Ημερομηνία
28 / 09 / 1994
Νόμος / διάταξη που αφορά
Πρωτόκολλο 2 για το άρθρο 119 Συνθήκη ΕΟΚ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Άνδρες και γυναίκες εργαζόμενοι - Ίση αμοιβή - Σύστημα συνταξιοδότησης

 

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ της 28ης Σεπτεμβρίου 1994

Στην υπόθεση C-7/93,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Centrale Raad van Beroep προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ Bestuur van het Algemeen burgerlijk pensioenfondsκαι G. A. Beune,

η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ και της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, J. C. Moitinho de Almeida και D. A. O. Edward, προέδρους τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, R. Joliet, G. C. Rodriguez Iglesias, F. Grevisse (εισηγητή), M. Zuleeg και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs

γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κυρία υπάλληλος διοικήσεως,

λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

* ο εκκαλών της κύριας δίκης Bestuur van het Algemeen burgerlijk pensioenfonds, εκπροσωπούμενος από τους G. R. J. de Groot και L. A. D. Keus, δικηγόρους Χάγης,

* ο εφεσίβλητος της κύριας δίκης G. A. Beune, εκπροσωπούμενος από τους E. Lutjens και A. R. Bosman, δικηγόρους Ουτρέχτης,

* η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον A. Bos, νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών,

* η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον J. E. Collins, Assistant Treasury Solicitor, επικουρούμενο από τον N. Paines, barrister,

* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την K. Banks και τον M. B. J. Drijber, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας,

έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,

αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις που ανέπτυξε ο εκκαλών της κύριας δίκης, ο εφεσίβλητος της κύριας δίκης, η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπηθείσα από τον T. Heukels, βοηθό νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατά τη συνεδρίαση της 9ης Μαρτίου 1994,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 27ης Απριλίου 1994,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Σκεπτικό της απόφασης

1 Με αχρονολόγητη Διάταξη που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 12 Ιανουαρίου 1993, το Centrale Raad van Beroep υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, επτά προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160), και την ερμηνεία του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ.

2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του G. A. Beune και του Bestuur van het Algemeen burgerlijk pensioenfonds (στο εξής: ΑΒΡ), σχετικά με τον προσδιορισμό από τον ΑΒΡ του ποσού της συντάξεως δημοσίου υπαλλήλου του ενδιαφερομένου.

3 Από τη δικογραφία της κυρίας υποθέσεως προκύπτει ότι οι Ολλανδοί δημόσιοι υπάλληλοι υπάγονται στο γενικό σύστημα συνταξιοδοτήσεως που θεσπίστηκε με τον νόμο Algemene Ouderdomswet (ολλανδικός νόμος περί γενικού συστήματος συντάξεων γήρατος, στο εξής: AOW) και στο σύστημα συνταξιοδοτήσεως δημοσίων υπαλλήλων που διέπεται από τον νόμο Algemene Burgerlijke Pensioenwet (ολλανδικός νόμος περί συντάξεων δημοσίων υπαλλήλων, στο εξής: ABPW).

4 Ο νόμος AOW θεσπίζει γενικό σύστημα συντάξεων γήρατος υπέρ των κατοίκων Ολλανδίας καθώς επίσης των ατόμων που δεν είναι μεν κάτοικοι, πλην όμως υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος. Η σύνταξη (στο εξής: γενική σύνταξη) καθορίζεται από το 1965 βάσει του κατωτάτου ημερομισθίου που ισχύει στις Κάτω Χώρες, υπολογίζεται βάσει των περιόδων ασφαλίσεως που έχουν συμπληρωθεί και καταβάλλεται πλήρης σε όσους συμπληρώνουν πενήντα έτη ασφαλίσεως.

5 Για τον δημόσιο υπάλληλο που έχει συμπληρώσει τουλάχιστον σαράντα έτη υπηρεσίας ο ABPW προβλέπει σύνταξη (στο εξής: σύνταξη δημοσίου υπαλλήλου) ίση προς το 70 % του τελευταίου μισθού. Τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα είναι τα ίδια για τους άνδρες και για τις γυναίκες. Οι συντάξεις καταβάλλονται από τον ΑΒΡ που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και έχει συσταθεί με νόμο.

6 Πριν από την 1η Απριλίου 1985, ο AOW προέβλεπε υπέρ του εγγάμου άνδρα γενική σύνταξη για το ζεύγος, ίση προς το 100 % του κατωτάτου μισθού που ισχύει στις Κάτω Χώρες. Για τους αγάμους, άνδρες ή γυναίκες, προέβλεπε γενική σύνταξη ίση προς το 70 % του κατωτάτου μισθού. Η έγγαμη γυναίκα δεν είχε ίδιον δικαίωμα ίδιον δικαίωμα αποκτούσε μόνο στην περίπτωση θανάτου του συζύγου της.

7 Για να αποφεύγεται η σώρευση των δύο συντάξεων, της γενικής συντάξεως και της συντάξεως δημοσίου υπαλλήλου, ο ABPW προέβλεψε ότι το τμήμα της γενικής συντάξεως το οποίο δικαιούται ο δημόσιος υπάλληλος, όπως και κάθε κάτοικος Ολλανδίας, βάσει του AOW και που αντιστοιχεί στα δικαιώματα για τις περιόδους δημόσιας υπηρεσίας του ενδιαφερομένου, θα θεωρείται ως τμήμα της συντάξεως δημοσίου υπαλλήλου, θα "ενσωματώνεται δηλαδή" στη δεύτερη αυτή σύνταξη. Στην πράξη ο ABP αφαιρεί το ποσό της γενικής συντάξεως από τη σύνταξη δημοσίου υπαλλήλου που δικαιούται ο ενδιαφερόμενος. Δεδομένου ότι η σύνταξη δημοσίου υπαλλήλου υπολογίζεται βάσει περιόδου ασφαλίσεως σαράντα ετών, λαμβάνεται υπόψη, δηλαδή αφαιρείται, κατ' ανώτατον όριο ποσοστό 80 % της γενικής συντάξεως.

8 Για την έγγαμη γυναίκα δημόσιο υπάλληλο που δεν είχε ίδιο δικαίωμα γενικής συντάξεως, ο ΑΒΡW προέβλεπε, πριν από την 1η Απριλίου 1985, ότι το ποσό της γενικής συντάξεως που θα ενσωματώνεται στη σύνταξη δημοσίου υπαλλήλου θα υπολογίζεται σε σχέση με το ποσό της γενικής συντάξεως της άγαμης γυναίκας, δηλαδή κατ' ανώτατον όριο στο 80 % του 70 % του κατωτάτου μισθού.

