Έτος
1990
Νόμος / διάταξη που αφορά
Άρθρο 6 παρ. 1 περ. β' εδάφιο τελευταίο ΚΠΣΣ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Διαζευγμένες θυγατέρες

 

Συνταξιοδότηση διαζευγμένων θυγατέρων λόγω θανάτου ασφαλισμένου. Αντίθεση προς την ισότητα των δύο φύλων. Μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου του άρθρου 116 παρ.1 του Συντάγματος οι σχετικές αντίθετες διατάξεις παύουν να ισχύουν, αφού δεν συντρέχουν αποχρώντες λόγοι.

Προεδρεύων: Χ.Φατούρος, σύμβουλος. Εισηγητής: Π.Ζ. Φλώρος, σύμβουλος. 2.Επειδή, δια της αιτήσεως αυτής ζητείται παραδεκτώς η αναίρεσις της 13697/1987 απόφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, δια της οποίας έγινε δεκτή προσφυγή της αναιρεσιβλήτου και ηκυρώθη η 10/25.2.1986 απόφασις του διοικητικού συμβουλίου του αναιρεσείοντος Ταμείου, υπεχρεώθη δε το Ταμείον να χορηγήσει εις την αναιρεσίβλητον σύνταξιν υπό την ιδιότητα αυτής ως διαζευγμένης θυγατρός του αποβιώντος συνταξιούχου του Ταμείου Γεωργίου Κοντοπούλου. 3. Επεδή, εις την παρ.1 του άρθ.8 του Καταστατικού του αναιρεσείοντος Ταμείου (21545/6.13/7/1927 απόφασις του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας - ΦΕΚ Παράρτημα 174) ως αυτή αντικατεστάθη δια της 75358/Σ 543/12 - 18/9 - 1967 αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ 571 τ. Β`) ωρίζετο ότι δικαίωμα εις σύνταξιν έχουν "Εν περιπτώσει λύσεως του γάμου διαζυγίω αποκλειστική υπαιτιότητι του συζύγου, το δικαίωμα απολαβής της συντάξεως ανακτάται υπό της θυγατρός μετ`απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου, υπό την προϋπόθεσιν ότι η περί διαζυγίου αγωγή ησκήθη εντός ενός έτους από της τελέσεως του γάμου και εφ`όσον αυτή στερείται αξιολόγου περιουσίας. γ) Τα νόμιμα, νομιποιηθέντα ή υιοθετημένα τέκνα του μετά δεκαετή συντάξιμον υπηρεσίαν αποβιώσαντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου ιδίω δικαίω εξ ιδίας υπηρεσίας παρά τη Τραπέζη εάν τα μεν θηλέα είναι άγαμα και μέχρι της δια γάμου αποκαταστάσεως των,ως τοιούτου νοουμένω και κατά το αλλοδαπόν δίκαιον τελουμένου, τα δε άρρενα δεν έχουσι μεν συμπληρώσει το 21ον έτος της ηλικίας των και είναι άγαμα ή έχουσι μεν συμπληρώσει τούτο, ουχί δε και το 25ον έτος της ηλικίας των, άγαμα όντα εξακολουθούσι τακτικώς τας σπουδάς αυτών εις ανεγνωρισμένας υπό του Κράτους Σχολάς της αλλοδαπής, ή ανεξαρτήτως ηλικίας είναι οριστικώς και εξ ολοκλήρου ανίκανα δι`οιανδήποτε εργασίαν κατά την ημέραν της συμπληρώσεως του 21ου έτους της ηλικίας των και στερούνται επαρκών πόρων προς ιδίαν αυτών συντήρησιν ή αξιολόγου περιουσίας". Περαιτέρω, το άρθρον 8 παρ.1 του ν.38 της 28/29ης Απριλίου 1975 (83) ώρισεν ότι συντάξεως τέκνου λόγω θανάτουθ δικαιούται παά των Οργανισμών Κοινωνικών Ασφαλίσεων και διαζευχθείσα υπαιτιότητι του συζύγου ή κοινή υπαιτιότητι θυγατήρ αποβιώσαντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, ως και εκείνη δι`ην η περί διαζυγίου δίκη διεκόπη βιαίως συνεπεία θανατου του ανδρός. Η επακολουθήσασα απόφασις του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών 