Έτος
1996
Νόμος / διάταξη που αφορά
Άρθρο 23 ΝΔ 4114/60
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Θυγατέρες ασφαλισμένων / προικοδότηση

 

Εξομοίωση των δύο φύλων από την άποψη της ισότητας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Διατάξεις που προβλέπουν διακρίσεις είναι ανεκτές μέχρι 31/12/1982 ή αν δικαιολογούνται από σοβαρούς λόγους, βιολογικής ή κοινωνικής φύσεως. Προικοδότηση ή άλλες παροχές γάμου που χορηγούνται σε θυγατέρες ασφαλισμένων. Υποχρέωση επέκτασης αυτών και στους γυιούς των ασφαλισμένων. Χορήγηση εφάπαξ επικουρικής παροχής στις θυγατέρες ασφαλισμένων ή συνταξιούχων στο Ταμείο Νομικών. Απαραίτητη η ύπαρξη ασφαλιστικού δεσμού του πατέρα με το Ταμείο κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου της κόρης του για τη χορήγηση της παροχής. Υπολογισμός της παροχής. Κριτήρια. Περιστατικά. Αντίθετη μειοψηφία.

Αριθμός 2654/1996 ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ Α` Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 1996, με την εξής σύνθεση: Δ. Μαργαρίτης, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Α Τμήματος, Λ. Οικονόμου, Αθ. Τσαμπάση, Π.Ζ. Φλώρος, Θ. Παπαευαγγέλου, Σύμβουλοι, Δ. Μπριόλας, Γ. Παπαγεωργίου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ε. Κουμεντέρη, Γραμματέας του Α Τμήματος. Γ ι ά να δικάσει την από 26 Οκτωβρίου 1992 αίτηση: τ η ς Σ. - Ε. - Σ. Τ., η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Αντ. Πετρόγλου (Α.Μ. 577), που τον διόρισε με πληρεξούσιο, κ α τ ά του "Ταμείου Νομικών", το οποίο παρέστη με τον δικηγόρο Ηλία Γεωργιάδη (Α.Μ. 8156), που τον διόρισε με πρακτικά συνεδριάσεως το Δ.Σ. του Ταμείου. Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ` αριθ. 1097/1992 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητού, Παρέδρου Δ. Μπριόλα. Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσιβλήτου Ταμείου, που ζήτησε την απόρριψή της. Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη, σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι, Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 1. Επειδή για την κρινόμενη αίτηση έχουν καταβληθεί τα νόμιμα τέλη και το παράβολο (Διπλότυπα είσπραξης 1248269-70/1992, Δ.Ο.Υ. Δικαστικών Εισπράξεων Αθηνών και Γραμμάτια Παραβόλου Α.828325, Α. 4044714). 2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται παραδεκτώς η αναίρεση της αποφάσεως 1097/1992 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως 13839/1990 του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση απορρίφθηκε προσφυγή της ιδίας κατά της αποφάσεως 3491/1990 του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Νομικών, με την οποία είχε απορριφθεί τελικά αίτημά της ως θυγατέρας συνταξιούχου του Ταμείου, για τη χορήγηση εφάπαξ επικουρικής παροχής λόγω τελέσεως γάμου. 3. Επειδή η υπόθεση εισάγεται στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος μετά την 5068/1995 απόφαση αυτού υπό πενταμελή σύνθεση λόγω σπουδαιότητας. 