Έτος
1993
Νόμος / διάταξη που αφορά
Άρθρο 28 παρ. 4 α' ΑΝ 1846/51
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Χήροι σύζυγοι / συνταξιοδότηση

 

Σύνταξη λόγω θανάτου. Συνταξιοδότηση του χήρου συζύγου όγω θανάτου της συνταξιούχου λόγω γήρατος συζύγου του με πρόσθετες προϋποθέσεις. Αρχή της ισότητας των δύο φύλων και δικαίωμα δικαστίκής αξίωση της επέκτασης και στον σύζυγο των τυχόν αδικαιολόγητων ευνοϊκότερων διατάξεων που ισχύουν για τη σύζυγο.

ΤριμΔιοικΠρΘεσ 28/1993 Πρόεδρος: Ισμήνη Αλεξιάδου. Δικαστές: Α. Καϊοπούλου, Π. Ασημάκης (εισηγητής). Δικηγόροι: Χ. Κώστας - Φ. Τσάτσαρη - Δημάδη. (28, παρ. 6 α.ν. 1846/1951). Το άρθρο 28 παρ. 6 του α.ν. 1846/1951, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 παρ. 3 του ν.δ. 4104/1960, ορίζει: "Εν περιπτώσει θανάτου συνταξιούχου λόγω αναπηρίας ή γήρατος ή επιδοματούχου λόγω αναπροσαρμογής ή ησφαλισμένου έχοντος πραγματοποιήσει τουλάχιστον 1.500 ημέρας εργασίας, εξ ων 300 τουλάχιστον εντός των 5 ετών των αμέσως προηγουμένων εκείνου καθ` ο επήλθεν ο θάνατος, η ησφαλισμένου έχοντος πραγματοποιήσει τον υπό της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου απαιτούμενο αριθμο ημερών εργασίας δικαιούνται συντάξεως κατά τας επομένας παραγράφους α`) Η χήρα ή ο άπορος και ανάπηρος χήρος, ου η συντήρησις εβάρυνε κυρίως την θανούσα". Εξάλλου, το Συνταγμα, ορίζει, στο άρθρο 4, ότι "Οι Ελληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις" (παράγραφος 2) και στο άρθρο 116 ότι "υφιστάμεναι διατάξεις, αντιβαίνουσαι εις το άρθρον 4 παράγραφος 2 παραμένουν εν ισχύι μέχρι της διά νόμου καταργήσεώς των, το βραδύτερον μέχρι της 31ης Δεκεμβρίου 1982", παράγραφος 1) και ότι "αποκλίσεις εκ των ορισμών της παραγράφου 2 του άρθρου 4 επιτρέπονται μόνον δι` αποχρώντας λόγους, εις τας ειδικώς υπό του νόμου οριζομένας περιπτώσεις (παράγραφος 2). Με την προεκτεθείσα παράγραφο 2 του άρθρου 4 του Συντάγματος, η οποία αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της κατά την παράγραφο 1 του αυτού άρθρου γενικής αρχής της ισότητας στον τομέα της κοινωνικής θέσης και της νομικής αντιμετώπισης των σχέσεων των δύο φύλων, αφενός με απαγορεύεται η δημιουργία ανίσων καταστάσεων και η διαφοροποίηση του περιεχομένου των επί μέρους δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων των πολιτών, τόσο μεταξύ τους όσο και έναντι της πολιτείας, βάσει της διαφοράς του φύλου, αφετέρου δεν επιβάλλεται η παροχή ίσων δυνατοτήτων και στα δύο φύλα. Και επιτρέπονται μεν αποκλίσεις από την παραπάνω αρχή, αλλά μόνο εφόσον τίθενται ευθέως ή προβλέπονται συγκεκριμένα από ειδική διάταξη τυπικού νόμου και δικαιολογούνται από αποχρώντες