9 Από 1ης Απριλίου 1985 η έγγαμη γυναίκα απέκτησε ίδιον δικαίωμα για γενική σύνταξη βάσει του AOW. Κατόπιν της τροποποιήσεως αυτής, αναθεωρήθηκε το σύστημα του ABPW. Από 1ης Απριλίου 1985 μέχρι 1ης Ιανουαρίου 1986 εφαρμόστηκε μεταβατικό σύστημα. Μετά τη δεύτερη αυτή ημερομηνία εφαρμόζεται το ακόλουθο οριστικό σύστημα:

* τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα δημοσίου υπαλλήλου που αφορούν περιόδους υπηρεσίας μετά την 1η Ιανουαρίου 1986 υπολογίζονται σύμφωνα με το καλούμενο σύστημα οριακό, το οποίο δεν αμφισβητείται ότι εφαρμόζεται κατά τον ίδιο τρόπο στους άνδρες και στις γυναίκες δημοσίους υπαλλήλους: συγκεκριμένα αφαιρείται το ίδιο ποσό γενικής συντάξεως από τη σύνταξη δημοσίου υπαλλήλου των εγγάμων ανδρών και γυναικών που δικαιολογούν τον ίδιο αριθμό ετών στη δημόσια υπηρεσία

* ως προς τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα για περιόδους υπηρεσίας πριν από την 1η Ιανουαρίου 1986 διατηρείται σε ισχύ το σύστημα που ίσχυε πριν από την 1η Απριλίου 1985 και για τις έγγαμες γυναίκες. Το ποσό της γενικής συντάξεως που ενσωματώνεται δηλαδή στη σύνταξη δημοσίου υπαλλήλου, όσον αφορά τα δικαιώματα για περιόδους υπηρεσίας προγενέστερες της 1ης Ιανουαρίου 1986, εξακολουθεί να καθορίζεται, στην περίπτωση της έγγαμης γυναίκας δημοσίου υπαλλήλου, σε σχέση προς το ποσό της συντάξεως της έγγαμης γυναίκας, δηλαδή στο 80 % κατ' ανώτατον όριο του 70 % του κατωτάτου μισθού και στην περίπτωση του εγγάμου άνδρα δημοσίου υπαλλήλου στο 80 % κατ' ανώτατον όριο του 100 % του κατωτάτου μισθού, δεδομένου ότι στην τελευταία αυτή περίπτωση ενσωματώνονται επίσης και τα δικαιώματα που έχει η σύζυγος βάσει του AOW.

10 Από τις εθνικές διατάξεις που διέπουν τη συνταξιοδότηση των Ολλανδών δημοσίων υπαλλήλων προκύπτει ότι, λόγω της εξομοιώσεως της έγγαμης γυναίκας προς την άγαμη, όσον αφορά τον υπολογισμό της γενικής συντάξεως η οποία ενσωματώνεται στη σύνταξη δημοσίου υπαλλήλου, η σύνταξη του εγγάμου άνδρα δημοσίου υπαλλήλου είναι καταρχήν χαμηλότερη από τη σύνταξη δημοσίου υπαλλήλου που λαμβάνει η έγγαμη γυναίκα, η οποία έχει φθάσει στον ίδιο βαθμό στη δημόσια υπηρεσία, όσον αφορά τα δικαιώματα για χρόνο υπηρεσίας που συμπληρώθηκε πριν από την 1η Ιανουαρίου 1986.

11 Στις 3 Φεβρουαρίου 1988, ο Beune συμπλήρωσε το 65ο έτος της ηλικίας του τότε ελάμβανε σύνταξη αναπηρίας που είχε υπολογιστεί εκ νέου σύμφωνα με τις διατάξεις του ABPW. Το στοιχείο όμως αυτό δεν επηρεάζει την απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα, δεδομένου ότι η σύνταξη αναπηρίας είχε υπολογιστεί εκ νέου ως σύνταξη λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου. Η Beune, που γεννήθηκε το 1922, είχε και αυτή δικαίωμα γενικής συντάξεως.

12 Με τον συνυπολογισμό των δικαιωμάτων για χρόνο υπηρεσίας προγενέστερο της 1ης Ιανουαρίου 1986, το ποσό της γενικής συντάξεως που ενσωματώθηκε στη σύνταξη δημοσίου υπαλλλου του Beune ανέρχεται σε 16 286,59 ολλανδικά φιορίνια (HFL) ετησίως, δηλαδή, κατά τη διατύπωση του Centrale Raad van Beroep, 40 x 2 % του διπλασίου της συντάξεως που λαμβάνει ο έγγαμος βάσει του AOW. Στην περίπτωση όμως της γυναίκας δημοσίου υπαλλήλου που θα είχε τον ίδιο αριθμό ετών υπηρεσίας στο Δημόσιο με τον Beune, στη σύνταξη δημοσίου υπαλλήλου θα ενσωματωνόταν ετησίως μόνον το 80 % της γενικής συντάξεως που λαμβάνει ο άγαμος βάσει του AOW, δηλαδή 11 300 HFL.

13 Ο Beune υπέβαλε ένσταση στον ΑΒΡ και υποστήριξε ότι το σύστημα που προβλέπει ο ABPW είναι ευνοϊκότερο για τις έγγαμες γυναίκες απ' αυτό που διέπει τους έγγαμους άνδρες, για τις περιόδους υπηρεσίας που συμπληρώθηκαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 1986. Ισχυρίστηκε δε ότι η δυσμενής αυτή διάκριση προσκρούει στην οδηγία 79/7.

14 Η διαφορά έφθασε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δέχθηκε την προσφυγή του Beune. Ο ΑΒΡ άσκησε έφεση ενώπιον του Centrale Raad van Beroep που ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

"1) Εμπίπτει στον όρο νομοθετική ρύθμιση σχετικά με σύνταξη γήρατος κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ μια νομοθετική ρύθμιση περί συντάξεων που αφορά (κυρίως) δημοσίους υπαλλήλους, όπως αυτή που περιέχεται στον ΑΒΡW (Algemene Burgerlijke Pensioenwet * Ολλανδικός νόμος περί συντάξεων δημοσίων υπαλλήλων);

2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, σημαίνει η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως του άρθρου 4, παράγραφος 1, της προαναφερθείσας οδηγίας ότι αντίκειται προς αυτή μια ρύθμιση περί σωρεύσεως της γενικής συντάξεως (ΑΟW * Algemene Ouderdomswet * ολλανδικός νόμος περί γενικού συστήματος συντάξεων γήρατος) και της συντάξεως δημοσίου υπαλλήλου η οποία κάνει διάκριση μεταξύ (συνταξιούχων) εγγάμων ανδρών και (συνταξιούχων) εγγάμων γυναικών υπαλλήλων;

3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στα ερωτήματα 1 και 2, και σε περίπτωση που δεν υφίσταται εθνική ρύθμιση για την εξάλειψη της κατά τα ανωτέρω άνισης μεταχειρίσεως, μπορεί ο έγγαμος πρώην υπάλληλος, να θεμελιώσει στις διατάξεις της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ απαίτηση κατά την οποία, όσον αφορά το δικαίωμά του για σύνταξη δημοσίου υπαλλήλου, πρέπει να τύχει της ιδίας μεταχειρίσεως όπως η ευρισκομένη κατά τα λοιπά στην ίδια κατάσταση έγγαμη υπάλληλος;

4) Συνεπάγεται η εφαρμογή της ίσης μεταχειρίσεως, όπως αναφέρεται στο ερώτημα 3, ότι η επίδικη εν προκειμένω ανισότητα που υφίσταται στα δικαιώματα συντάξεως μεταξύ εγγάμων ανδρών και εγγάμων γυναικών δημοσίων υπαλλήλων καταργήθηκε από τις 23 Δεκεμβρίου 1984, ακόμη και όσον αφορά τα δικαιώματα συντάξεως που στηρίζονται σε περιόδους (δηλαδή χρόνο υπηρεσίας του ενδιαφερομένου ως υπαλλήλου) πριν από την ημερομηνία αυτή;