4. Επειδή το Σύνταγμα του 1975 ορίζει στο άρθρο 4 παρ. 2 ότι "Οι Ελληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις", στο άρθρο 116 παρ. 1 ότι "Υφιστάμενες διατάξεις που είναι αντίθετες προς το άρθρο 4 παρ. 2 εξακολουθούν να ισχύουν ώσπου να καταργηθούν με νόμο, το αργότερο έως την 31 Δεκεμβρίου 1982" και στο άρθρο 116 παρ. 2 ότι "Αποκλίσεις από τους ορισμούς της παρ. 2 του άρθρου 4 επιτρέπονται μόνο για σοβαρούς λόγους, στις περιπτώσεις που ορίζει ειδικά ο νόμος". Από τις συνταγματικές αυτές διατάξεις συνάγονται τα ακόλουθα: Ο συνταγματικός νομοθέτης καθιέρωσε την εξομοίωση των δύο φύλων από την άποψη της ισότητας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, κατά τρόπον ώστε να μην υφίστανται στο εξής στη νομοθεσία διακρίσεις, ευμενείς ή δυσμενείς, αναλόγως του φύλου. Διατάξεις της νομοθεσίας που προβλέπουν διακρίσεις μεταξύ των δύο φύλων ήταν συνταγματικώς ανεκτές, μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 1982, μόνον εφόσον είχαν θεσπιστεί πριν από το Σύνταγμα, επιτρεπομένης όμως της τροποποιήσεως ή αντικαταστάσεώς τους μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία, υπό τον όρο ότι δεν εισάγονται νέες διακρίσεις μεταξύ των δύο φύλων. Μετά την 31 Δεκεμβρίου 1982, επιτρέπεται η θέσπιση με νόμο διακρίσεων μεταξύ των δύο φύλων, η διατήρηση ή η επαναφορά προϋφισταμένων τοιούτων, μόνον αν δικαιολογούνται από σοβαρούς λόγους, βιολογικής ή κοινωνικής φύσεως (Σ.Ε. 828/89 (Ολομ.), 4226/88 (7/μελ.), 1810/91 (7/μελ.) κ.α.). 5. Επειδή ο Ν. 1329/1983 (φ. Α` 25), με τον οποίο αναμορφώθηκαν οι διατάξεις του οικογενειακού δικαίου του Αστικού Κώδικα προς το σκοπό εναρμονίσεώς τους προς τις εκτεθείσες συνταγματικές διατάξεις, προβλέπει στο άρθρο 64 αυτού τα εξής: "Σχέσεις κοινωνικής ασφάλισης που προβλέπουν εισφορές και παροχές για προικοδότηση ή άλλες παροχές που δίνονται εν όψει γάμου και στηρίζονται στη διάκριση φύλου απαγορεύονται (παρ. 1). Διατάξεις νόμων ή καταστατικών των φορέων κοινωνικής ασφάλισης που προβλέπουν ασφαλιστικές σχέσεις της προηγούμενης παραγράφου παραμένουν προσωρινά σε ισχύ. Μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευση αυτού του νόμου, με κοινές αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού που εποπτεύει τον φορέα, τροποποιούνται οι ισχύουσες διατάξεις, ώστε οι προβλεπόμενες παροχές της πρώτης παραγράφου να δίνονται ως παροχές για τη δημιουργία ή την ενίσχυση οικογενειακής ή επαγγελματικής αυτοτέλειας, χωρίς διάκριση φύλου. Με τις ίδιες αποφάσεις ορίζονται συγχρόνως και οι όροι της νέας ασφαλιστικής σχέσης. (παρ. 2). Υφιστάμενες σχέσεις κοινωνικής ασφάλισης της πρώτης παραγράφου, εφόσον έχουν καταβληθεί εισφορές κατά τη δημοσίευση αυτού του νόμου, εξακολουθούν να ισχύουν έως τη λήξη τους κατά τις κείμενες διατάξεις. Σ` αυτή την περίπτωση η ασφαλιστική παροχή καταβάλλεται στη γυναίκα, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπει η ισχύουσα νομοθεσία, και πάντως όχι ως προίκα" (παρ. 3). Οι δύο πρώτες παράγραφοι του ανωτέρω άρθρου είναι σύμφωνες με τις εκτεθείσες διατάξεις του Συντάγματος, εφόσον προβλέπουν ότι προικοδότηση ή άλλες παροχές λόγω γάμου, που χορηγούντο σε θυγατέρες ασφαλισμένων, επιτρέπονται στο εξής μόνον αν επεκταθούν και στους γυιούς των ασφαλισμένων για τη δημιουργία ή την ενίσχυση οικογενειακής ή επαγγελματικής αυτοτέλειας. Ενόψει της ρυθμίσεως αυτής, η μεταβατική διάταξη της παρ. 3 του ιδίου άρθρου, με την οποία διατηρούνται μέχρι τη λήξη τους υφιστάμενες σχέσεις κοινωνικής ασφάλισης περί χορηγήσεως γαμήλιων παροχών σε γυναίκες, εφόσον έχουν καταβληθεί οι σχετικές μέχρι τη δημοσίευση του νόμου, δεν αντίκειται στις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις. 6. Επειδή, το προγενέστερο του Συντάγματος Ν.Δ. 4114/1960 "Περί του Κώδικος "περί Ταμείου Νομικών" (φ. Α`164) ορίζει στο άρθρο 23 αυτού, το οποίο σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του νόμου επαναλαμβάνει προγενέστερες ρυθμίσεις τις οποίες αναδιαμορφώνει, ότι: "1. Χορηγείται εφ` άπαξ επικουρική παροχή: α) εις την το πρώτον ερχομένην εις γάμον θυγατέρα ησφαλισμένου τελούντος εν υπηρεσία και έχοντος συμπληρώσει 10ετή τουλάχιστον χρόνον ασφαλίσεως κατά την τέλεσιν του γάμου αυτής, β) εις την το πρώτον ερχομένην εις γάμον θυγατέρα συνταξιούχου του Ταμείου. γ) Εις την το πρώτον ερχομένην εις γάμον θυγατέρα λαμβάνουσαν σύνταξιν εκ του Ταμείου, ή ης η σύνταξις διεκόπη κατά το εδαφ. β` της παρ. 2 του άρθρου 22 του παρόντος. 2. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον παροχή χορηγείται εις μίαν μόνον θυγατέρα. 3. Θυγάτηρ εν τη εφαρμογή του παρόντος άρθρου νοείται η εκ νομίμου γάμου ή νομιμοποιηθείσα, ως και η εξώγαμος εφ` όσον ανεγνωρίσθη εκουσίως υπό του πατρός ή δια δικαστικής αποφάσεως εξωμοιώθη προς εκουσίως αναγνωρισθέν τέκνον αυτού κατά τας σχετικάς διατάξεις του Αστικού Κώδικος, πάντοτε δε έναντι της ησφαλισμένης μητρός. 4. Εν περιπτώσει ακυρώσεως ή λύσεως διαζυγίω ή θανάτω του συζύγου, του δι` ον εχορηγήθη η ειδική παροχή γάμου, δεν γεννάται δικαίωμα νέας ειδικής παροχής, εν περιπτώσει τελέσεως ετέρου γάμου. 5. Η ειδική παροχή ανέρχεται εις το δωδεκαπλάσιον : α) Επί της α` περιπτώσεως της παρ. 1 του παρόντος της μηνιαίας συντάξεως, ης θα εδικαιούτο ο ησφαλισμένος, εάν καθίστατο συνταξιούχος κατά τον χρόνον της τελέσεως του γάμου. β) Επί της β` περιπτώσεως, της παρ. 1 του παρόντος της μηνιαίας συντάξεως, ην λαμβάνει ο συνταξιούχος πατήρ ή μήτηρ κατά τον χρόνον της τελέσεως του γάμου. γ) Επί της γ` περιπτώσεως της παρ. 1 του παρόντος της μηνιαίας συντάξεως, ης βάσει του συνολικού χρόνου ασφαλίσεώς του θα εδικαιούτο ο θανών ησφαλισμένος ή συνταξιούχος, κατά τον χρόνον της τελέσεως του γάμου. 6. ....... 7. ...... 8. Οι ησφαλισμένοι και συνταξιούχοι οι έχοντες θήλυ τέκνον, μη ελθόν εις γάμον ή αποκτώντες τοιούτον, εκ νομίμου γάμου ή νομιμοποιηθέν ή εξώγαμον, αναγνωρισθέν εκουσίως υπό του πατρός ή διαδικαστικής αποφάσεως εξομοιωθέν προς εκουσίως αναγνωρισθέν τέκνον αυτού κατά τας σχετικάς διατάξεις του Αστικού Κώδικος, ως και η έχουσα εξώγαμον τέκνον μήτηρ και αι ήδη συνταξιοδοτούμεναι οικογένειαι, εν αις περιλαμβάνεται και άγαμος θυγάτηρ δικαιουμένη ειδικής παροχής του παρόντος άρθρου υποχρεούνται εις εισφοράν κατά μήνα οι μεν της πρώτης τάξεως εκ δρχ. 30, οι δε της δευτέρας εκ δρχ. 20, επί μίαν εικοσαετίαν από της ισχύος του παρόντος, ή από της γεννήσεως, νομιμοποιήσεως ή αναγνωρίσεως του τέκνου, εφ` όσον τοιούτον γεγονός λαμβάνει χώραν μετά την ισχύν του παρόντος Νόμου. 9. Εν καθυστερήσει καταβολής της ανωτέρω εισφοράς επιβάλλεται προσαύξησις επ` αυτής 5% ετησίως, αφ` ης ήτο αύτη καταβλητέα και μέχρις εξοφλήσεως. 10. Οι κατά την ισχύν του παρόντος ησφαλισμένοι και συνταξιούχοι απαλλάσσονται της κατά την παρ. 8 εισφοράς, εάν εντός 6 μηνών από της ισχύος του παρόντος δηλώσωσι τούτο προς το Ταμείον, οπότε δεν δικαιούται το τέκνον αυτών της υπό του παρόντος άρθρου προβλεπομένης παροχής. 11. ......... 12. Εάν δεν έχη καταβληθή εξ ολοκλήρου η κατά την παρ. 8 του παρόντος άρθρου εισφορά, ήτοι δι` όλον το εν αυτώ εικοσαετές διάστημα, επιστάντος του χρόνου, κατά τα ανωτέρω, καταβολής της ειδικής παροχής κρατείται εκ ταύτης υποχρεωτικής το μη καταβληθέν ποσόν του υπολοίπου χρονικού διαστήματος μετά της τυχόν οφειλομένης προσαυξήσεως". Το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε, μετά την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος, με το άρθρο 12 του Ν. 730/1977 (φ. Α 309), το οποίο επαναλαμβάνει, κατά βάση, τις ίδιες ρυθμίσεις, με την προσθήκη, ως προς τα δικαιούχα πρόσωπα, και των θετών θυγατέρων, ενώ επιφέρει ορισμένες τροποποιήσεις ως προς το ύψος των οφειλομένων εισφορών, ορίζοντας περαιτέρω ότι αυτές δεν επιστρέφονται σε περίπτωση υποβολής της κατά την ανωτέρω παρ. 10 - η οποία μετά το Ν. 730/77 έλαβε τον αριθμό 9 - δηλώσεως του γονέα ότι δεν επιθυμεί την λήψη της γαμήλιας παροχής από τη θυγατέρα του, η οποία δήλωση δεν υπόκειται πλέον σε προθεσμία ούτε σε ανάκληση. 7. Επειδή οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 23 του Ν.Δ. 4114/1960, οι οποίες προβλέπουν τη χορήγηση εφάπαξ επικουρικής παροχής μόνο στις θυγατέρες ασφαλισμένων ή συνταξιούχων του Ταμείου Νομικών που συνάπτουν γάμο, ήταν σύμφωνες με το Σύνταγμα ενόψει και του ότι ο Ν. 730/1977 επέφερε επουσιώδεις μόνο τροποποιήσεις χωρίς να εισαγάγει και νέες διακρίσεις μεταξύ των δύο φύλων, εφόσον ο γάμος της θυγατέρας και η αίτηση απονομής της εν λόγω παροχής έγιναν μέχρι της 31 Δεκεμβρίου 1982 (Σ.Ε. 4226/88 (7/μελ.). Μετά την ημερομηνία αυτή, οι εν λόγω διατάξεις δεν μπορούν πλέον να εφαρμόζονται μόνο για τις θυγατέρες των ασαλισμένων του Ταμείου Νομικών, εφόσον δεν επεκτάθηκαν και στους γυιούς των ασφαλισμένων αυτών - όπως αναφέρει το Ταμείο Νομικών στο από 7.2.1996 υπόμνημά του - πλην, υφιστάμενες σχέσεις για τη χορήγηση της επικουρικής αυτής παροχής σε θυγατέρες ασφαλισμένων ή συνταξιούχων του Ταμείου, για τις οποίες είχαν καταβληθεί εισφορές μέχρι τη δημοσίευση του Ν. 1329/1983 (25.2.1983), διατηρούνται σε ισχύ μέχρι της λήξη τους σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 64 του νόμου αυτού, και τούτο θεμιτώς κατά το Σύνταγμα, όπως ήδη εκτέθηκε στην πέμπτη σκέψη. 8. Επειδή στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση σε συνδυασμό με τα λοιπά παραδεκτώς λαμβανόμενα υπ` όψη κατ` αναίρεση διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής: Ο πατέρας της αναιρεσείουσας υπήχθη στην ασφάλιση του Ταμείου Νομικών με την ιδιότητα του δικηγόρου, στις 23.5.1936 και διατέλεσε ασφαλισμένος με την ιδιότητα αυτή μέχρι τις 6.8.1941, οπότε διορίσθηκε Εισηγητής στο Συμβούλιο της Επικρατείας, θέση από την οποία απολύθηκε στις 15.9.1942 λόγω αδικαιολόγητης αποχής από τα καθήκοντά του. Στις 14.2.1946 επαναδιορίσθηκε δικηγόρος και συνέχισε την ασφάλισή του με την ιδιότητα αυτή στο Ταμείο Νομικών μέχρι 2.7.1977, οπότε παραιτήθηκε από δικηγόρος και κατέστη συνταξιούχος του Ταμείου με συνολικό συντάξιμο χρόνο 46 χρόνια, 6 μήνες και 23 ημέρες. Με την ιδιότητα του δικηγόρου ο πατέρας της αναιρεσείουσας κατέβαλε, μετά την έναρξη της ισχύος του Ν.