λόγους που αναφέρονται είτε στην ανάγκη για μεγαλύτερη προστασία της γυναίκας και μάλιστα στα θέματα της μητρότητας, του γάμου και της οικογένειας είτε σε βιολογικές διαφορές που επιβάλλουν τη λήψη ιδιαίτερων μέτρων ή διαφορετική μεταχείριση ενόψει του αντικειμένου της υπό ρύθμιση σχέσης, πάντοτε μέσα στα ακραία όρια, πέρα απότα οποία η ρύθμιση αντίκειται στο κοινό περί δικαίου αίσθημα (ΣτΕ 4325/1988, ΕΔΚΑ 1989.222, 200/1991, ΕΔΚΑ 1991.755, 1328/1983, 3562/1986 κ.α.). Επίσης η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 28 παρ. 4, εδάφ. α` του α.ν. 1846/1951 θεσπίζει προϋποθέσεις για τη συνταξιοδότηση του χήρου συζύγου λόγω θανάτου της συνταξιούχου ή ασφαλισμένου συζύγου του πρόσθετες και πέρα από εκείνες που καθορίζονται για τη χήρα, χωρίς όμως να υπάρχει λόγος που να δικαιολογεί την πλεονεκτική θέση στην οποία τίθεται με τον τρόπο αυτόν η χήρα του ασφαλισμένου έναντι του χήρου ασφαλισμένου. Επομένως η συγκεκριμένη διάταξη, κατά το μέρος που εισάγει την παραπάνω αδικαιολόγητη διάκριση μεταξύ των φύλων, αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισοτιμίας και είναι ανίσχυρη από 1.1.1983, σύμφωνα με την παραπάνω σκέψη (ΣτΕ 4117/1983, 4230/1985, ΕΔΚΑ 1986.304). Περαιτέρω, η ισότητα των δύο φύλων, που καθιερώνεται τόσο από τα άρθρα 4 και 116 του Συντάγματος όσο και από το κοινοτικό δίκαιο, οι διατάξεις του οποίου έχουν άμεση και υπερέχουσα ισχύ στο εσωτερικό δίκαιο των κρατών - μελών, είναι ισότητα δημιούργική, υπό την έννοια ότι δεν υποχρεώνει απλών το νομοθέτη σε ίση μεταχείρηση ανδρών και γυναικών, αλλά ότι δημιουργεία αντίστοιχα, κατά τρόπο θετικό, για τα πρόσωπα καθενός από τα δύο φύλα το δικαίωμα να αξιώνουν δικαστικά την επέκταση και σ` αυτά των τυχόν αδικαιολογήτων ευνοϊκότερων διατάξεων που ισχύουν για το άλλο φύλο. Από αυτά έπεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, όταν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, διαπιστώνει αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση ανδρών και γυναικών, δεν περιορίζεται να κηρύξει ανίσχυρη την ευνοϊκότερη ρύθμιση, ούτε άλλωστε θα ήταν τούτο νοητό επί προσφυγής με την οποία επιδιώκεται η αναγνώριση δικαιωμάτων, αλλά οφείλει να αποκαθιστά, κατά τρόπο θετικό, τη θιγόμενη ισότητα επεκτείνονας την ευνοϊκότερη διάταξη σε κάθε πρόσωπο που αξιώνει την εφαρμογή της με σκοπό τη θεμελίωση συγκεκριμένου δικαιώματος. Η δημιουργική αυτή λειτουγία της αρχής της ισότητας, η οποία πάγια γίνεται δεκτή από τα πολιτικά Δικαστήρια (πρβλ. ΑΠ 53/1983, 1771, 206, 520/1981, 1470, 1271/1977 και ΕφΑθ 1866/1983 κ.