'Εχει επίσης σημασία εν προκειμένω ένα στοιχείο το οποίο δεν εξετάστηκε στις αποφάσεις επί της υποθέσεως της 11ης Ιουλίου 1991, C-87/90, C-88/90 και C-89/90, Verholen κ.λπ., της υποθέσεως της 8ης Μαρτίου 1988, 80/87, Dik κ.λπ., και της υποθέσεως της 24ης Ιουνίου 1987, 384/85, Borrie Clarke, ότι δηλαδή στο συνταξιοδοτικό σύστημα κατά τον ΑΒΡW η χρηματοδότηση πραγματοποιείται με πόρους που προέρχονται από κεφαλαιουχική κάλυψη;

Αν το Δικαστήριο απαντήσει αρνητικά στο ερώτημα 1, το Centrale Raad van Beroep ζητεί από το Δικαστήριο να μη λάβει υπόψη τα ερωτήματα 2 μέχρι 4, αλλά ν' απαντήσει στα ακόλουθα ερωτήματα:

5) Εμπίπτει στην έννοια της αμοιβής κατά το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ η σύνταξη γήρατος (κυρίως) δημοσίων υπαλλήλων όπως αυτή που προβλέπεται από τον ολλανδικό ΑΒΡW;

6) Αν στο ερώτημα 5 δοθεί καταφατική απάντηση και επομένως πρέπει να ληφθεί ως βάση ότι η διαφορετική ως προς τους εγγάμους και τις έγγαμες (πρώην) δημοσίους υπαλλήλους ρύθμιση της σωρεύσεως της γενικής συντάξεως (ΑΟW) και της συντάξεως δημοσίου υπαλλήλου αντίκειται προς την αρχή της ίσης αμοιβής ανδρών και γυναικών εργαζομένων, που διατυπώνεται στην εν λόγω διάταξη της Συνθήκης, μπορεί τότε ο έγγαμος δημόσιος υπάλληλος, επικαλούμενος την αρχή αυτή, να ζητήσει να τύχει της ίδιας μεταχειρίσεως όπως ακριβώς και η έγγαμη δημόσιος υπάλληλος, όσον αφορά τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα;

7) Υφίστανται στο κοινοτικό δίκαιο κριτήρια βάσει των οποίων, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στα ερωτήματα 5 και 6, θα μπορούσαν να περιοριστούν οι συνέπειες από την παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, τόσον ως προς το χρονικό σημείο από του οποίου μπορεί να προβληθεί αξίωση για ίση μεταχείριση όσον και ως προς τις περιόδους στις οποίες στηρίζεται το δικαίωμα συντάξεως;

'Εχει σημασία για την απάντηση στο ερώτημα αυτό το ότι η χρηματοδότηση του επιδίκου συστήματος συνταξιοδοτήσεως γίνεται διά κεφαλαιουχικής καλύψεως (kapitaaldekking);"

15 Με τα ερωτήματα αυτά ζητείται στην ουσία να προσδιοριστεί:

* αν ένα συνταξιοδοτικό σύστημα όπως αυτό που διέπεται από τον ABPW εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7 ή του άρθρου 119 της Συνθήκης

* αν μια εθνική νομοθεσία όπως ο νόμος ABPW, προβλέπουσα διαφορετικό κανόνα για τους έγγαμους άνδρες και για τις έγγαμες γυναίκες όσον αφορά τον υπολογισμό του ποσού της συντάξεως δημοσίου υπαλλήλου, προσκρούει στις σχετικές κοινοτικές διατάξεις και αν οι συνταξιούχοι άνδρες δημόσιοι υπάλληλοι μπορούν να επικαλεστούν τις κοινοτικές αυτές διατάξεις για να επιτύχουν την ίδια μεταχείριση όπως και οι γυναίκες συνταξιούχοι δημόσιοι υπάλληλοι

* σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, αν είναι δυνατός ο διαχρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων της παρούσας απόφασης.

Επί του πρώτου και του πέμπτου ερωτήματος

16 Ο Beune υποστηρίζει ότι το σύστημα συνταξιοδοτήσεως που θεσπίζει ο ABPW εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7. Κατά την άποψή του, οι άνδρες συνταξιούχοι δημόσιοι υπάλληλοι υφίστανται δυσμενή διάκριση που προσκρούει στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως του άρθρου 4 της οδηγίας. Οι έγγαμοι άνδρες μπορούν να επικαλεστούν απευθείας το άρθρο αυτό και να τύχουν της μεταχειρίσεως που έχουν οι έγγαμες γυναίκες. 'Ενα κράτος μέλος δεν μπορεί να διατηρήσει μετά την προθεσμία για τη μεταφορά της οδηγίας 79/7 στο εσωτερικό δίκαιο, δηλαδή μετά τις 23 Δεκεμβρίου 1984, την άνιση μεταχείριση που οφείλεται στο γεγονός ότι οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη γένεση του δικαιώματος παροχής είναι προγενέστερες της ημερομηνίας αυτής. Ο Beune υπογραμμίζει ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1991, C-87/90, C-88/90 και C-89/90, Verholen κ.λπ. (Συλλογή 1991, σ. Ι-3757), το γεγονός ότι το επίδικο σύστημα χρηματοδοτείται δια κεφαλαιοποιήσεως, πράγμα που ο ίδιος αμφισβητεί, δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικό συμπέρασμα.

17 Ο ABP και η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζουν με τις γραπτές παρατηρήσεις τους ότι το σύστημα συνταξιοδοτήσεως που θεσπίζει ο ABPW δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7, αλλά της οδηγίας 86/378/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986, για την εφαρμογή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως (ΕΕ 1986, L 225, σ. 40). Προβάλλουν δε ότι το σύστημα αυτό εφαρμόζεται σε μια κατηγορία εργαζομένων, δεν μπορεί να τροποποιηθεί παρά μόνο με τη συναίνεση των εκπροσώπων του προσωπικού και εξασφαλίζει παροχές συμπληρωματικές της γενικής συντάξεως.

18 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι οι παροχές που καταβάλλονται στους δημοσίους υπαλλήλους βάσει του ABPW πρέπει να θεωρηθούν ως αμοιβή κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης. Η άποψή τους είναι ότι, μετά την απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Μαΐου 1990, C-262/88, Barber (Συλλογή 1990, σ. Ι-1889), το γεγονός ότι το σύστημα συνταξιοδοτήσεως καθορίζεται από τον νόμο δεν αποκλείει τον χαρακτηρισμό αυτόν.

19 Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7, η οδηγία αυτή εφαρμόζεται στα εκ του νόμου συστήματα που εξασφαλίζουν προστασία, μεταξύ άλλων, κατά του γήρατος.

20 Κατά το άρθρο 119, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, ως "αμοιβή" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται "οι συνήθεις βασικοί ή ελάχιστοι μισθοί ή αποδοχές και τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας".