Δ. 4114/1960 και μέχρι το έτος 1980, τις προβλεπόμενες από το άρθρο 23 παρ. 8 αυτού εισφορές για τη χορήγηση εφάπαξ γαμήλιας παροχής σε περίπτωση τελέσεως γάμου της θυγατέρας του. Στη συνέχεια, ο πατέρας της αναιρεσείουσας αποκαταστάθηκε, βάσει των διατάξεων του Ν. 1543/1985, ως αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης, με απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 24 του ως άνω νόμου, κατ` ακολουθία της οποίας θεωρήθηκε ότι ουδέποτε απολύθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας και ότι εξήλθε της υπηρεσίας του ως δικαστικός λειτουργός στις 30.6.1974, λόγω ορίου ηλικίας, με το βαθμό του Παρέδρου. Προκειμένου δε να λάβει σύνταξη από το Δημόσιο με την τελευταία αυτή ιδιότητα, ο πατέρας της αναιρεσείουσας παραιτήθηκε εν μέρει του χρόνου ασφαλίσεώς του στο Ταμείο Νομικών με την ιδιότητα του δικηγόρου και από 1.3.1988, όταν άρχισε η συνταξιοδότησή του από το Δημόσιο, διαγράφηκε από τη δύναμη των συνταξιούχων του Ταμείου Νομικών, ενόψει του ότι, μετά την αφαίρεση του χρόνου ασφαλίσεως που χρησίμευσε για τη συνταξιοδότησή του από το Δημόσιο, ο απομένων χρόνος ασφαλίσεώς του στο Ταμείο (15 έτη και 1 ημέρα) δεν αρκούσε για να θεμελιώσει δικαίωμα συντάξεως από αυτό. Μετά τα γεγονότα αυτά, η αναιρεσείουσα, που συνήψε πρώτο γάμο στις 18.10.1989, υπέβαλε στις 7.11.1989 αίτηση προς το αναιρεσίβλητο Ταμείο για τη χορήγηση της ανωτέρω εφάπαξ επικουρικής παροχής. Το Δ.Σ. του Ταμείου με την 3491/17.2.1990 απόφασή του απέρριψε, κατ` αναθεώρηση, το αίτημα της αναιρεσείουσας με την αιτιολογία ότι, κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου της, ο πατέρας της, από τον οποίο έλκει το σχετικό δικαίωμα, δεν ήταν ούτε ασφαλισμένος, ούτε συνταξιούχος του Ταμείου Νομικών, όπως απαιτείται από το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν.Δ. 4114/1960. Προσφυγή - αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Δ.Σ. Ταμείου απορρίφθηκε με την 13839/1990 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Τέλος, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών που δίκασε έφεση της ιδίας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, αφού χαρακτήρισε το δικόγραφο της προσφυγής - αγωγής ως αμιγή προσφυγή, απέρριψε την έφεση αυτή με την αιτιολογία, ότι κατά το χρόνο επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως, δηλαδή τελέσεως του γάμου της αναιρεσείουσας (18.10.1989), ο πατέρας της, από τον οποίο έλκει το δικαίωμα για την απόληψη της ένδικης γαμήλιας παροχής, δεν είχε κανένα δεσμό ως άμεσος ασφαλισμένος ή συνταξιούχος με το Ταμείο, εφόσον με δική του πρωτοβουλία και αίτηση ζήτησε να διαγραφεί ο χρόνος ασφαλίσεώς του σε αυτό προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί από τον Δημόσιο ως δικαστικός λειτουργός. Περαιτέρω, το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό της αιτούσης περί εφαρμογής των περί συμβάσεως υπέρ τρίτου διατάξεων του Αστικού Κώδικα, όπως και το λόγο περί εφαρμογής των αρχών της τυπικής ασφαλίσεως, με