α.) αλλά και απότο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτικών, επιβάλλεται, πρωτίστως λόγω της προέχουσας θέσης του κοινοτικού δικαίου, καθίσταται δε πλέον επιτακτική και επιβεβλημένη υπό καθεστώς ουσιαστικοποίησης των διοικητικών διαφορών. Και τούτο διότι ενώπιον του ουσιαστικού Δικαστηρίου η αρχή της ισότητας με μόνη την αρνητική λειτουργία της θα κατέληγε γράμμα κενό, αφού επί προσφυγής ούτε ζητείται, αλλά ούτε και έχει νόημα η μη εφαρμογή της αδικαιολόγητης ευνοϊκής ρύθμισης στην ευνούμενη κατηγορία προσώπων, αλλά αντίθετα επιδιώκεται η εφαρμογή του νόμου προς διάπλαση ιδίου εξ υποκειμένου δικαιώματος του ευρισκομένου σε αδικαιολόγητα δυσμενή άνιση μοίρα προσώπου (πρβλ. ΑΠ 1106/1986) (Contra ΣτΕ 4688/1987, ΕΔΚΑ 1988.187, 4325/1988, ΕΔΚΑ 1989.222). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την 3122/1986 απόφαση του Διευθυντού του Περιφερειακού Υποκαταστήματος ΙΚΑ Θεσσαλονίκης είχε χορηγηθεί στην αποβιώσασα στις 18.9.89 Μ.Κ. (σύζυγο του καθ` ου η προσφυγή), σύνταξη λόγω γήρατος από 21.10.1985. Ο Διευθυντής του παραπάνω Υποκαταστήματος I.K.A. με βάση τα πιο πάνω απέρριψε με την .../1989 απόφασή του το αίτημα του καθ` ου, με την αιτιολογία ότι αυτός , αν και δεν είχε κανένα πόρο ζωής και τον συντηρούσε η αποβιώσασα σύζυγός του όσο ζούσε, καθόσον δεν μπορούσε για λόγους υγείας να εργασθεί, δεν ήταν κατά το κρίσιμο, στην προκείμενη περίπτωση, χρονικό διάστημα (18.9.88 έως 30.9.90) ασφαλιστικά ανάπηρος κατά την έννοια του άρθρου 28 παρ. 2 εδ. α` του α.ν. 1846/51. Αντίθετα, η Τοπική Διοικητική Επιτροπή του πιο πάνω υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. με την 1058/1989 απόφασή της, έκανε δεκτή ένσταση του καθ` ου η προσφυγή κατά της πιο πάνω απόφασης του Διευθυντή, κρίνοντάς τον για το ενλόγω χρονικό διάστημα (18.9.88 έως 30.9.90) ασφαλιστικά ανάπηρο, με ποσοστό 67% κατά την έννοια του άρθρου 28 παρ. 2 εδ. α` του α.ν. 1846/51, που του παρείχε δικαίωμα συνταξιοδότησης του λόγω θανάτου της συζύγου του, η οποία (απόφαση της ΤΔΕ) επικυρώθηκε από το Δικαστήριο τούτο, καθόσον με την .../1989 απόφασή του απέρριψε προσφυγή του Ιδρύματος κατά της απόφασης αυτής. Στη συνέχεια και προκειμένου να συνεχιστεί η μη η συνταξιοδότηση του καθ` ου από την αιτία αυτήν, παράλληλα δε να κριθεί και αίτημα που είχε υποβάλλει με την .../27.8.1990 αίτησή του για καταβολή σ` αυτόν επιδόματος πλήρους αναπηρίας παραπέμφηκε στην Υγειονομική Επιτροπή (Ε.Α.Υ.Σ.Φ.) του παραπάνω υποκαταστήματος Ι.Κ.Α., η οποία, με την .../14.9.91 γνωμάτευσή της, αποφάνθηκε ότι ο καθ` ου παρουσιάζει "μικτού τύπου πνευματοπάθεια σε έδαφος παλαιάς Τ.Β. άνω λοβού, επασβέστωση τοιχωματικού υπεζωκότα (αρ.)" και προσδιόρισε το ποσοστό της ανατομοφυσιολογικής του βλάβης για το χρονικό διάστημα από 1.10.1990 έως 31.12.1992 σε 51%. Ο Διευθυντής του παραπάνω Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α., με βάση την πιο πάνω γνωμάτευση της Ε.Α.Υ.Ε.Φ., εξέδωσε την 7369/17.4.91 απόφασή του, με την οποία διέκοψε από 1.10.1990 τη χορήγηση της σύνταξης στον καθ` ού για την πιο πάνω αιτία, με την αιτιολογία ότι δεν ήταν κατά το ενλόγω χρονικό διάστημα (1.10.90 έως 31.12.92) ασφαλιστικά ανάπηρος κατά την έννοια του άρθρου 28 παρ. 2 εδάφ. α` του α.ν. 1846/1951). Η Τοπική Διοικητική Επιτροπή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Θεσσαλονίκης, ενώπιον της οποίας προσέφυγε ο καθ` ου η προσφυγή κατά της απόφασης αυτής του Διευθυντή, με την προσβαλλόμενη απόφασή της (792/65/1991) έκανε δεκτή την ένστασή του, καθόσον τον έκρινε ασφαλιστικά ανάπηρο (67%) κατά την έννοια του άρθρου 28 παρ. 2 εδάφ. α` του α.ν. 1846/51 για το ενλόγω χρονικό διάστημα (1.10.90 έως 31.12.92), που θεμελιώνει δικαίωμα για τη συνέχεια της συνταξιοδότησής του λόγω θανάτου της συζύγου του, για το χρονικό αυτό διάστημα. `Ηδη το `Ιδρυμα, με την κρινόμενη προσφυγή του, υποστηρίζει ότι εσφαλμένα η Τ.Δ.Ε. έκρινε ότι ο καθ` ου δικαιούται σύνταξης λόγω θανάτου της συζύγου του, αφού αυτός δεν ήταν, κατά το κρίσιμο στην προκείμενη περίπτωση χρονικό διάστημα, ανάπηρος κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης (άρθρο 28 παρ. 2 εδάφ. α` α.ν. 1846/51). Με δεδομένα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και ενόψει όσων έγιναν δεκτά σε προηγούμενες σκέψεις, σύμφωνα με τα οποία η διάταξη του εδ. α` της παρ. 6 του άρθρου 28 του α.ν. 1846/1951, κατά το μέρος που εισάγει αδικαιολόγητη διάκριση μεταξύ των δύο φύλων, είναι ανίσχυρη από 1.1.1983 ως υποκείμενη στις παραπάνω συνταγμτικές διατάξεις και ως εκ τούτου από την ημερομηνία αυτή, σύνταξη λόγω θανάτου της συνταξιούχου συζύγου από το Ι.Κ.Α. δικαιούται ο χήρος, χωρίς να χρειάζεται να συντρέχουν επιπρόσθετα και σωρευτικά οι προϋποθέσεις της απορίας, αναπηρίας και της συντήρησής του κατά κύριο λόγο από τη θανούσα σύζυγό του, το Δικαστήριο κρίνει ότι στον καθ` ου, ο οποίος δικαιούται της σύνταξης λόγω θανάτου της συνταξιούχου συζύγου του, πρέπει να συνεχιστεί η καταβολή σ` αυτόν της σύνταξης αυτής για το από 1.10.1990 και εφεξής χρονικό διάστημα. Συνεπώς η Τ.Δ.Ε., που με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε την ένσταση του καθ` ου και του χορήγησε την παραπάνω σύνταξη, ορθά έκρινε, αν και με διαφορετική αιτιολογία. Για το λόγο αυτόν πρέπει να απορριφθεί η κρινομενη προσφυγή, η δε δικαστική δαπάνη να συμψηφιστεί μεταξύ των διαδίκων, κατ` άρθρο 82 παρ. 3 του β.δ. 341/1978.