132/3/44/802 από 23ης, Μαρτίου /10ης Απριλιίου 1978 (Β`318), η οποία εξεδόθη επί τη βάσει του άρθρου 5 του ν.2868/1922, αντικατέστησε την προπαρατεθείσαν διάταξιν του άρθρου 8 του Καταστατικού του αιτούντος Ταμείου και ώρισε μεταξύ άλλων και ότι εν περιπτώσει λύσεως του γάμου διαζυγίω υπαιτιότητι του συζύγου ή κοινή υπαιτιότητι, το δικαίωμα απολαβής της συντάξεως απονέμεται ή ανακτάται υπό της θυγατρός μετ`απόφασιν του διοικητικού συμβουλίου, υπό την προυπόθεσιν ότι η διάζευξις αφορά εις την λύσιν του πρώτου γάμου και εφ`όσον αυτή, κατά την κρίσιν του διοικητικού συμβουλίου, στερείται προστασίας ή αξιολόγου περιουσίας, την έννοιαντης οποίας προσδιορίζει η παρ.2 του άρθρου 18 του αυτού Καταστατικού η οποία προσετέθη δια της αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών 44/3/4771/73 από 8ης Απριλίου/2ας Μαϊου 1974 (Β` 458). Πλην, δια του άρθρου 19 του ν. 997/1979 (287) ωρίσθη εις την παρ.1 ότι η κατά τας διατάξεις της νομοθεσίας των ασφαλιστικών οργανισμών αρμοδιότητας Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, πλην του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων και του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, προβλεπόμενη σύνταξις των αγάμων τέκνων θανόντων ησφαλισμένων ή συνταξιούχων διακόπτεται από της συμπληρώσεως του 18ου έτους της ηλικίας των, ή, εν περιπτώσει συνεχίσεως των σπουδών των, από της συμπληρώσεως του 24ου έτους της ηλικίας των. Τα ανωτέρω όρια ηλικίας δεν ισχύουν προκειμένου περί τέκνων ανικάνων προς πάσαν βιοποριστικήν εργασίαν, εφ`όσον η ανικανότις επήλθε προ της συμπληρώσεως των ορίων τούτων ηλικίας. Εις την παρ.2 ότι ειδικώς δια τας αγάμους ή διαζευγμένας θυγατέρας η σύνταξις επαναχορηγήται ή, συντρέχουσης περιπτώσεως, το πρώτον χορηγείται μετά την συμπλήρωσιν του 55ου έτους ηλικίας των και εφ`όσον δεν εργάζονται ή δεν λαμβάνουν σύνταξιν εξ ετέρας πηγής. Το όριον τούτο προσαυξάνεται εις το 60ον έτος από 1ης Ιανουαρίου 1982 και εις το 65ον από 1ης Ιανουαρίου 1985 και εις την παρ.3 ότι πάσα αντίθετος διάταξις καταργήται από 1ης Ιανουαρίου 1980. Σημειωτέον ότι η διάταξις αυτή αντικατεστάθη δια του άρθρου 51 του ν.1140/1981, τροποποιηθείσα επί των αδελφών των θανόντων ησφαλισμένων και συνταξιούχων, η δε παρ.2 διεμορφώθει δια του ρηθέντος άρθρου 51 τουν.1140/1981 ως εξής: Ειδικώς δια τας αγάμους ή διαζευγμένας θυγατέρας ή αδελφάς η σύνταξις επαναχορηγείται ή, συντρέχουσης περιπτώσεως, το πρώτον χορηγείται μετά την συμπλήρωσιν του 55ου έτους ηλικίας των και εφ`όσον δεν λαμβάνουν εξ εργασίας ή συντάξεως εξ ετέρας πηγής ποσόν μεγαλύτερον του κατωτάτου οριου συντάξεως το οποίον χορηγείται δια την κατηγορίαν τους από τον οικείον ασφαλιστικό Οργανισμόν. Το όριον τούτο προσαυξάνεται εις το 60ον έτος από 1ης Ιανουαρίου 1982 και εις το 65ον από 1ης Ιανουαρίου 1985. Αι διατάξεις αύται αποσκοπούσαι εις την εννιαίαν ρύθμισιν του θέματος της συνταξιοδοτήσεως των τέκνων και αδελφών των θανόντων ησφαλισμένων και συνταξιούχων των οργανισμών