την αιτιολογία ότι οι μεν πρώτες ισχύουν μόνο για σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, οι δε δεύτερες δεν μπορούν να εφαρμοστούν στην προκειμένη περίπτωση, όπου δεν αμφισβητείται η υπαγωγή στην ασφάλιση, ούτε η καταβολή εισφορών για την ένδικη γαμήλια παροχή αλλά μόνον η ύπαρξη ενεργού ασφαλιστικού δεσμού του πατέρα της με το Ταμείο κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου της, ο οποίος είχε διακοπεί με δική του υπαιτιότητα. Τέλος, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχεται ότι το αναιρεσίβλητο Ταμείο προσφέρεται να επιστρέψει τις εισφορές που είχε καταβάλει ο πατέρας της αναιρεσείουσας για την ανωτέρω αιτία την οποία θεωρεί λήξασα. 9. Επειδή κατά τα γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, ο πατέρας της αναιρεσείουσας, από τον οποίο αυτή έλκει το σχετικό δικαίωμά της, είχε καταβάλει, με την ιδιότητα του αμίσθου ασφαλισμένου (δικηγόρου) του Ταμείου τις απαιτούμενες ασφαλιστικές εισφορές εικοσαετίας (άρθρο 23 παρ. 8 του Ν.Δ. 4114/1960) για τη χορήγηση εφάπαξ γαμήλιας παροχής στη θυγατέρα του, ήδη πριν από τη δημοσίευση του Ν. 1329/1983. Συνεπώς, η ασφαλιστική αυτή σχέση διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά τη δημοσίευση του Ν. 1329/1983 σύμφωνα με την προαναφερθείσα παρ. 3 του άρθρου 64 αυτού. Και ναι μεν κατά την τέλεση του γάμου της αναιρεσείουσας (18.10.1989) ο πατέρας της δεν είχε πλέον, μετά την ανωτέρω εξέλιξη των σχέσεών του με το Ταμείο Νομικών, την ιδιότητα του δικηγόρου ή συνταξιούχου δικηγόρου υπήρχε πάντως, κατά νόμον, ασφαλιστικός δεσμός του τελευταίου με το Ταμείο, εφόσον κατά τις πάγιες διατάξεις της νομοθεσίας του (άρθρο 7 του Ν.Δ. 4114/1960) υπάγεται ρητώς στην υποχρεωτική ασφάλιση του Ταμείου, στην κατηγορία των εμμίσθων ασφαλισμένων, το κύριο και βοηθητικό προσωπικό του Συμβουλίου της Επικρατείας. Συνεπώς, και ασχέτως του ότι, όπως προκύπτει από τα δικόγραφα των διαδίκων, ο πατέρας της αναιρεσείουσας δεν έχει ασκήσει το δικαίωμα συνταξιοδοτήσεώς του από το Ταμείο Νομικών με την ιδιότητα του έμμισθου ασφαλισμένου, η αναιρεσείουσα δικαιούται να αξιώσει από το αναιρεσίβλητο Ταμείο την καταβολή της ένδικης εφάπαξ παροχής, εφ` όσον είχαν καταβληθή οι αντίστοιχες ασφαλιστικές εισφορές και είχαν συντρέξει οι απαιτούμενες προϋποθέσεις κτήσεως του δικαιώματος προς απόληψη της ένδικης παροχής όταν ακόμη ο πατέρας της αναιρεσείουσας ήταν δικηγόρος, απέμενε δε μόνο η πλήρωση της προϋποθέσεως ασκήσεως του δικαιώματος αυτού (δηλαδή η τέλεση του γάμου της). Για τον υπολογισμό δε της παροχής αυτής πρέπει να ληφθεί υπόψη, κατ` ανάλογη εφαρμογή του εδαφίου γ της παρ. 5 του άρθρου 23 του ν.δ/τος 4114/1960, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 730/1977, η σύνταξη που θα ελάμβανε ο πατέρας της από το Ταμείο Νομικών με την ιδιότητα του εμμίσθου ασφαλισμένου, αφού ληφθεί υπόψη ο συνολικός χρόνος ασφαλίσεώς του στο Ταμείο αυτό και με τις δύο ιδιότητες (δικηγόρου και δικαστικού λειτουργού). Κατά την άποψη όμως των Συμβούλων Λ. Οικονόμου και Π.