21 'Οπως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο (βλ. απόφαση της 13ης Μαΐου 1986, 170/84, Bilka, Συλλογή 1986, σ. 1607 απόφαση Barber, προπαρατεθείσα, σκέψη 12 απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1993, C-109/91, Ten Oever, Συλλογή 1993, σ. Ι-4879, σκέψη 8), το γεγονός ότι ορισμένες παροχές καταβάλλονται μετά τη λήξη της σχέσεως εργασίας δεν αποκλείει ότι μπορούν να έχουν χαρακτήρα αμοιβής κατά την έννοια του άρθρου 119.

22 Για να κριθεί αν ένα σύστημα συνταξιοδοτήσεως όπως αυτό που θεσπίζει ο ABPW εμπίπτει στην οδηγία 79/7 ή στο άρθρο 119 πρέπει να εξεταστεί, όπως έπραξε εξάλλου ο γενικός εισαγγελέας στην παράγραφο 22 των προτάσεών του, η σχετική αξία των κριτηρίων που έχει δεχθεί το Δικαστήριο με τη νομολογία του.

23 Στις διάφορες υποθέσεις που εκδίκασε, το Δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα κριτήρια: την επίδραση του νόμου στον προσδιορισμό του συστήματος συνταξιοδοτήσεως, τη συμφωνία μεταξύ εργοδοτών και εκπροσώπων των εργαζομένων, τον συμπληρωματικό χαρακτήρα των πλεονεκτημάτων που χορηγούνται στους εργαζομένους σε σχέση με τις παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως, τους τρόπους χρηματοδοτήσεως του συστήματος συνταξιοδοτήσεως, το κατά πόσον εφαρμόζεται αυτό σε γενικές κατηγορίες εργαζομένων και τέλος τη σχέση μεταξύ της παροχής και της εργασίας του εργαζομένου.

24 Η διαπίστωση ότι το σύστημα συνταξιοδοτήσεως καθορίζεται απευθείας από τον νόμο αποτελεί χωρίς αμφιβολία ισχυρή ένδειξη για το ότι οι παροχές που χορηγούνται στο πλαίσιό του είναι παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία (αποφάσεις της 25ης Μαΐου 1971, 80/70, Defrenne, Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 816, σκέψεις 7 και 8, και, τελευταία, Ten Oever, προπαρατεθείσα, σκέψη 9), παρόλον ότι πλεονεκτήματα που έχουν εν μέρει τον χαρακτήρα παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως δεν είναι καταρχήν άσχετα προς την έννοια της αμοιβής, δεν είναι πάντως δυνατόν να περιληφθούν στην έννοια αυτή, όπως την οριοθετεί το άρθρο 119, τα συστήματα ή οι παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως λόγου χάρη οι συντάξεις λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου που ρυθμίζονται απευθείας από τον νόμο χωρίς κανένα στοιχείο διαβουλεύσεως στο πλαίσιο της επιχειρήσεως ή του συγκεκριμένου επαγγελματικού κλάδου και που έχουν υποχρεωτική εφαρμογή σε γενικές κατηγορίες εργαζομένων. Πράγματι τα συστήματα αυτά διασφαλίζουν στους εργαζομένους το ευεργέτημα ενός εκ του νόμου συστήματος, στη χρηματοδότηση του οποίου συμβάλλουν οι εργαζόμενοι, οι εργοδότες και ενδεχομένως οι δημόσιες αρχές σε βαθμό που είναι συνάρτηση όχι τόσον της σχέσεως εργασίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου όσο λόγων κοινωνικής πολιτικής.

25 Ας σημειωθεί συναφώς ότι ένα σύστημα όπως αυτό που θεσπίζει ο AOW εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7 (βλ. ιδίως απόφαση Verholen κ.λπ., προπαρατεθείσα).

26 Πάντως, το γεγονός ότι ένα σύστημα όπως του ABPW καθορίζεται απευθείας από τον νόμο δεν αρκεί για να το αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119. 'Ηδη με την απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, 43/75, Defrenne II (Συλλογή 1976, σ. 177, σκέψη 21), το Δικαστήριο τόνισε ότι μεταξύ των αμέσων διακρίσεων που μπορούν να διαπιστωθούν με τη βοήθεια μόνο των κριτηρίων που παρέχει το άρθρο 119 πρέπει να περιληφθούν ιδίως εκείνες που πηγάζουν από διατάξεις νομοθετικού χαρακτήρα.

27 Η προπαρατεθείσα απόφαση Barber επιβεβαίωσε την ερμηνεία αυτή. Το Δικαστήριο τόνισε μεταξύ άλλων (σκέψη 16) ότι η αποζημίωση απολύσεως καταβαλλόμενη από τον εργοδότη δεν παύει να αποτελεί αμοιβή κατά την έννοια του άρθρου 119, απλώς και μόνο διότι δεν πηγάζει από σύμβαση εργασίας, αλλά προβλέπεται από τον νόμο ή διότι καταβάλλεται οικειοθελώς.

28 Πράγματι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση Defrenne II, προπαρατεθείσα (σκέψη 12), η αρχή της ισότητας των αμοιβών αποτελεί ένα από τα θεμέλια της Κοινότητας. Επομένως, η έννοια και το περιεχόμενό της δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστούν βάσει ενός τυπικού κριτηρίου που εξαρτάται και αυτό από τους κανόνες και τις πρακτικές που ισχύουν στα κράτη μέλη. Η ανάγκη της ομοιόμορφης εφαρμογής της Συνθήκης σε ολόκληρη την Κοινότητα επιβάλλει να ερμηνεύεται το άρθρο 119 αυτοτελώς χωρίς να εξαρτάται από τέτοιους κανόνες ή πρακτικές.

29 Ειδικότερα, η δυνατότητα επικλήσεως του άρθρου 119 ενώπιον εθνικού δικαστηρίου δεν μπορεί να εξαρτάται από το αν η άνιση μεταχείριση όσον αφορά την αμοιβή, που υποστηρίζει ότι υφίσταται ο εργαζόμενος, πηγάζει από νομοθετική ή από κανονιστική διάταξη ή ακόμη και από συλλογική συμφωνία.

