Έτος
2004
Νόμος / διάταξη που αφορά
Άρθρα 5, 6, 10, 15 ν. 1414/84
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Εργαζόμενοι / μονομερής μεταβολή όρων εργασίας
Σημασία απόφασης
Απόφαση ορόσημο

 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αρχοντή Ντόβα, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Μπαλντά, Θεόδωρο Τζέμο, Σπυρίδωνα Κολυβά και Δημήτριο Λοβέρδο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2003, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας : ....... , συζύγου ........ , κατοίκου .. , η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Πετρόγλου. Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «....» με έδρα την .. που εκπροσωπείται νόμιμα και στην παρούσα δίκη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραχοντζίτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Οκτωβρίου 1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2173/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 6975/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8 Ιανουαρίου 2003 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω, και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Μπαλντάς διάβασε την από 14 Νοεμβρίου 2003 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι διατάξεις των άρθρων 4 παρ.2 και 116 παρ.2 του Συντάγματος, όπως ίσχυαν πριν από την τελευταία αναθεώρηση, ορίζουν ότι οι Ελληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις και ότι αποκλίσεις από την αρχή αυτή επιτρέπεται μόνον για σοβαρούς λόγους στις περιπτώσεις που ορίζει ειδικά ο νόμος. Εξάλλου ο ν. 1414/1984 «εφαρμογή της ισότητας των φύλων στις εργασιακές σχέσεις», που εκδόθηκε για την εναρμόνιση της Ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις των 75/117/10-2-1975 και 76/207/1976 Οδηγιών του Συμβουλίου της Ε.Ο.Κ., προβλέπει στο άρθρο 5 παρ.1 ότι απαγορεύεται κάθε διάκριση με βάση το φύλο του εργαζομένου, όσον αφορά τους όρους, τις συνθήκες εργασίας και την επαγγελματική του εξέλιξη και σταδιοδρομία και στο άρθρο 6 στοιχ. α` ότι απαγορεύεται η καταγγελία της σχέσεως εργασίας για λόγους που αναφέρονται στο φύλο, ενώ με το άρθρο 10 παρ.1 του νόμου αυτού διαφυλάσσεται η ισχύς διατάξεων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών που ρυθμίζουν θέματα προστασίας της εγκυμοσύνης και της μητρότητας ή θεσπίζουν απαγόρευση απασχόλησης προσώπων του ενός φύλου σε ορισμένες επαγγελματικές δραστηριότητας ή απαγόρευση επαγγελματικής τους κατάρτισης για τις δραστηριότητες αυτές, εφόσον το φύλο συνιστά παράγοντα αποφασιστικής σημασίας. Το άρθρο δε 15 του νόμου αυτού ορίζει ότι «διατάξεις νόμων, διαταγμάτων, σ.σ.ε. δ.α. ή υπουργικών αποφάσεων, εσωτερικών κανονισμών ή οργανισμών επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων, όροι ατομικών συμβάσεων καθώς και διατάξεις που ρυθμίζουν την άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος, εφόσον είναι αντίθετες με τις διατάξεις του νόμου αυτού καταργούνται». Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 141 παρ.1 της Συνθήκης Ε.Κ., που ορίζει ότι κάθε μέλος εξασφαλίζει την εφαρμογή της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή εργασία της αυτής αξίας, συνάγεται γενικότερη υπερνομοθετικής ισχύος αρχή ότι απαγορεύονται οι υπέρ ή κατά του ενός φύλου αυθαίρετες, ευμενείς ή δυσμενείς διακρίσεις, νομοθετικές ή διοικητικές και επιβάλλεται η νομοθετική επέκταση και σε περίπτωση παραλείψεως του νομοθέτη η αποκαταστατική εφαρμογή από το δικαστήριο των υπέρ του ενός και μόνο φύλου ευνοϊκών διατάξεων και υπέρ του ετέρου, ειδικότερα δε ότι απαγορεύονται και είναι ανίσχυρες διατάξεις νόμων, διαταγμάτων, σ.σ.ε., δ.α., ν.