Ζ. Φλώρου και του Παρέδρου Γ. Παπαγεωργίου είναι εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση και οι διατάξεις του άρθρου 18 του Ν. 1543/1985 (φ. Α 73), με βάση τις οποίες συνταξιοδοτήθηκε από το Δημόσιο ο πατέρας της αναιρεσείουσας, από τον οποίο έλκει, ως εμμέσως ασφαλισμένη, το δικαίωμα για την απόληψη της ένδικης γαμήλιας παροχής. Στην παρ. 3 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι "Από το χρόνο εκτός υπηρεσίας, που αναγνωρίζεται ως συντάξιμος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, αφαιρείται ο χρόνος που διανύθηκε στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού φορέα κύριας ασφάλισης, εκτός από το χρόνο που διανύθηκε στον Ο.Γ.Α.". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο χρόνος ασφαλίσεως του πατέρα της αναιρεσείουσας που ελήφθη υπόψη για τη συνταξιοδότησή του από το Δημόσιο, δεν μπορεί να υπολογισθεί στο Ταμείο Νομικών για οποιαδήποτε συνέπεια, επομένως ούτε για την θεμελίωση δικαιώματος γαμήλιας παροχής από τη θυγατέρα του, έστω και αν είχε καταβάλει υπέρ αυτής εισφορές προς το σκοπό αυτό. Περαιτέρω, κατά την άποψη του Συμβούλου Λ. Οικονόμου, μετά την αφαίρεση του ανωτέρω χρόνου ο απομένων χρόνος ασφαλίσεως του πατέρα της αναιρεσείουσας στο Ταμείο Νομικών ως δικηγόρου (15 έτη και μία ημέρα) αρκεί για να θεμελιώσει η τελευταία αυτή δικαίωμα λήψεως της γαμήλιας παροχής, κατ` ανάλογη εφαρμογή του εδαφίου α` της παρ. 1 του άρθρου 23 του Ν.Δ. 4114/1960, όπως κατά τ` ανωτέρω αντικαταστάθηκε, η οποία απαιτεί 10ετή μόνον ασφάλιση του εν ενεργεία ασφαλισμένου του Ταμείου για τη χορήγηση γαμήλιας παροχής στη θυγατέρα του. Κατά τη γνώμη όμως της πλειοψηφίας του δικαστηρίου η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 18 παρ. 3 του Ν. 1543/1985, - έχουσα την έννοια ότι το Δημόσιο, προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί αποκαθιστάμενος δημόσιος υπάλληλος, αφαιρεί από τον εκτός δημοσίας υπηρεσίας χρόνο αυτού εκείνον που τυχόν διανύθηκε στην ασφάλιση άλλου φορέα κυρίας ασφαλίσεως - δεν έχει εφαρμογή στην κρινόμενη περίπτωση έναντι του Ταμείου Νομικών και δεν επηρεάζει το δικαίωμα της αναιρεσείουσας προς λήψη της ένδικης παροχής, της οποίας δικαιούχος είναι αυτή η ίδια και όχι ο πατέρας της (Σ.Ε. 4226/88 (7/μελ.) ). 10. Επειδή, κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε τελικά το αίτημα της αναιρεσείουσας για χορήγηση της ένδικης γαμήλιας παροχής, με την αιτιολογία ότι κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου της ο πατέρας της δεν είχε ασφαλιστικό δεσμό με το Ταμείο Νομικών, πρέπει να αναιρεθεί για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, η δε υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο της ουσίας για νέα νόμιμη κρίση. Δ ι ά τ α ύ τ α Δέχεται την κρινόμενη αίτηση, Αναιρεί την απόφαση 1097/1992 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, σύμφωνα με το σκεπτικό. Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο. Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου, και Επιβάλλει στο Ταμείο Νομικών για τη συνολική δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας το ποσό των σαράντα δύο χιλιάδων (42.000) δραχμών. Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 1996 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 29ης Μαϊου 1996. Ο Πρόεδρος του Α Τμήματος Η Γραμματέας του Α` Τμήματος Δ. Μαργαρίτης Ε. Κουμεντέρη