμβάσα. Στο διαγωνισμό αυτόν πέτυχε η προσθέτως παρεμβάσα, καταλαβούσα την τρίτη (3) θέση, ενώ η ενάγουσα απέτυχε, αφού κατέλαβε τη δέκατη (10) θέση. Η ανακοίνωση του πίνακα των επιτυχόντων έγινε την 26.6.1992, οπότε καταρτίστηκε η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας της προσθέτως παρεμβάσης, γιατί την ημέρα εκείνη πληρώθηκε η αίρεση υπό την οποία τελούσε η σύμβαση. Ο πίνακας κατατάξεως των διαγωνισθέντων ίσχυε για ένα έτος και, ενόψει τούτου, στις 7.7.1992 ο Γενικός Διευθυντής του εναγομένου πρότεινε και το Δ.Σ. αυτού, με την υπ` αριθμ. 30/7.7.92 απόφασή του, δέχθηκε την πρόσληψη δέκα (10) ακόμη από τους διαγωνισθέντες. Σ` αυτούς ανήκε και η ενάγουσα. Η πρόσκληση προς τους 10 αυτούς να προσκομίσουν τα δικαιολογητικά τους αποτέλεσε νέα πρόταση για κατάρτιση συμβάσεως εργασίας. Στις 12.7.1992 προσκόμισε η ενάγουσα τα δικαιολογητικά που της ζητήθηκαν, οπότε και καταρτίστηκε γι` αυτήν η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, με χρόνο προσλήψεως την 12.7.1992. Με την ως άνω 30/7.7.1992 απόφαση του Δ.Σ. του εναγομένου, τόσο η προσθέτως παρεμβάσα όσο και η ενάγουσα είχαν τοποθετηθεί στη διοικητική υπηρεσία, υπό τον όρο φυσικά ότι και η ενάγουσα θα αποδεχόταν την πρόταση για πρόσληψη. Οι αρμόδιοι υπάλληλοι του εναγομένου, από προφανή άγνοια των σχετικών ως άνω διατάξεων, κατάρτισαν ενιαίο πίνακα αρχαιότητας, τόσο για τους επιτυχόντες στο διαγωνισμό όσο και γι` αυτούς που προσλήφθηκαν αργότερα, με βάση την υπ` αριθμ. 30/7.7.92 απόφαση του Δ.Σ. και με κριτήριο για όλους την ημερομηνία προσκομιδής των δικαιολογητικών τους. Δεδομένου ότι η ενάγουσα προσκόμισε τα δικαιολογητικά της την 12.7.1992 και η προσθέτως παρεμβάσα την 13.7.1992, βρέθηκε η ενάγουσα να προηγείται της προσθέτως παρεμβάσης και η αποτυχούσα στο διαγωνισμό να προηγείται της επιτυχούσης. Το σφάλμα αυτό εμφανίστηκε το 1997, με αφορμή την έκδοση της υπ` αριθμ. 12484/Φ.3/18.9.1997 αποφάσεως του Γεν. Διευθυντή του εναγομένου, με την οποία ανακοινώθηκαν οι πίνακες προακτέων, στους οποίους η ενάγουσα εμφανιζόταν να προηγείται της προσθέτως παρεμβάσης, παρότι είχε προσληφθεί μετά από αυτήν. Μετά ταύτα και ύστερα από σχετικές αιτήσεις επιτυχόντων στο διαγωνισμό, το Δ.Σ. του εναγομένου, με απόφασή του που καταχωρήθηκε στα υπ` αριθμ. 8/5.4.2000 πρακτικά, αποφάσισε την αποκατάσταση της νομιμότητας και σε εκτέλεση αυτής εκδόθηκε η υπ` αριθμ. πρωτ. 8633/Φ.3/15.6.2000 απόφαση του Γεν. Δ/ντή του εναγομένου, σύμφωνα με την οποία, στον πίνακα προακτέων προηγήθηκαν οι επιτυχόντες στο διαγωνισμό και μετά από αυτούς κατετάγησαν οι προσληφθέντες αργότερα, αποκατασταθείσης έτσι της νομιμότητας. Την 7.7.2000, λόγω συνταξιοδοτήσεως του Τμηματάρχου Διοικήσεως της Διοικητικής Υπηρεσίας του εναγομένου, κενώθηκε η ενλόγω θέση Γ βαθμού και ανέκυψε ζήτημα πληρώσεώς της. Σύμφωνα με τις διατάξεις του Γ.Κ.Π. του εναγομένου, που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου συνήλθε σε συνεδρίαση την 1.11.2000 και με την υπ` αριθμ. 23/1.11.2000 απόφαση - πρακτικό του επέλεξε ομόφωνα την προσθέτως παρεμβάσα για την πλήρωση της κενωθείσης θέσεως, δεδομένου ότι ουδείς από τους κατέχοντες το Δ Βαθμό δεν είχε τα απαιτούμενα προσόντα και ιδιαίτερα το απαιτούμενο πτυχίο, ώστε να καλυφθεί η κενωθείσα θέση με προαγωγή, με την αιτιολογία ότι αυτή προηγείται παντός ετέρου του πίνακα αρχαιότητας από τους κατέχοντες τον εισαγωγικό βαθμό διοικητικούς υπαλλήλους και κατέχει τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα, αφού είναι κάτοχος πτυχίου Νομικής Σχολής, έχει πενταετή προϋπηρεσία στον ΟΑΣΘ, δεν έχει συμπληρώσει το 58ο έτος της ηλικίας της και επιπλέον έχει άριστο φύλλο ποιότητας. Σε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής, ο Γενικός Διευθυντής του εναγομένου, με την υπ` αριθμ. 15340/Φ.3/2.11.2000 απόφασή του, τοποθέτησε την προσθέτως παρεμβάσα στην ανωτέρω θέση τμηματάρχου.

Κατόπιν των ανωτέρω αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι η προαγωγή αυτή δεν έγινε με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου αλλά του Γεν. Δ/ντού και συνεπώς από το αναρμόδιο όργανο (άρθρ. 9 του Γ.Κ.Π.), αφού, όπως προεκτέθηκε, η επιλογή έγινε από το Δ.Σ. και μόνον η εκτέλεση της αποφάσεως έγινε από τον Γεν. Δ/ντή. Επίσης, αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα, ότι στην απόφαση για επιλογή της προσθέτως παρεμβάσης δεν αναφέρεται αν η προαγωγή αυτή έγινε κατ` εκλογή ή κατ` αρχαιότητα, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 6 του Γ.Κ.Π., γιατί, στην προκείμενη περίπτωση, δεν πρόκειται για προαγωγή κατά το άρθρο 9 παρ. 6 του κανονισμού αλλά για επιλογή, κατ` άρθρ. 5 παρ. 3 αυτού, η οποία γίνεται με βάση τα κριτήρια που θέτει το Δ.Σ., το οποίο εν προκειμένω επέλεξε με βάση τόσο την αρχαιότητα - και ορθώς, αφού, κατά τα προαναφερόμενα, προηγείται η προσθέτως παρεμβάσα - όσο και τα ουσιαστικά προσόντα, είναι δε και ως προς το σημείο αυτό πλήρως αιτιολογημένη η ανωτέρω απόφαση. Κατόπιν τούτου, τα ίδια δεχθείσα και η εκκαλούμενη απόφαση και απορρίψασα τους σχετικούς ισχυρισμούς της ενάγουσας, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, γι` αυτό οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες σχετικοί λόγοι της κρινομένης εφέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα δεν υπερτερεί στα ουσιαστικά προσόντα έναντι της προσθέτως παρεμβαίνουσας, και μάλιστα σε βαθμό που η επιλογή της τελευταίας να συνιστά κατάφωρη αδικία, ώστε να γίνεται κατά τρόπο καταχρηστικό. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε, τα καθήκοντα της θέσεως του Τμηματάρχη, στην οποία επελέγη η προσθέτως παρεμβάσα, είναι η εποπτεία των εργασιών διακινήσεως των εγγράφων του Οργανισμού, η έκδοση μαθητικών δελτίων (πάσο), των δελτίων (πάσο) του προσωπικού και μηνιαίων καρτών απεριόριστων διαδρομών και η εποπτεία του βοηθητικού προσωπικού (βλ. υπ` αριθμ. 854/5.2.2001 έγγραφο του Δ/ντή της Υπηρεσίας Διοικήσεως του εναγομένου και την προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση). Οπως είναι φανερό, για την άσκηση των καθηκόντων αυτών αρκούν στοιχειώδεις νομικές γνώσεις, γι` αυτό και για την κατάληψη της θέσεως αυτής δεν απαιτείται αποκλειστικά πτυχίο Νομικής αλλά και πτυχίο Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών (Π.Ο.Ε.). Ετσι, μόνο το γεγονός ότι η ενάγουσα έλαβε το πτυχίο της Νομικής το 1982, ενώ η προσθέτως παρεμβάσα το 1995 και ότι η ενάγουσα άσκησε δικηγορία επί έντεκα χρόνια πριν προσληφθεί από το εναγόμενο, δεν αρκούν να καταδείξουν κατάδηλη υπεροχή της έναντι της τελευταίας, για θέση που δεν χρειάζεται και άσκηση δικηγορίας. Αντίθετα μάλιστα, η προσθέτως παρεμβαίνουσα, εκτός του ότι έχει άριστη βαθμολογία στα φύλλα ποιότητάς της, υπερτερεί της εκκαλούσας επειδή είναι κάτοχος δύο ξένων γλωσσών, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο πτυχίο "First Certificate in English" του Πανεπιστημίου Καίμπριτζ, αγγλικής γλώσσας και το πτυχίο "Zertifikat", του Ινστιτούτου Γκαίτε, γερμανικής γλώσσας, ενώ η ενάγουσα είναι κάτοχος μόνον της αγγλικής γλώσσας (βλ. το προσκομιζόμενο από 1976 Lower Certificate in English). Οπως δε κατατέθηκε (βλ. προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση), η κατοχή ξένων γλωσσών είναι αναγκαία για τον κάτοχο της θέσεως του Τμηματάρχου, ενόψει της αυξανόμενης επαφής του Οργανισμού με φορείς και πρόσωπα του εξωτερικού και των καθηκόντων του τμηματάρχου, σχετικά με τη διακίνηση εγγράφων του Οργανισμού, κατά τα προαναφερόμενα. Ετσι, ορθά επελέγη η προσθέτως παρεμβάσα και η σχετική απόφαση επιλογής της δεν είναι καταχρηστική. Συνεπώς, στο ίδιο αποτέλεσμα καταλήξασα και η εκκαλουμένη και απορρίψασα τη σχετική ένσταση ως κατ` ουσίαν αβάσιμη, δεν έσφαλε, γι` αυτό και ο σχετικός τελευταίος λόγος εφέσεως πρέπει ν` απορριφθεί ως κατ` ουσίαν αβάσιμος.

Δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος εφέσεως προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη έφεση ν` απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ` ουσίαν αβάσιμη και να καταδικαστεί η εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου και της υπέρ αυτού προσθέτως παρεμβάσης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, κατά το σχετικό νόμιμο (άρθρ. 176, 182, 183 ΚΠολΔ) αίτημα των τελευταίων.