30 Για τον λόγο αυτό, προκειμένου να χαρακτηρίσει ένα σύστημα συνταξιοδοτήσεως, το Δικαστήριο δεν περιορίστηκε στην τυπική διαπίστωση της επιδράσεως του νόμου. 'Εχει μάλιστα προτιμήσει, αντί του κριτηρίου της νομικής βάσεως του συστήματος, το κριτήριο του συμβατικού χαρακτήρα του. Συγκεκριμένα με την απόφαση της 13ης Μαΐου 1986, Bilka, προπαρατεθείσα (σκέψεις 20 έως 22), το Δικαστήριο έκρινε ότι ένα σύστημα συνταξιοδοτήσεως που πηγάζει από συμφωνία μεταξύ του εργοδότη και των εκπροσώπων του προσωπικού και έχει ως αποτέλεσμα να συμπληρώνει τις κοινωνικοασφαλιστικές παροχές, που οφείλονται δυνάμει της γενικής ισχύος εθνικής νομοθεσίας, με παροχές των οποίων η χρηματοδότηση βαρύνει αποκλειστικά τον εργοδότη, έστω και αν έχει θεσπιστεί σύμφωνα με τον νόμο, δεν είναι σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, οι δε παροχές των οποίων προβλέπει τη χορήγηση αποτελούν πλεονέκτημα που παρέχει ο εργοδότης στον εργαζόμενο λόγω της σχέσεως εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 119, δεύτερο εδάφιο. Με την απόφαση Barber, προπαρατεθείσα (σκέψεις 25 και 27), το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι τα συμβατικώς οργανωμένα ιδιωτικά συνταξιοδοτικά συστήματα, που πηγάζουν είτε από συμφωνία μεταξύ των κοινωνικών εταίρων είτε από μονομερή απόφαση του εργοδότη και των οποίων η χρηματοδότηση εξασφαλίζεται εξ ολοκλήρου από τον εργοδότη ή συγχρόνως από τον εργοδότη και τους εργαζομένους, χωρίς πάντως σε καμιά περίπτωση να μετέχουν οι δημόσιες αρχές, ανήκουν στα πλεονεκτήματα που προσφέρει ο εργοδότης στους εργαζομένους. Ακόμη και αν οι εισφορές που καταβάλλονται στα συστήματα αυτά και οι παροχές που αυτά εξασφαλίζουν υποκαθιστούν εν μέρει αυτές του γενικού εκ του νόμου συστήματος, το γεγονός αυτό δεν μπορεί να αποκλείσει την εφαρμογή του άρθρου 119.

31 Την ερμηνεία αυτή επιβεβαίωσε το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση Ten Oever (σκέψεις 10 και 11). 'Ενα συνταξιοδοτικό σύστημα που έχει θεσπιστεί κατόπιν διαβουλεύσεων μεταξύ των κοινωνικών εταίρων και χρηματοδοτείται αποκλειστικά από τους εργαζομένους και τους εργοδότες του οικείου κλάδου, αποκλειομένης κάθε οικονομικής παρεμβάσεως του Δημοσίου, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 ακόμα και στην περίπτωση όπου οι δημόσιες αρχές, κατόπιν αιτήματος των ενδιαφερομένων εργοδοτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων, κήρυξαν το σύστημα υποχρεωτικό για το σύνολο του επαγγελματικού κλάδου.

32 Διαβούλευση, πάντως, μεταξύ εργοδοτών και εκπροσώπων των εργαζομένων, κατά την έννοια της νομολογίας αυτής, είναι εκείνη που καταλήγει σε τυπική συμφωνία. Πράγματι, στα περισσότερα κράτη μέλη συνηθίζονται, ακόμη και στη δημόσια υπηρεσία, διάφορες διαβουλεύσεις μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων υπό ποικίλες μορφές που δεσμεύουν τα μέρη * άλλες περισσότερο, άλλες λιγότερο * χωρίς ωστόσο να καταλήγουν οπωσδήποτε σε πραγματικές συμβάσεις.

33 Εν προκειμένω, το στοιχείο που επικαλείται η Ολλανδική Κυβέρνηση, ότι δηλαδή οι αντιπροσωπευτικές οργανώσεις του προσωπικού της δημοσίας διοικήσεως συμμετέχουν στη διαχείριση του συστήματος και ζητείται η γνώμη τους πριν από την τροποποίησή του, δεν επιτρέπει να υπερισχύει το κριτήριο που δέχθηκε το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση Ten Oever. Πράγματι, η διαβούλευση αυτή δεν καταλήγει στη σύναψη υπό στενή έννοια συμφωνίας ρυθμίζουσας τον τρόπο λειτουργίας του συστήματος, η οποία και θα δέσμευε τις δημόσιες αρχές και τον νομοθέτη. Ούτε προκύπτει εξάλλου από τη δικογραφία που διαβιβάστηκε στο Δικαστήριο ότι κατά την τροποποίηση του ABPW το 1985 και το 1986 ο νομοθέτης δεσμευόταν τυπικά από προηγούμενη συμφωνία μεταξύ των κοινωνικών εταίρων της δημόσιας υπηρεσίας ή ότι παρενέβη μόνο για να προσδώσει στη συμφωνία αυτή δεσμευτικό χαρακτήρα έναντι του συνόλου της δημόσιας υπηρεσίας.

34 Αναφερόμενη σε ένα άλλο κριτήριο που έχει λάβει υπόψη του το Δικαστήριο, η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι η σύνταξη δημοσίου υπαλλήλου που χορηγεί ο ABP έχει συμπληρωματικό χαρακτήρα έναντι της γενικής συντάξεως.

35 Ο Beune απέκρουσε τον ισχυρισμό αυτό τουλάχιστον όσον αφορά τη φύση της συντάξεως δημοσίου υπαλλήλου πριν από την αναθεώρηση του ABPW το 1986.

36 Συγκεκριμένα, το σύστημα του ABPW ήταν αρχικά βασικό σύστημα ασφαλίσεως γήρατος για τους δημοσίους υπαλλήλους. 'Οταν θεσπίστηκε η γενική σύνταξη που χορηγεί ο AOW, που είναι γενικό βασικό σύστημα ασφαλίσεως γήρατος, εισήχθη διάταξη με σκοπό την αποφυγή της σωρεύσεως της συντάξεως δημοσίου υπαλλήλου, το ύψος της οποίας κρίθηκε ικανοποιητικό, και της γενικής συντάξεως. Το τμήμα της γενικής συντάξεως που αντιστοιχεί σε δικαιώματα για περιόδους δημόσιας υπηρεσίας συγχωνεύεται κατά συνέπεια με τη σύνταξη του δημοσίου υπαλλήλου, ενώ με τα δικαιώματα γενικής συντάξεως που απέκτησε ο υπάλληλος βάσει περιόδων ασφαλίσεως εκτός της δημοσίας υπηρεσίας δεν συγχωνεύονται, αλλά διατηρούνται πλήρως υπέρ του συνταξιούχου.

37 Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από την απόφαση Barber (σκέψη 27), η εφαρμογή του άρθρου 119 δεν εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι πρέπει να πρόκειται για σύνταξη συμπληρωματική έναντι της παροχής που χορηγείται από το εκ του νόμου σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως. Οι παροχές που καταβάλλονται από επαγγελματικό σύστημα και υποκαθιστούν εν μέρει ή εν όλω τις παροχές που καταβάλλει το εκ του νόμου σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως είναι δυνατόν να εμπίπτουν στο άρθρο 119.

38 Εξάλλου, ούτε το κριτήριο του τρόπου χρηματοδοτήσεως και διαχειρίσεως ενός συνταξιοδοτικού συστήματος, όπως είναι το σύστημα του ABPW, επιτρέπει να κριθεί αν το συγκεκριμένο σύστημα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119.

39 Χωρίς αμφιβολία, ένα ταμείο συνταξιοδοτήσεως όπως το ολλανδικό χρηματοδοτείται σχεδόν εξ ολοκλήρου από τις εισφορές που καταβάλλουν οι διάφοροι εργοδότες του δημοσίου τομέα και τις κρατήσεις από τις αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργεί αυτοτελώς με κανόνες παρόμοιους με αυτούς που διέπουν τα επαγγελματικά ταμεία συνταξιοδοτήσεως. Τα χαρακτηριστικά όμως αυτά δεν το διακρίνουν ουσιαστικά από ορισμένα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7 και, στο πλαίσιο νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων που καθορίζουν τα των εισφορών και των παροχών είναι επίσης δυνατόν να χρηματοδοτούνται με εισφορές των εργοδοτών και των μισθωτών και να διοικούνται ισομερώς από τους κοινωνικούς εταίρους.

