Έτος
1991
Νόμος / διάταξη που αφορά
Ν.Δ. 95/1973
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Χήροι - χήρες

 

Απαγόρευση διαφοροποίησης δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων των πολι- τών βάσει του φύλου. Παροχή ίσων δυνατοτήτων. Αποκλίσεις γίνονται ανεκτές μόνον όταν δικαιολογούνται αποχρώντως, πάντοτε όμως εντός των ορίων. - Επιστροφή εισφορών λόγω μη καταβολής παροχών. Πλεονεκτική θέση χήρας έναντι χήρου, αντισυνταγματική (ν.δ.95/1973 άρθρο 7 παρ. 3, όπως αντικατ. από το άρθρο 4 του ν. 253/1976). Δεν δύναται όμως η αντισυντγματικότητα αυτή να οδηγήσει στην επέκταση της διατάξεως και στους χήρους, επεμβαίνοντας έτσι στο έργο του νομοθέτη. - Αναιρείται η 2867/1987 ΤΔΠρΑθηνών.

ΣτΕ 200/1991 (Τμ. Α`) Πρόεδρος: ΔΗΜ. ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ Εισηγητής: Λ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ Δικηγόρος: Ιωάν. Κότσιρας Επειδή. το άρθρον 8 του ν.δ. 95/1973 "περί τροποποιήσεως της κειμένης νομοθεσίας περί των Ταμείων Αρωγής Δημοσίων Υπαλλήλων` (189 Α`), αι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται και επί του αναιρεσιβλήτου Ταμείου, συμφώνως προς το άρθρον 1 παρ. 1 εδαφ. δ` αυτού, ορίζει, εις μεν την παρ. 1, ως αύτη ετροποποιήθη δια του άρθρου 5 παρ. 1 του ν. 253/1976 (16 Α`), ότι: "Εν περιπτώσει θανάτου συνταξιούχου ή ησφαλισμένου, έχοντος συμπληρώσει δεκαετή τουλάχιστον συντάξιμον υπηρεσίαν ή εν περιπτώσει θανάτου αυτών συνεπεία τραύματος ή νοσήματος προελθόντος προδήλως και αναμφισβητήτως εξ αιτίας της υπηρεσίας, ανεξαρτήτως δε χρόνου ασφαλίσεως του θανόντος, δικαιούνται συντάξεως τα κατά την επομένην παράγραφον μέλη της οικογενείας αυτού", εις δε την παρ. 2 ότι: "ως μέλη οικογενείας δικαιούμενα συντάξεως νοούνται: α) Η εν χηρεία τελούσα σύζυγος και β) τα άγαμα τέκνα...". Εξ ετέρου, το άρθρον 7 του αυτού ως άνω νόμου, όπως είχεν αντικαταοταθεί μεατο άρθρον 4 του ν. 253/1976 (φ. 16Α), ορίζει ότι: "1. Ησφαλισμένοι των Ταμείων Αρωγής εξερχόμενοι της υπηρεσίας, δι` οιονδήποτε λόγον και μη συμπληρούντες τας απαιτουμένας προϋποθέσεις λήψεως συντάξεως, δικαιούνται όπως αιτήσωνται την επιστροφήν των καταβληθεισών εισφορών αυτών ατόκως, ως ακολούθως: α. Οι μη συμπληρώσαντες πενταετή ασφάλισιν το 60% των εισφορών. β. Οι συμπληρώσαντες χρόνον ασφαλίσεως άνω των πέντε ετών και μέχρι 10 έτη το 75% των εισφορών. γ. Οι συμπληρώσαντες χρόνον ασφαλίσεως άνω των δέκα ετών το 100% των εισφορών... 3. της επιστροφής των αυτών ως άνω ποσών εισφορών, ωσαύτως, δικαιούνται τη αιτήσει των και τα κατά το άρθρον 8 μέλη οικογενείας θανόντος ησφαλισμένου, εφ` όσον δεν δικαιούνται συντάξεως. Επειδή, εξ άλλου, το ισχύον Σύνταγμα εις μεν το άρθρον 4 ορίζει ότι "οι Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου: (παρ. 1) και ότι "οι Ελληνες και αι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις" (παρ. 2), εις δε το άρθρον 116 ότι "υφιστάμεναι διατάξεις, αντιβαίνουσαι εις το άρθρον 4 παρ. 2, παραμένουν εν ισχύϊ μέχρι της δια νόμου καταργήσεώς των, το βραδύτερον δε μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1982" (παρ.1) και ότι "αποκλίσεις εκ των ορισμών της παρ. 2 του άρθρου 4 επιτρέπονται μόνον δι` αποχρώντας λόγους εις τας ειδικώς υπό του νόμου οριζομένας περιπτώσεις". (παρ. 2). Επειδή, δια της προεκτεθείσης παραγράφου 2 του άρθρου 4 του Συντάγματος, αποτελούσης ειδικωτέραν εκδήλωσιν της κατά την παρ. 1 του αυτού άρθρου γενικής αρχής της ισότητος εις τον τομέα της κοινωνικής θέσεως και της νομικής αντιμετωπίσεως των σχέσεων των δύο φύλων, αφ` ενός μεν απαγορεύεται η δημιουργία ανίσων καταστάσεων και η διαφοροποίησις του περιεχομένου των επί μέρους δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων των πολιτών, τόσον μεταξύ των όσον και έναντι της Πολιτείας, βάσει της διαφοράς του φύλου, αφ` ετέρου δε επιβάλλεται η παροχή ίσων δυνατοτήτων και εις τα δύο φύλα. Και επιτρέπονται μεν αποκλίσεις από την ανωτέρω αρχήν,αλλά μόνον εφ` όσον τίθενται ευθέως ή προβλέπονται συγκεκριμένως από ειδικήν διάταξιν τυπικού νόμου και δικαιολογούνται εξ αποχρώντων λόγων αναφερομένων είτε εις την ανάγκην μεγαλυτέρας προστασίας της γυναικός και μάλιστα εις τα θέματα της μητρότητος, του γάμου και της οικογενείας είτε εις βιολογικάς διαφοράς απιβαλλοθσας την λήψιν ιδιαιτέρων μέτρων ή διάφορον μεταχείρισιν εν όψει του αντικειμένου της υπό ρύθμισιν σχέσεως,πάντοτε δε εντός των ακραίων ορίων,πέραν των οποίων η ρύθμισις αντίκειται εις το κοινόν περί δικαίου αίσθημα (ΣΕ 1328/1983,3562/1986 κ.α.).

Επειδή,εν προκειμένω,ως προκύπτει εκ της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την προσφυγήν την οποία ήσκησεν ενώπιον του εκδόντος την προσβαλλομένην απόφασιν Δικαστηρίου ο ήδη αναιρεσίβλητος εζήτησε να ακυρωθεί η κατά την συνεδρίαση 1482/1985 ληφθείσα απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσίοντος Ταμείου,με την οποία το Ταμείον ηρνήθη να επιστρέψει εις αυτόν τας κρατήσεις υπέρ του Ταμείου,αι οποίαι έγιναν δια λογαριασμόν της ησφαλισμένης συζύγου του αποβιωσάσης την 7.3.1984, ως μη προβλεπομένας από τον νόμον. Υπό τα δεδομένα ταύτα,το δικάσαν Δικαστήριον,επιληφθέν της προσφυγής του αναιρεσιβλήτου,δια της οποίας προεβλήθη αντισυνταγματικότης των σχετικών διατάξεων,έκρινεν ότι η διάταξις της παραγράφου 3 του άρθρου 7 του ν.δ. 95/ 1973,ως αντικατεστάθη δια του άρθρου 4 του ν. 253/1976,δια της οποίας περιορίζεται η επιστροφή των εισφορών εις την εν χηρεία τελούσαν σύζυγον και εις τα άγαμα τέκνα,αποκλείουσα ούτω τους άνδρας του δικαιώματος να ζητήσουν την επιστροφή των εισφορών εις πέριπτωσιν θανάτου της συζύγου των,είναι αντισυνταγματική,συμφώνως με την γενικήν αρχήν περί ισότητος,η οποία προβλέπεται υπό της παρ. 1 του άρθρου 4 του Συντάγματος διότι ο αποκλεισμός αυτός δεν δικαιολογείται εξ αποχρώντων βιολογικών ή κοινωνικών ή οικονομικών λόγων. Επειδή, ναι μεν αι διατάξεις αύται δια των οποίων, γενικώς και απολύτως,άνευ ουδενός ειδικού κριτηρίου,η χήρα ησφαλισμένη του Ταμείου,τίθεται εις πλεονεκτικήν θέσιν,ως προς την επιστροφήν των εισφορών,έναντι του χήρου ησφαλισμένου αυτού,ευρίσκονται πράγματι εις αντίθεσιν,προς την συνταγματικήν επιταγήν περί της ισότητος των δύο φύλων έναντι του νόμου,με δυνάμεναι να στηριχθούν ούτε και εις την παραγρ. 2 του άρθρου 116 του Συντάγματος και κατά συνέπειαν,είναι ανίσχυροι ως αντισυνταγματικαί από 1.1.1983,συμφώνως προς την πράγραφον 1 του αυτού ως άνω άρθρου 116 του Συντάγματος,πλήν η επίκλησις της αντισυνταγματικότητος των εν λόγω διατάξεων αποκλείει με την εφαρμογήν ως προς τας συζύγους θανόντων ησφαλισμένων του Ταμείου, δεν δύναται όμως να οδηγήσει εις την επέκτασιν της εφαρμογής των και εις τους συζύγους θανουσών ησφαλισμένων αυτού, διότι τούτο θα απετέλει ανεπίτρεπτον εκ του Συντάγματος επέμβαση του δικαστού εις τα έργα της νομοθετικής εξουσίας (Σ.Ε. 1742/83, 3562/86, 4688/87, 4325/88 κ.α.), εις την οποίαν αποκλειστικώς και μόνον ανήκει το νομοθετικόν έργον της εντός των συνταγματικών πλαισίων δημιουργίας εξ υποκειμένου δικαιωμάτων και υποχρεώσεων εν όψει των εκάοτστε γνωστών εις αυτήν πραγματικών δεδομένων και δυνατοτήτων επί της εκτάσεως της ενδεικνυομένης ασφαλιστικής προστασίας. Αν και κατά την γνώμην ενός μετ` αποφασιστικής ψήφου μέλους του δικαστηρίου, ο κατά το άρθρον 116 του Συντάγματος κανών της ισότητος είναι κανών ο οποίος απευθύνεται εις αμφότερα τα φύλα, υπό την έννοιαν ότι αποκλείει την μετά την λήξιν της μεταβατικής περιόδου διατήρησιν δυσμενών διακρίσεων εις βάρος τόσον των γυναικών όσων και των ανδρών. Τούτου έπεται ότι νομοθετικαί ρυθμίσεις προβλέπουσαι, ως εν προκειμένω, την επιστροφήν των εισφορών μόνον εις την χήραν ησφαλισμένου πάσχουν συνταγματικώς και είναι ανίσχυροι, όχι κατά το μέρος το αφορόν εις την επιστροφήν των εισφορών εις την χήραν αλλά καθ` ό μέρος εξαιρούν της ρυθμίσεως ταύτης τους υπό ομοίας συνθήκας τελούντας άνδρας. Η έννοια δε και λειτουργία αύτη της αρχής της ισότητος, η οποία, σημειωτέον, αντιστοιχεί προς την παγίαν νομολογίαν των πολιτικών δικαστηρίων αλλά και προς την νομολογίαν του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ερμηνεύσαντος την αντίστοιχον διάταξιν του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ, η οποία είναι εφαρμοστέα και εις το εσωτερικόν δίκαιον, καθίσταται πλέον επιτακτική υπό το παρόν καθεστώς ουσιαστικοποιήσεως των διοικητικών διαφορών.