α., που προβλέπουν δυσμενείς διακρίσεις ως προς την επαγγελματική δραστηριότητα και εξέλιξη των γυναικών εξαιτίας εγκυμοσύνης ή μητρότητας, έστω και αν λόγω των περιστάσεων αυτών δεν καθίσταται δυνατή η εκπλήρωση της υποχρεώσεως παροχής εργασίας που ανέλαβαν. Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652 παρ. 1, 281 και 361 Α.Κ., 1, 3, 7,8 του ν. 2112/1920 και 5 παρ.3 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι ο εργοδότης έχει το διευθυντικό δικαίωμα να ρυθμίζει τα θέματα, τα οποία ανάγονται στην οργάνωση και τη λειτουργία της επιχειρήσεώς του προς επιτυχία των σκοπών της, δεν μπορεί όμως να μεταβάλει μονομερώς, με βλάβη, άμεση ή έμμεση, ηθική ή υλική, του εργαζομένου, τους όρους της εργασιακής σχέσεως, εκτός αν έχει τέτοιο δικαίωμα από τον νόμο ή τη σύμβαση, το οποίο όμως υπόκειται στους από το άρθρο 281 ΑΚ περιορισμούς. Στην περίπτωση, μονομερούς και άνευ δικαιώματος βλαπτικής για τον εργαζόμενο μεταβολής της εργασιακής σχέσεως, αυτός έχει, εκτός άλλων, και το δικαίωμα να αξιώσει την τήρηση των όρων της συμβάσεως και την εξακολούθηση αυτής με τους προ της μεταβολής όρους. Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 27 παρ. 9 εδ. στ` του Οργανισμού .... (αναιρεσίβλητης), ο οποίος εγκρίθηκε με την 226698/1980/6-3-1973 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και κυρώθηκε με το ν.δ. 213/1973 και επομένως έχει ισχύ νόμου, τους προϊσταμένους των γραφείων του καταστήματος της αναιρεσίβλητης ορίζει ο διευθυντής αυτού, ο οποίος κατανέμει και το λοιπό προσωπικό στα γραφεία. Παρέχεται δηλαδή στην αναιρεσίβλητη το δικαίωμα να μεταβάλει, μονομερώς, δια του εν λόγω οργάνου της, τους όρους της εργασιακής συμβάσεως των σε αυτή απασχολουμένων, είτε ευνοϊκώς γι` αυτούς και δη δια της τοποθετήσεως σε θέση προϊσταμένου υπαλλήλου μη κατέχοντος προηγουμένως τοιαύτη, είτε και δυσμενώς δια της αφαιρέσεως τοιαύτης θέσεως και της κατανομής του σε άλλη θέση του γραφείου. Η διάταξη όμως αυτή κατά το μέρος που εμπεριέχει και δικαίωμα της αναιρεσίβλητης να μεταβάλει μονομερώς και δυσμενώς τους όρους της εργασιακής συμβάσεως υπαλλήλου της για μόνο τον λόγο της εγκυμοσύνης και μητρότητας αυτής, είναι ανίσχυρη, ως αντίθετη προς την προεκτεθείσα υπερνομοθετικής ισχύος αρχή. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή εξέθεσε ότι υπηρετούσε, ούσα υπάλληλος της αναιρεσίβλητης ..... , ως προϊσταμένη του γραφείου χρηματοδοτήσεων ως και ότι η θέση αυτή της αφαιρέθηκε, αρχικά προσωρινώς και στη συνέχεια οριστικώς, δια της τοποθετήσεώς της, μετά τον τοκετό της, ως απλής υπαλλήλου γραφείου, από το αρμόδιο όργανο της εργοδότιδός της, αποκλειστικώς και μόνον λόγω της εγκυμοσύνης και του τοκετού της και ζήτησε κατά το αχθέν ενώπιον αυτού (Εφετείου) μέρος της, την αναγνώριση της ακυρότητας της εισάγουσας διάκριση λόγω φύλου μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της εργασιακής της σχέσεως, και την επιδίκαση χρηματικής, λόγω ηθικής της βλάβης, ικανοποιήσεως, έκρινε ως μη νόμιμη και την απέρριψε, για το λόγο ότι η αναιρεσίβλητη νομίμως μετέβαλε τους όρους της εργασιακής συμβάσεως, κατά το σχετικό δικαίωμά της από την διάταξη του άρθρου 27 παρ.9 εδ. στ` του Οργανισμού της. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τους άνω ουσιαστικού δικαίου κανόνες, αφού η αμέσως προεκτεθείσα διάταξη είναι ανίσχυρη κατά το μέρος της που παρέχει και το εν λόγω δικαίωμα στην αναιρεσίβλητη, (δυσμενούς μεταβολής των όρων της εργασιακής συμβάσεως για μόνο το λόγο εγκυμοσύνης ή τοκετού της υπαλλήλου), όπως βάσιμα υποστηρίζεται με τους πρώτο και δεύτερο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγους αναιρέσεως.

Πρέπει μετά ταύτα ν` αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6975/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.