40 Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις απαντήσεις της Ολλανδικής Κυβερνήσεως και του ΑΒΡ σε ερώτηση του Δικαστηρίου και αντίθετα προς το επίδικο στην προαναφερθείσα (σκέψη 31 ανωτέρω) υπόθεση Ten Oever σύστημα, ο ΑΒΡ μπορεί κατ' εξαίρεση να χρηματοδοτηθεί από τον κρατικό ολλανδικό προϋπολογισμό αν δεν μπορεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον ABPW. Εξάλλου, το Δημόσιο επιστρέφει στον ΑΒΡ τα πρόσθετα έξοδα που κατέβαλε αυτός για την κατάργηση των διακρίσεων μεταξύ χήρων και χηρών. Επομένως, το σύστημα δεν χρηματοδοτείται αποκλειστικά από τους εργοδότες του δημοσίου τομέα και τους εργαζομένους.

41 Η Ολλανδική Κυβέρνηση επισημαίνει επίσης με τις γραπτές παρατηρήσεις της ότι το συνταξιοδοτικό σύστημα που θεσπίστηκε με τον ABPW πρέπει να θεωρηθεί, όπως και τα άλλα συστήματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 86/378, ως σύστημα που αφορά συγκεκριμένο επαγγελματικό κλάδο, πράγμα που σημαίνει, όσον αφορά τον κατά το κοινοτικό δίκαιο χαρακτηρισμό ενός συνταξιοδοτικού συστήματος όπως το σύστημα του ABPW, ότι οι Ολλανδοί δημόσιοι υπάλληλοι δεν μπορούν να θεωρηθούν ως "γενική κατηγορία εργαζομένων" κατά την έννοια της νομολογίας Defrenne I (βλ. σκέψη 24 ανωτέρω).

42 Ο όρος "γενικές κατηγορίες εργαζομένων", καίτοι δεν διευκρινίστηκε από το Δικαστήριο μετά την έκδοση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Defrenne I, δύσκολα μπορεί να εφαρμοστεί σε μια ιδιαίτερη κατηγορία εργαζομένων όπως είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι που δεν διακρίνονται από τους εργαζομένους μιας επιχειρήσεως ή ενός ομίλου επιχειρήσεων, ενός οικονομικού ή επαγγελματικού ή διεπαγγελματικού κλάδου, παρά μόνο λόγω των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών που εμφανίζει η σχέση εργασίας με το κράτος, με άλλους οργανισμούς ή εργοδότες του δημόσιου τομέα.

43 Απ' όλα τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι αποφασιστικό κριτήριο εν προκειμένω αποτελεί μόνον η διαπίστωση ότι η σύνταξη καταβάλλεται στον εργαζόμενο λόγω της σχέσεως εργασίας μεταξύ αυτού και του πρώην εργοδότη του, δηλαδή το κριτήριο της σχέσεως εργασίας που συνάγεται από την ίδια τη διατύπωση του άρθρου 119.

44 Βεβαίως, όπως έκρινε το Δικαστήριο ήδη με την απόφαση Defrenne Ι, το κριτήριο της σχέσεως εργασίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποκλειστικό. Συγκεκριμένα, για τη γένεση και τον καθορισμό των δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων, οι συντάξεις που καταβάλλουν τα εκ του νόμου συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως μπορούν να λαμβάνουν υπόψη εν όλω ή εν μέρει τις αποδοχές που ελάμβανε ο εργαζόμενος όσο καιρό τελούσε εν ενεργεία. Εντούτοις, οι συντάξεις αυτές δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119.

45 Πάντως, θεωρήσεις περί κοινωνικής πολιτικής, οργανώσεως του κράτους, ηθικής, ή προβληματισμοί αφορώντες τον προϋπολογισμό προβληματισμοί που επηρέασαν ίσως τον νομοθέτη στον καθορισμό ενός συστήματος όπως το επίδικο, δεν ασκούν επιρροή αν η σύνταξη αφορά μόνο μια ιδιαίτερη κατηγορία εργαζομένων, αν τελεί σε άμεση συνάρτηση με τον χρόνο υπηρεσίας και αν το ύψος της υπολογίζεται βάσει του τελευταίου μισθού του υπαλλήλου. Στην περίπτωση αυτή, η σύνταξη την οποία καταβάλλει ο εργοδότης του δημοσίου τομέα είναι παρόμοια με αυτή που καταβάλλει ο εργοδότης του ιδιωτικού τομέα στους πρώην μισθωτούς του.

46 Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι ένα συνταξιοδοτικό σύστημα της δημοσίας υπηρεσίας, όπως το επίδικο στην κύρια δίκη, που κατά τα ουσιώδη είναι συνάρτηση της θέσεως την οποία κατείχε ο ενδιαφερόμενος, συνδέεται με την αμοιβή την οποία αυτός ελάμβανε και εμπίπτει στο άρθρο 119.

47 Επομένως, στο πρώτο και στο πέμπτο ερώτημα αρμόζει η απάντηση ότι μια σύνταξη όπως αυτή που χορηγείται δυνάμει του ABPW εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119.

Επί του δευτέρου, του τρίτου και του τετάρτου ερωτήματος

48 Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως στο πρώτο και στο πέμπτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στα τρία αυτά ερωτήματα.

Επί του έκτου ερωτήματος

49 Με το ερώτημα αυτό το εθνικό δικαστήριο ερωτά μήπως το άρθρο 119 εμποδίζει την εφαρμογή νομοθεσίας όπως ο ABPW, όσον αφορά τον κανόνα βάσει του οποίου υπολογίζεται το ποσό της συντάξεως δημοσίου υπαλλήλου του έγγαμου άνδρα.

50 Επ' αυτού αρκεί να σημειωθεί ότι το άρθρο 119 απαγορεύει κάθε διάκριση ως προς τις αμοιβές μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων, όποιος και αν είναι ο μηχανισμός που καθορίζει την ανισότητα αυτή (απόφαση Barber, προπαρατεθείσα, σκέψη 32).

51 Από τη δικογραφία της κύριας υποθέσεως που συνοψίζεται στη σκέψη 10 ανωτέρω προκύπτει ότι η επίδικη νομοθεσία εισάγει άμεση διάκριση εις βάρος των ανδρών. 'Οπως παρατηρεί η Επιτροπή, το γεγονός ότι το συγκεκριμένο σύστημα αντιμετωπίζει δυσμενώς μόνο τους έγγαμους άνδρες και όχι τους άγαμους, δεν μεταβάλλει αυτό το συμπέρασμα.