Και τούτο διότι ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας η αρχή της ισότητος υπό μόνην την αρνητικήν λειτουργίαν της θα κατέληγε γράμμα κενόν, αφού επί προσφυγής δεν ζητείται, ούτε ημπορεί να ζητηθεί, η μη εφαρμογή της αδικαιολογήτου ευνοϊκής ρυθμίσεως εις την ευνοουμένην κατηγορίαν προσώπων, αλλ` αντιθέτως επιδιώκεται η εφαρμογή του νόμου προς διάπλασιν ιδίου εξ υποκειμένου δικαιώματος του ευρισκομένου εις δυσμενή κατάστασιν προσώπου. Συνεπώς, ενόψει των προεκτεθέντων, η προσβαλλομένη απόφασις επεκτείνασα βάσειτης αρχής της ισότητος την εφαρμογήν της κρισίμου διατάξεως και επί των ανδρών εις τρόπον ώστε να δημιουργείται δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου προς επιστροφήν των εισφορών της θανούσης συζύγου του, εσφαλμένως ηρμήνευσε τας σχετικάς συνταγματικάς διατάξεις και τον νόμον και δια τον λόγον αυτόν, βασίμως προβαλλόμενον, η υπό κρίσιν αίτησις πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφασις, να αναπεμφθεί δε η υπόθεσις εις το αυτό Δικαστήριον προς νέαν νόμιμον κρίσιν. (Αναιρείται ή 2867/1987 Τ.Δ.Πρ. Αθηνών).