Έτος
2007
Νόμος / διάταξη που αφορά
Άρθρο 4 παρ. 2 Ν. 1414/84
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Σύζυγοι – γονείς / επίδομα γάμου και τέκνων

 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1` Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διευθυντή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Πειραιά, στο οποίο συγχωνεύτηκε το ΝΠΔΔ "Επικουρικό Κεφάλαιο Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου". Εκπροσωπήθηκε από τον Αντώνη Παπαγεωργίου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) ... και 2) ... , που παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χαρίκλεια Κάτσικα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-1-1995 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 202/1995 του ίδιου Δικαστηρίου και 7039/2000 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-2-2001 αίτησή του και τον από 8-5-2001 πρόσθετο λόγο. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 19-9-2002 έκθεση του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αμελαδιώτη, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν ο λόγος του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναιρέσεως και ο λόγος του δικογράφου των προσθέτων. Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψή τους και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 22 παρ. 1 εδάφ. β΄ του Συντάγματος, που έχει εφαρμογή στους εργαζόμενους που απασχολούνται με σχέση ιδιωτικού δικαίου, όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1 στοιχ. α΄ της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 46/1975, 119 παρ. 2 της Συνθήκης ΕΟΚ, στην οποία προσχώρησε η Ελλάδα με την από 28.5.1979 Συνθήκη, που κυρώθηκε με το Ν. 945/1979, 1 της Οδηγίας 75/117 της 19.2.1975 του Συμβουλίου της ΕΟΚ και 4 παρ. 2 του Ν.1414/1984 συνάγεται, ότι στην έννοια της αμοιβής περιλαμβάνονται και τα παρεχόμενα στον εργαζόμενο οικογενειακά επιδόματα (γάμου και παιδιών), τα οποία οφείλονται λόγω της εργασιακής σχέσεως και αποτελούν μέρος του μισθού υπό την έννοια των άρθρων 648, 649, 653 και 655 του ΑΚ. Επομένως, ανεξάρτητα από το ενδοοικογενειακό ζήτημα, αν ο ένας και ποιός ή και οι δύο σύζυγοι οφείλουν να αντιμετωπίζουν τα βάρη του γάμου, την έναντι του εργοδότη απαίτηση για τα οικογενειακά επιδόματα έχουν στο ακέραιο και οι δύο, εφόσον εργάζονται, γιατί τα εν λόγω επιδόματα είναι μέρος της αμοιβής, που δικαιούνται βάσει της εργασιακής σχέσεως, και, συνεπώς, δεν συγχωρείται ως προς αυτά καμιά διάκριση για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Εξάλλου, η θεμελιώδης διάταξη του άρθρου 119 της Συνθήκης της Ρώμης, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη τυπική ισχύ, εφαρμόζεται στους μισθωτούς όχι μόνο του ιδιωτικού, αλλά και του δημόσιου τομέα, όπως δέχθηκε και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στις υποθέσεις με αριθμό 248/1983 και 58/1981.

Τέλος, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο κοινός νομοθέτης πρέπει να ρυθμίζει τις ουσιωδώς όμοιες σχέσεις και καταστάσεις κατά όμοιο τρόπο. Άνιση νομοθετική μεταχείριση των ουσιωδώς ομοίων είναι ανίσχυρη και ελέγχεται δικαστικώς. Με το άρθρο 4 παρ. 4 και 5 του Ν. 1414/1984 "εφαρμογή της ισότητας των φύλων στις εργασιακές σχέσεις και άλλες διατάξεις", που έχει εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 1 του νόμου αυτού στους εργαζόμενους με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και σε όσους ασκούν ελευθέρια επαγγέλματα, ορίσθηκε ότι δικαιούχος των επιδομάτων γάμου είναι η οικογένεια και των επιδομάτων παιδιών τα παιδιά και ότι τα επιδόματα γάμου και παιδιών, που καθιερώνονται για πρώτη φορά ή επαναρυθμίζονται, χορηγούνται στο εξής στο ακέραιο σε κάθε εργαζόμενο σύζυγο ή γονέα, ανεξαρτήτως φύλου. Με τη μεταβατικού, όμως, χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του ίδιου νόμου, η οποία καθορίζει τον δικαιούμενο να απαιτήσει την καταβολή των ως άνω επιδομάτων μέχρι την υλοποίηση της ρυθμίσεως του άρθρου 4, ορίσθηκε ότι, αν και οι δύο σύζυγοι γονείς εργάζονται, τα επιδόματα γάμου και παιδιών, τα οποία προβλέπονται κατά την έναρξη της ισχύος το νόμου αυτού (2.2.1984), καταβάλλονται σε εκείνον, που υποδεικνύεται με κοινή δήλωσή τους προς τον εργοδότη που επιλέγουν, ότι αν οι σύζυγοι ή γονείς δεν συμφωνούν ή αδυνατούν να υποβάλουν την παραπάνω κοινή δήλωση, ο κάθε εργοδότης καταβάλλει το 50% του προβλεπόμενου επιδόματος γάμου ή παιδιών στο σύζυγο ή γονέα, που απασχολεί, και ότι το επίδομα παιδιών καταβάλλεται ολόκληρο στον εργαζόμενο