52 Κατά νομολογία, πάγια πλέον μετά την προπαρατεθείσα απόφαση Defrenne II, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επικαλεστούν άμεσα την αρχή της ισότητας των αμοιβών του άρθρου 119 ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Το Δικαστήριο έχει τονίσει εξάλλου ότι η απαγόρευση των διακρίσεων μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων έχει γενική ισχύ και επιβάλλεται όχι μόνο έναντι της δημοσίας εξουσίας, αλλά καλύπτει και όλες τις συμβάσεις που ρυθμίζουν συλλογικώς την έμμισθη εργασία (απόφαση της 27ης Ιουνίου 1990, C-33/89, Kowalska, Συλλογή 1990, σ. Ι-2591, σκέψη 12).

53 Κατά συνέπεια, εν προκειμένω, οι έγγαμοι άνδρες που υφίστανται τη διάκριση πρέπει να έχουν την ίδια μεταχείριση και να διέπονται από το ίδιο σύστημα με τις έγγαμες γυναίκες, σύστημα το οποίο, ελλείψει ορθής εφαρμογής του άρθρου 119 στο εσωτερικό δίκαιο, παραμένει το μόνο έγκυρο σύστημα αναφοράς (βλ. ιδίως αποφάσεις Barber, σκέψη 39, Kowalska, σκέψη 19, προπαρατεθείσες, και απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1991, C-184/89, Nimz, Συλλογή 1991, σ. Ι-297, σκέψη 18, και, όσον αφορά τη διάκριση εις βάρος των ανδρών κατά τον υπολογισμό μιας συντάξεως κοινωνικής ασφαλίσεως λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου, βλ. απόφαση της 1ης Ιουλίου 1993, C-154/92, Van Cant, Συλλογή 1993, σ. Ι-3811, σκέψεις 20 και 21).

54 Επομένως, στο έκτο ερώτημα αρμόζει η απάντηση ότι το άρθρο 119 αντίκειται σε νομοθεσία όπως ο ABPW, η οποία, όσον αφορά τα δικαιώματα για περιόδους υπηρεσίας προγενέστερες της 1ης Ιανουαρίου 1986, προβλέπει κανόνα υπολογισμού του ποσού της συντάξεως δημοσίου υπαλλήλου διαφορετικό για τους έγγαμους άνδρες πρώην δημοσίους υπαλλήλους από αυτόν που εφαρμόζεται στις έγγαμες γυναίκες πρώην δημοσίους υπαλλήλους και ότι οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επικαλεστούν το άρθρο αυτό απευθείας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Οι έγγαμοι άνδρες που υφίστανται τη διάκριση πρέπει να έχουν την ίδια μεταχείριση και να διέπονται από το ίδιο σύστημα όπως και οι έγγαμες γυναίκες.

Επί του εβδόμου ερωτήματος

55 Το εθνικό δικαστήριο ερωτά επίσης αν είναι δυνατόν να περιοριστούν διαχρονικώς τα αποτελέσματα της παρούσας αποφάσεως.

56 Το πρωτόκολλο 2 σχετικά με το άρθρο 119 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που προσαρτάται στην εν λόγω Συνθήκη, ορίζει ότι "για την εφαρμογή του άρθρου 119 της Συνθήκης οι δυνάμει επαγγελματικού συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων παροχές δεν θεωρούνται ως αποδοχές εφόσον αντιστοιχούν σε περιόδους απασχολήσεως πριν από τις 17 Μαΐου 1990, με εξαίρεση τους εργαζομένους ή τους έλκοντες δικαιώματα οι οποίοι, πριν από αυτή την ημερομηνία είχαν ασκήσει δικαστική προσφυγή ή καταθέσει αντίστοιχη ένσταση σύμφωνα με το ισχύον εθνικό δίκαιο". Κατά το άρθρο 239 της Συνθήκης, το πρωτόκολλο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτής.

57 Από την απάντηση στο πρώτο και στο πέμπτο ερώτημα και κυρίως από τη σκέψη 42 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι η σύνταξη που χορηγεί ο ABPW πρέπει να θεωρηθεί ως παροχή δυνάμει επαγγελματικού συστήματος κατά την έννοια του προαναφερθέντος πρωτοκόλλου. Η παροχή αυτή ρυθμίζεται μεν από τον νόμο, πλην όμως εξασφαλίζει πράγματι στον υπάλληλο προστασία κατά του κινδύνου του γήρατος και αποτελεί πλεονέκτημα που καταβάλλει ο εργοδότης του δημοσίου τομέα στον εργαζόμενο λόγω της εργασίας του, παρόμοιο με αυτό που καταβάλλει ο ιδιώτης εργοδότης στα πλαίσια επαγγελματικού συστήματος.

58 Εξάλλου, οι επίδικες στην κύρια δίκη παροχές αφορούν περιόδους απασχολήσεως προγενέστερες της 17ης Μαΐου 1990. Συγκεκριμένα, οι διατάξεις που εισάγουν διακρίσεις είναι αυτές που προσδιορίζουν τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα για περιόδους υπηρεσίας που συμπληρώθηκαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 1986.

59 Επομένως, το προαναφερθέν πρωτόκολλο, λόγω της γενικής του διατυπώσεως, καλύπτει τις παροχές που χορηγούνται στο πλαίσιο συστήματος όπως το επίδικο.

60 Ωστόσο η διαπίστωση αυτή περιλαμβάνει μια επιφύλαξη. Αφορά τις παροχές, που είναι εξάλλου και οι μόνες τις οποίες μνημονεύει το πρωτόκολλο 2, και όχι το δικαίωμα υπαγωγής σε κάποιο επαγγελματικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως.

61 Πράγματι, είναι εμφανής η σχέση του πρωτοκόλλου με την προπαρατεθείσα απόφαση Barber, δεδομένου ότι αυτό αναφέρεται στην ίδια ημερομηνία της 17ης Μαΐου 1990. Η απόφαση αυτή καταδικάζει τη διάκριση μεταξύ ανδρών και γυναικών που οφείλεται στη διαφορετική αναλόγως του φύλου ηλικία, η οποία απαιτείται ως προϋπόθεση για τη χορήγηση συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου, σε περιπτώσεις απολύσεως για οικονομικούς λόγους. Αποκλίνουσες απόψεις διατυπώθηκαν για την ερμηνεία της αποφάσεως Barber, η οποία περιορίζει χρονικώς την ισχύ της ερμηνείας που δίνει στο άρθρο 119 της Συνθήκης, με αφετηρία την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως αυτής, δηλαδή τη 17η Μαΐου 1990. Οι αποκλίνουσες αυτές απόψεις παραμερίστηκαν με την προπαρατεθείσα απόφαση Ten Oever που εκδόθηκε πριν από τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση. Το πρωτόκολλο 2 δέχθηκε κατά τα ουσιώδη την ίδια ερμηνεία της αποφάσεως Barber με την απόφαση Ten Oever, επεκτείνοντάς την μάλιστα στο σύνολο των παροχών που καταβάλλονται από τα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως και ενσωματώνοντάς την στη Συνθήκη, πλην όμως, όπως και η απόφαση Barber, ούτε εξέτασε ούτε επομένως ρύθμισε τους όρους υπαγωγής στα επαγγελματικά αυτά συστήματα.