κοινωνικών ασφαλίσεων των τελούντων υπό την εποπτείαν του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών (ήδη Κοινωνικών Ασφαλίσεων), πλην του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων και του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, των οποίων η νομοθεσία περιλαμβάνει ομοίας διατάξεις, συνεπήγοντο την κατάργησιν των προϋφισταμένων διατάξεων περί συνταξιοδοτήσεως των διαζευγμένων θυγατέρων και συνεπώς αι προβλέπουσαι την απονομήν συντάξεως εις τας διαζευγμένας θυγατέρας διατάξεις τόσον του άρθρου 8 παρ.1 του ν.38/1975 όσον και αι διατάξεις της νομοθεσίας η οποία διείπε το αιτούν Ταμείον το οποίον είχεν υπαχθεί δια του άρθρου 36 παρ.7 του ν.δ. 1/1968 εις την εποπτείαν του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών (ήδη Κοινωνικών Ασφαλίσεων) καταργήθηκαν (`Ολ.Σ.Ε. 4628/88). 4. Επειδή, ακολούθως το άρθρον 24 του ν. 1276 της 24/24ης Αυγούστου 1982 (100), το οποίον ισχύει από 1ης Σεπτεμβρίου 1982 κατά το άρθρον 25 αυτού, προέβλεψαν ότι αι διατάξεις του άρθρου 19 του ν.997/1978, ως ετροποποιηθηκαν δια του άρθρου 51 του ν. 1140/1981, δεν εφαρμόζονται επί των ασφαλιστικών οργανισμών οι οποίοι διέπονται υπό ιδίων καταστατικών διατάξεων, αι οποίαι ισχύον προ της μεταβολής τούτων και ότι επαναφέρονται εν ισχύϊ αι καταστατικαί αύται διατάξεις. Ως συνάγεται εκ της εισηγητικής εκθέσεως της σχετικής τροπολογίας και των συζητήσεων εις την Βουλή (πρακτικά Ι Συνεδριάσεως της 28ης Ιουλίου 1982, σελ.313), σκοπός της διατάξεως ταύτης ήτο η από 1ης Σεπτεμβρίου 1982 επαναφορά εν ισχυϊ των διατάξεων των διεπουσών τους διαφόρους οργανισμούς κοινωνικών ασφαλίσεων, αι οποίαι περιείχον ευμενεστέρας ρυθμίσεις ως προς την συνταξιοδότησιν των τλεκνων και αι οποίαι είχον καταργηθή δια του ν. 997/1979, ως ετροποποιήθει, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και αι ευμενεστέραι διατάξεις περί συνταξιοδοτήσεως των διαζευγμένων θυγατέρων, ως είναι, ως προς το αιτού Ταμείον, αι διατάξεις της υπουργικής αποφάσεως Β2/3/44/804 από 23ης Μαρτίου /10ης Απριλίου 1978. 5.Επειδή, η παροχή υπό του Καταστατικού του αιτούντος Ταμείου, μετά την τροποποίησιν αυτού κατά το έτος 1978, ειδικώς εις τας διαζευγμένας θυγατέρας του δικαιώματος προς λήψιν συντάξεως λόγω του θανάτου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου πατρός των αποτελεί παρέκλισιν από της αρχής ότι τα τέκνα των θανόντων ησφαλισμένων ή συνταξιούχων πρέπει να μην έχουν συνάψει γάμον δια να δικαιούται συντάξεως λόγω του θανάτου του γονέως των, η παρέκκλισις δ`αυτή στηρίζεται επί του κριτηρίου του φύλου χωρίς να υπάρχουν αποχρώντες λόγοι κατά την έννοιαν του άρθρου 116 παρ.2 του Συντάγματος, οι οποίοι να την καθιστούν θεμιτήν. Συνεπώς, η διάταξις αύτη του Καταστατικού του αιτούντος Ταμείου, η οποία επαναφέρθει εν ισχύϊ δια του άρθρου 24 του ν.1276/1982 μετά την ενδιάεσο κατάργηση αυτής, είναι εν παση περιπτώσι ανίσχυρος όταν ο θάνατος του ησφαλισμένου ή του συνταξιούχου επήλθε μετά την λήξιν της μεταβατικής περιόδου της παρ.1 του άρθρου 116 του Συντάγματος (ΣΕ `Ολ. 4698/1988). 