γονέα, εφόσον ο άλλος δεν εργάζεται ή εργάζεται και δεν παίρνει επίδομα ή δεν συνταξιοδοτείται ή δεν ζει ή έχει κηρυχθεί σε αφάνεια. Οι, μεταβατικού χαρακτήρα, ρυθμίσεις αυτές του άρθρου 13 παρ. 1 του Ν. 1414/1984 κατά το μέρος τους, με το οποίο θέτουν ειδικές προϋποθέσεις για την απόληψη στο ακέραιο των οικογενειακών επιδομάτων από κάθε εργαζόμενο σύζυγο ή γονέα, αντίκεινται στους αναφερόμενους στην αρχή, αυξημένης τυπικής ισχύος, κανόνες του ουσιαστικού δικαίου περί ίσης αμοιβής για παροχή εργασίας ίσης αξίας, αφού οι εργαζόμενοι, που δεν έχουν σύζυγο, εργαζόμενο ή συνταξιοδοτούμενο, δικαιούνται, σύμφωνα με το ίδιο άρθρο 13, χωρίς τη συνδρομή άλλης προϋποθέσεως στο ακέραιο τα επιδόματα αυτά, που αποτελούν μέρος της αμοιβής για την παροχή εργασίας κατά τα προεκτεθέντα (Ολ.ΑΠ. 15/1997,6/2001). Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι είναι δικηγόροι και προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Επικουρικό Ταμείο Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου", με σύμβαση έμμισθης εντολής παροχής δικηγορικών υπηρεσιών με πάγια μηνιαία αντιμισθία. Ακολουθούν το μισθολόγιο των δημοσίων πολιτικών υπαλλήλων, είναι ενταγμένοι στο 1ο μισθολογικό κλιμάκιο, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν. 1816/1988, είναι έγγαμοι, επιπλέον δε η δεύτερη από αυτούς είναι μητέρα δύο ανήλικων τέκνων, που έχουν γεννηθεί τα έτη 1984 και 1988 αντίστοιχα. Ενόψει των ανωτέρω, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχτηκε ότι οι αναιρεσείοντες δικαιούνται ολόκληρο το προβλεπόμενο από το άρθρο 11 του Ν. 1505/1984 επίδομα για το επίδικο χρονικό διάστημα (από 1-7-1993 έως 31-1-1995) και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχτεί την αγωγή για καταβολή του εν λόγω επιδόματος. Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 560 αριθ.1 του ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναιρέσεως από τις δικές του πράξεις ή από πράξεις προσώπων που ενεργούν στο όνομά του, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα κατωτέρω διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη από 21-1-1995, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, αγωγή τους κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου "Επικουρικό Ταμείο Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου (Ε.Τ.Ε.Μ.)", οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίστηκαν ότι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στη νομική υπηρεσία του εναγομένου, ως δικηγόροι με σχέση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, ο πρώτος από τις 28-8-1967 και η δεύτερη από τις 5-1-1988 και ότι είναι έγγαμοι, η δε δεύτερη με δύο ανήλικα τέκνα ηλικίας ένδεκα και επτά ετών αντιστοίχως, ζήτησαν δε ακολούθως την επιδίκαση του προβλεπόμενου από τις διατάξεις του Ν.1505/1984 οικογενειακού επιδόματος. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε την αγωγή με την υπ` αριθ. 202/1995 απόφασή του. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση το εναγόμενο Επικουρικό Ταμείο Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου (Ε.Τ.Ε.Μ.), κατά τη συζήτηση της οποίας εμφανίστηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που δίκασε ως Εφετείο, το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.) και δήλωσε ότι είναι καθολικός διάδοχος του Επικουρικού Ταμείου Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου (Ε.Τ.Ε.Μ.), η δε δίκη συνεχίστηκε από αυτό (Ι.Κ.Α.). Ακολούθως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι οι ενάγοντες δικαιούνται το οικογενειακό επίδομα για το επίδικο χρονικό διάστημα, και απέρριψε την έφεση. Επομένως, ο μοναδικός λόγος του δικογράφου των προσθέτων, από το άρθρο 560 παρ.1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 25 παρ. 1 και 2 του Ν. 2676/1999, διότι δέχτηκε ότι το αναιρεσείον Ι.Κ.Α. είναι καθολικός διάδοχος του αρχικά εναγομένου Επικουρικού Ταμείου Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου (Ε.Τ.Ε.Μ.), παρότι σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, στο Ι.Κ.Α. μεταβιβάστηκε μόνο ο κλάδος Σύνταξης, είναι απαράδεκτος, αφού οι προαναφερόμενες διατάξεις, με τις οποίες μεταβιβάστηκε πράγματι στο Ι.Κ.Α. μόνο ο κλάδος Σύνταξης του Ε.Τ.Ε.Μ., δεν ανάγονται στη δημόσια τάξη, και ο προαναφερόμενος λόγος δημιουργήθηκε από ενέργειες του αναιρεσείοντος Ι.Κ.Α. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27-2-2001 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ` αριθ. 7039/2000 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.