62 'Ετσι, η προπαρατεθείσα απόφαση Bilka εξακολουθεί να ρυθμίζει τα της εν λόγω υπαγωγής και κρίνει ότι συντρέχει παράβαση του άρθρου 119 της Συνθήκης οσάκις μια επιχείρηση, χωρίς αντικειμενική δικαιολογία, άσχετη με οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου, καθιερώνει διαφορετική μεταχείριση μεταξύ ανδρών και γυναικών αποκλείοντας μια κατηγορία υπαλλήλων από ένα επαγγελματικό σύστημα συνταξιοδοτήσεως. Σημειωτέον ότι η απόφαση Bilka δεν περιορίζει χρονικώς την ισχύ της ερμηνείας που δίνει στο άρθρο 119 της Συνθήκης.

63 Η Ολλανδική Κυβέρνηση πάντως, για να αντικρούσει την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου στις παροχές που καταβάλλει ο ABPW βάσει περιόδων απασχολήσεως που συμπληρώθηκαν πριν από τις 17 Μαΐου 1990, υποστηρίζει ότι ένα συνταξιοδοτικό σύστημα όπως αυτό που θεσπίζει ο ABPW εμπίπτει στην οδηγία 86/378. Η εν λόγω Κυβέρνηση επικαλείται την αρχή της ασφάλειας δικαίου που διατυπώνει το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας, το οποίο επιτρέπει τη διατήρηση σε ισχύ μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1993 των ήδη ισχυουσών διατάξεων των επαγγελματικών συστημάτων που αντιβαίνουν στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.

64 Ακόμη και αν υποτεθεί ότι έχει εφαρμογή η οδηγία 86/378, αρκεί να σημειωθεί ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1993, C-110/91, Moroni (Συλλογή 1993, σ. Ι-6591, σκέψη 24), σχετικά με το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας, οσάκις μια δυσμενής διάκριση που απορρέει από τον καθορισμό διαφορετικής ηλικίας συνταξιοδοτήσεως αναλόγως του φύλου όσον αφορά τις επαγγελματικές συντάξεις μπορεί να αποδειχθεί με γνώμονα τα στοιχεία που συνιστούν την αμοιβή και τα κριτήρια του άρθρου 119, παρέλκει η εξέταση του ζητήματος των αποτελεσμάτων της οδηγίας αυτής.

65 Η ίδια ερμηνεία επιβάλλεται και για τη διάταξη του άρθρου 8, παράγραφος 2, που δεν μπορεί να περιορίσει την έκταση εφαρμογής του άρθρου 119 όσον αφορά τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα για περιόδους υπαγωγής προγενέστερες της αναθεωρήσεως του επιδίκου συστήματος.

66 Αφού το πρωτόκολλο το σχετικό με το άρθρο 119 εφαρμόζεται σε συστήματα όπως το σύστημα που διέπεται από τον ABPW και αφού μια σύνταξη δημοσίου υπαλλήλου όπως η επίδικη στην κύρια δίκη καθορίζεται με τρόπο που δεν εισάγει διακρίσεις όσον αφορά τα δικαιώματα για περιόδους υπηρεσίας που συμπληρώθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 1986, το άρθρο 119, όπως ορίζει ρητά το εν λόγω πρωτόκολλο, μπορούν να επικαλεστούν βασίμως, προκειμένου να αξιώσουν ίση μεταχείριση στο πλαίσιο του συστήματος αυτού, μόνον οι δημόσιοι υπάλληλοι που μπορούν να λάβουν σύνταξη βάσει του ABPW ή οι εξ αυτών έλκοντες δικαιώματα, οι οποίοι άσκησαν ένδικη προσφυγή ή υπέβαλαν αντίστοιχη ένσταση πριν από τις 17 Μαΐου 1990, όσον αφορά τα δικαιώματα για περιόδους υπηρεσίας που συμπλήρωσαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 1986.

67 Οι εν λόγω ενδιαφερόμενοι δεν μπορούν όμως να επικαλεστούν το άρθρο 119 όσον αφορά τα δικαιώματα για περιόδους υπηρεσίας που συμπληρώθηκαν πριν από τις 8 Απριλίου 1976, δεδομένου ότι τότε μόνον, με την έκδοση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Defrenne II, έκρινε το Δικαστήριο ότι χωρεί απευθείας επίκληση του άρθρου 119, πλην όμως μόνο για μέλλουσες περιόδους απασχολήσεως.

68 Κατά συνέπεια, στο έβδομο ερώτημα αρμόζει η απάντηση ότι, δυνάμει του πρωτοκόλλου 2 σχετικά με το άρθρο 119, το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 119 μπορούν να επικαλεστούν, προκειμένου να αξιώσουν ίση μεταχείριση όσον αφορά την καταβολή παροχών οφειλομένων από συνταξιοδοτικό σύστημα όπως το σύστημα του ABPW και στηριζομένων σε περιόδους απασχολήσεως που συμπληρώθηκαν μεταξύ της 8ης Απριλίου 1976 και της 17ης Μαΐου 1990, μόνον οι δημόσιοι υπάλληλοι ή οι εξ αυτών έλκοντες δικαιώματα που άσκησαν ένδικη προσφυγή ή υπέβαλαν αντίστοιχη ένσταση πριν από την εν λόγω ημερομηνία.

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα

Επί των δικαστικών εξόδων

69 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ολλανδική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

Διατακτικό

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Centrale Raad van Beroepμε αχρονολόγητη Διάταξη που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 12 Ιανουαρίου 1993, αποφαίνεται:

1) Μια σύνταξη όπως αυτή που καταβάλλεται δυνάμει του Algemene Burgerlijke Pensioenwet (ABPW) εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης.

2) Το άρθρο 119 αντίκειται σε νομοθεσία όπως ο ABPW, η οποία, όσον αφορά τα δικαιώματα για περιόδους υπηρεσίας προγενέστερες της 1ης Ιανουαρίου 1986, προβλέπει κανόνα υπολογισμού του ποσού της συντάξεως δημοσίου υπαλλήλου διαφορετικό για τους έγγαμους άνδρες πρώην δημοσίους υπαλλήλους από αυτόν που εφαρμόζεται στις έγγαμες γυναίκες πρώην δημοσίους υπαλλήλους και ότι οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επικαλεστούν το άρθρο αυτό απευθείας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Οι έγγαμοι άνδρες που υφίστανται τη διάκριση πρέπει να έχουν την ίδια μεταχείριση και να διέπονται από το ίδιο σύστημα όπως και οι έγγαμες γυναίκες.

3) Δυνάμει του πρωτοκόλλου 2 σχετικά με το άρθρο 119, το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 119 μπορούν να επικαλεστούν, προκειμένου να αξιώσουν ίση μεταχείριση όσον αφορά την καταβολή παροχών οφειλομένων από συνταξιοδοτικό σύστημα όπως το σύστημα του ABPW και στηριζομένων σε περιόδους απασχολήσεως που συμπληρώθηκαν μεταξύ της 8ης Απριλίου 1976 και της 17ης Μαΐου 1990, μόνον οι δημόσιοι υπάλληλοι ή οι εξ αυτών έλκοντες δικαιώματα που άσκησαν ένδικη προσφυγή ή υπέβαλαν αντίστοιχη ένσταση πριν από την εν λόγω ημερομηνία.