6.Επειδή, εν προκειμένω εκ προκειμένω εκ της προσβαλομένηςκι αποφάσεως και εν όψει και των εις την προσφυγήν της αναιρεσιβλήτου εκτιθεμένων προκλυπτουν τα εξής : Η αναιρεσίβλητος, γεννηθείσα το έτος 1929, θυγατής του εν έτει 1969 αποβιώσαντος συνταξιούχου του αναιρεσείοντος Ταμείου Γεωργίου Κοντοπούλου, της οποίας ο γάμος είχε λυθεί δια διαζυγίου κοινή υπαιτιότητι το έτος 1962, εζήτησε δια της από 6.5.1985 αιτήσεως της προς την ιδιότητα της ως διαζευγμένης θυγατρός, πλην το αίτημα της απερρίφθη δια των 142/1985 και 10/1986 αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου του Ταμείου με την αιτιολογία ότι δεν στερείται αξιόλογου περιουσίας. Προσφυγή της αναιρεσιβλήτου ενώπιον του δικάσαντος διοικητικού πρωτοδικείου εγένετο δεκτή δια της προσβαλλομένης αποφάσεως με την αιτιολογίαν ότι, εν όψει των ανωτέρω διατάξεων του άρθ.8 παρ.1 περιπτ. γ` του Καταστατικού του αναιρεσείοντος Ταμείου (132/3/44/802/23 - 3/10.4.1978 απόφασις Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών) και του γεγονότος ότι, κατά την κρίσιν του Δικαστηρίου, αύτη στερείται αξιολόγου περιουσίας, δικαιούται συντάξεως ως διαζευγμένη θυγάτηρ. 7. Επειδή, κατά τα βεβαιούμενα εις την αναιρεσιβαλλομένην απόφασιν του αναιρεσιβλήτου ελύθη κοινή υπαιτιότητι κατά το έτος 1962 ο δε πατήρ της απεβίωσε το έτος 1969, ως εκ τούτου δε αύτη δεν ηδύνατο να θεμελιώσει συνταξιοδοτικόν δικαίωμα ως διαζευγμένη θυγάτηρ κατά τας προπαρατεθείσας διατάξεις του Κανονισμού του αναιρεσείοντος Ταμείου τας ισχύουσας δυνάμει της ρηθείσης 75358/Σ. 543?12.18/9 - 1967 (571 τ.Β`)αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας, δοθέντος ότι αύται παρείχον τοιούτον δικαίωμα εν περιπτώσει λύσεως του γάμου "αποκλειστική υπαιτιότητι του συζύγου". Εξ άλλου, αι εφαρμοσθείσαι υπό του δικάσαντος διοικητικού πρωτοδικείου διατάξεως του άρθρου 8 παρ.1 περιπτ.γ` του Κανονισμού του Ταμείου, θεσπισθείσαι δυνάμει της προπαρατεθείσης 132/3/44/802/23 - 3/10.4.1978 αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών (318 τ. Β`), δεν είναι, όσον αφορά εις τη ρύθμισιν του συνταξιοδοτικού δικαιώματος των διαζευγμένων κοινή υπαιτιότητι θυγατέρων, ισχυραί, ως παραβιάζουσι τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.2 και 116 του ισχύοντος Συντάγματος κατά τα εις προηγουμένην σκέψιν εκτεθέντα. Δια τον λόγον συνεπώς αυτόν, αυτεπαγγέλτως ερευνώμενον (βλ. Ολ. Σ.Ε. 4698/88), η προσβαλλομένη απόφασις είναι αναιρετέα, η δε υπόθεσις δέον να παρεπεμφθεί εις το δικάσαν Δικαστήριο, δια να ερευνηθεί υπ`αυτού μήπως η αναιρεσίβλητος, ασχέτως του χρόνου υποβολής της σχετικής αιτήσεως της, είχε πάντως θεμελιώσει συνταξιοδοτικόν δικαίωμα βάσει ετέρων, ισχυσασών προ του Συντάγματος του 1975 διατάξεων (ως ενδεχομένως επί τη βάσει του άρθρου 8 παρ.1 του ν. 38/1975,ο οποίος, εφ`όσον χρόνον ίσχυσε, μέχρι της καταργήσεως του δια του ν.997/1979, είχε γενικήν εφαρμογήν). 8. Επειδή, κατά ταύτα, η υπό κρίσιν αίτησις πρέπει να γίνει δεκτή.