Έτος
1994
Νόμος / διάταξη που αφορά
Άρθρο 2 παρ. 1 ΒΔ 665/62
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Σύζυγοι ασφαλισμένης δημοσίου

 

ΔΔΙΚΗ/1995 (595) Σύνταγμα. Ισότητα. Αποκατάσταση ισότητας. Ο σύζυγος ασφαλισμένης του Δημοσίου δικαιούται υγειονομικής περίθαλψης από ασφαλιστικό Οργανισμό αρμοδιότητας του Υπουργείου ΥΠΚΑ με μόνη προϋπόθεση την ιδιότητα της συζύγου του ως δημοσίου υπαλλήλου. Ομοδικία συζύγων. Κατά την άσκηση αίτησης ακύρωσης.

Διοικ. Εφετείο Αθηνών 242/1994 Πρόεδρος : Φωτ. Βογιατζής. Εισηγήτρια: Αρ.- Γεώρ.Βώρος, Εφέτης. Δικηγόροι : Γ. Αθανασόπουλος, Σωτ. Παπαγεωργακόπουλος. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, η οποία παραπέμφθηκε, λόγω αρμοδιότητος, στο Δικαστήριο τούτο με την 1835/1993 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, ζητείται η ακύρωση της τεκμαιρομένης, με την πάροδο άπρακτου τριμήνου από την υποβολή των με αριθ. πρωτ. 12957/26.9.1991 αιτήσεων των αιτούντων, παράλειψης της Διεύθυνσης Υγειονομικής Περίθαλψης ασφαλισμένων του Δημοσίου του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων να προβεί στην ασφάλιση του δεύτερου από αυτούς για παροχή υγειονομικής περίθαλψης από το Δημόσιο, ως συζύγου της πρώτης, που είναι υπάλληλος του Δημοσίου , κατ` εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 του Β.Δ. 665/1962, σε συνδυασμό με τη Συνταγματική αρχή της ισότητας. Επειδή το αίτημα της υγειονομικής περίθαλψης του δεύτερου από τους αιτούντες στηρίζεται στην ιδιότητα της συζύγου του ως αφαλισμένης του Δημοσίου.Κατά συνέπεια, η πρώτη αιτούσα, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 1389 και 1390 του Αστικού Κώδικα, κατά τις οποίες οι σύζυγοι έχουν υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και η οποία υποχρέωση περιλαμβάνει ειδικότερα την αμοιβαία υποχρέωση περιλαμάνει ειδικότερα την αμοιβαία υποχρέωση για διατροφή τους, έχει έννομο συμφέρον, υλικό και ηθικό, να δικαιωθεί ο σύζυγος της παροχής υγειονομικής περίθαλψης από το Δημόσιο.Ως εκ τούτου, παραδέκτως αυτή ομοδικεί με τον δεύτερο αιτούντα, ο δε ισχυρισμός του διάδικου Υπουργού ότι η κρινόμενη αίτηση ασκείται από αυτήν απαραδέκτως, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, πρέπει ν`απορριφθεί ως αβάσιμος.Περαιτέρω, η αίτηση αυτή, εφ` όσον ασκείται και κατά τις λοιπές νόμιμες διατυπώσεις, πρέπει να γίνει τύποις δεκτή. Επειδή, το ισχύον Σύνταγμα στο μεν άρθρο 4 ορίζει ότι: "οι Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου" (παρ.1) και ότι: "οι Ελληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις" (παρ. 2), στο δε άρθρο 116 ότι: "υφιστάμενοι διατάξεις, αντιβαίνουσαι εις το άρθρον 4 παρ. 2 παραμένουν εν ισχύι μέχρι της δια νόμου καταργήσεως των, το βραδύτερον δε μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1982" (παρ. 1) και ότι "αποκλείσεις εκ των ορισμών της παρ.2 του άρθρου 4 επιτρέπονται μόνον δι` αποχρώντας λόγους εις τας ειδικώς υπό του νόμου οριζομένας περιπώσεις" (παρ. 2).Η ανωτέρω διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 4 του Σ. καθιερώνει όχι μόνον την ισότητα των Ελλήνων ενώπιον του νόμου, αλλά και έναντι αυτών ισότητα του νόμου.ετσι, δεσμεύει και το νομοθέτη, ο οποίος στη ρύθμιση ουσιωδώς ομοιών πραγμάτων δε δύναται να μεταχειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας εν γένει διακρίσεις, εκτός εάν η διαφορετική τους ρύθμιση δεν είναι δεν είναι αυθέραιτη, διότι επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των Δικαστηρίων.Συνεπώς,εάν γίνει με νόμο δικαιολογημένη ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων, ως προς την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την ειδική εκέινη μεταχείριση, η διάταξη είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.Πρός αποκατάσταση δε της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας εθεσπίσθη η ειδική ρύθμιση (βλ. ΣτΕ 561/ 1988, ΟλΑΠ 1806/1986, 53/1983 κ.α.). Επειδή, εξάλλου, στο άρθρο 2 παρ. 1 του β.δ. 665/1962 (Α` 165)ορίζεται ότι:"Μέλη της οικογένειας είναι: α) Η σύζυγος, β) Επί θηλέων υπαλλήλων, ο συνεπεία νόσου, τραύματος η γήρατος ανίκανος προς άσκησιν βιοριστικού επαγγέλματος και άπορος σύζυγος, της ανικανότητας του βεβαιουμένης δια γνωματεύσεως της οικείας Υγειονομικής Επιτροπής ...." Περαιτέρω, με το άρθρο 30 παρ. 1 του Ν. 1759/1988 (Α` 50) ορίζεται ότι: "Οπου στην κείμενη νομοθεσία των ασφαλιστικών οργανισμών, αρμοδιότητας Υπουργείου Υγείας, Πρόνειας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων προβλέπεται η ασφάλιση σε ταμείο ή σε κλάδο ασθενείας των συζύγων, γονέων και αδελφών ασφαλισμένων ή συνταξιούχων, το ίδιο δικαίωμα αποκτά και ο σύζυγος, οι γονείς και οι αδελφοί ασφαλισμένης η συνταξιούχου με τις ίδιες προϋποθέσεις". Επειδή, η ανωτέρω διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 30 του Ν. 1759, εξαιρεί από τη ρύθμιση της, όπως a contrario συνάγεται, τον σύζυγο ασφαλισμένης του Δημοσίου.Ετσι, ο τελευταίος αποκλείεται από το δικαίωμα παροχής σ` αυτόν υγειονομικής περίθαλψης, με τις ίδιες προϋποθέσεις που προλέπονται από το οικείο ουσιαστικό νόμο και για την σύζυγο ασφαλισμένου του Δημοσίου, τούτο δε αποτελεί άνιση μεταχείριση αυτού, σε σχέση με τον σύζυγο ασφαλισμένης ασφαλιστικού Οργανισμού, αρμοδιότητας του Υπουργείου ΥΠΚΑ, για τον οποίο προβλέπεται πλέον η ασφάλιση του σε Ταμείο ή κλάδο ασθενείας της συζύγου του ασφαλισμένης του οικείου ασφαλιστικού Οργανισμού του παραπάνω Υπουργείου, με τις ίδιες ακριβώς προϋποθέσεις που ισχύουν για την ασφάλιση της ιδίας, χωρίς να συντρέχουν για την απόκλιση αυτή γενικότεροι λόγοι δημοσίου συμφέροντος.Αλλωστε η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 του Σ. που προπαρατέθηκε, σκοπό είχε την από απόψεως δικαιωμάτων και υποχρεώσεων εξομοίωση των δύο φύλων κατά τρόπο ώστε εφεξής να μην υφίσταται στη νομοθεσία διακρίσεις αναλόγως του φύλου (ΣτΕ 1028/92, Ολ ΣτΕ 4698/88), προς την κατεύθυνση δε αυτή, της εξομοίωσης των προϋποθέσεων ασφάλισης για παροχή υγειονομικής περίθαλψης μεταξύ των δύο φύλων, θεσπίσθηκε και η ως άνω διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 του Ν. 1759/88 από την οποία, όμως αδικαιολογήτως, κατά τα προεκτεθέντα, εξαιρείται από τη ρύθμισή της ο σύζυγος ασφαλισμένης του Δημοσίου.Κατά συνέπεια, εφόσον η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Β.Δ. 665/1962 προβλέπει ότι ο σύζυγος ασφαλισμένου του Δημοσίου δικαιούται της κατά το άρθρο 1 του Δ/τος αυτού περίθαλψης χωρίς καμία άλλη, πέραν της ιδιότητας του συζύγου της ως δημοσίου υπαλλήλου, προϋπόθεση, πρέπει να γίνει δεκτό, πρός αποκατάσταση της παραβίασης της αρχής της ισότητας, ότι και ο σύζυγος ασφαλισμένης του Δημοσίου, κατ` εφαρμογή και επ` αυτού της ανωτέρω ρυθμίσεως του άρθρου 30 παρ. 1 του Ν. 1759/88, δικαιούται της ιδίας περίθαλψης, με μόνη προϋπόθεση την ιδιότητα της συζύγου του ως δημοσίου υπαλλήλου και ασφαλισμένης στο Δημόσιο. Επειδή, σύμφωνα με όσα έγιναν προηγουμένως ερμηνευτικώς δεκτά, ο δεύτερος από τους αιτούντες δικαιούται της κατά την παρ. 1 του άρθρου 2 του Β.Δ/τος 665/1962 υγειονομικής περίθαλψης, εφ` όσον είναι σύζυγος της πρώτης αιτούσας, η οποία είναι ασφαλισμένη στο Δημόσιο.Συνεπώς, η Διεύθυνση Υγειονομικής Περίθαλψης ασφαλισμένων του Δημοσίου του του διάδικου Υπουργείου όφειλε να προβεί στις νόμιμες ενέργειες για την παροχή υγειονομικής περίθαλψης στον ανώτερω αιτούντα, μη πράττοντας δε τούτο, παρ` όλο που παρήλθε τρίμηνο και πλέον από την υποβολή των με αριθ. πρωτ. 12957/26.9.1991 αιτήσεων των αιτούντων, παρέλειψε οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια με την έννοια της παρ. 4 του άρθρου 45 του π.δ. 18/1989, η οποία πρέπει ν` ακυρωθεί, όπως βασίμως με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται.