Έτος
2006
Νόμος / διάταξη που αφορά
Άρθρο 29, παρ. 3 ΑΝ 1846/51
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Σύζυγοι / προσαύξηση σύνταξης

 

ΙΚΑ. Η προβλεπόμενη από το άρθρο 29 παρ. 3 του αν.ν. 1846/1951 προσαύξηση της συντάξεως λόγω συζύγου, αποτελεί πρόσθετη ασφαλιστική παροχή η οποία χορηγείται για ενίσχυση του οικογενειακού εισοδήματος των συνταξιούχων του ΙΚΑ που είναι ασθενέστεροι από οικονομική άποψη, τέτοιοι δε θεωρούνται κατ΄ αρχήν εκείνοι, των οποίων ο σύζυγος δεν εργάζεται ή δεν συνταξιοδοτείται. Ως εκ τούτου, η επίμαχη διάταξη δεν αντίκειται στο άρθρο 21 παρ. 1 ούτε και στο άρθρο 4 του Συντάγματος. Εξάλλου δεν αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο. Μειοψηφία. Δέχεται την αίτηση αναιρέσεως.

Αριθμός 3006/2006

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Α΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2005, με την εξής σύνθεση: Γ. Ανεμογιάννης, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Α` Τμήματος, Δ. Μπριόλας, Δ. Μαρινάκης, Δ. Σκαλτσούνης, Γ. Σγουρόγλου, Σύμβουλοι, Δ. Εμμανουηλίδης, Β. Ανδρουλάκης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μ. Ιωαννίδου.

Για να δικάσει την από 12 Ιουνίου 2001 αίτηση: του ........ .... ............, κατοίκου ..... (....... ....... αριθ. ..), ο οποίος παρέστη με το δικηγόρο Παν. Τσουμάνη (Α.Μ. 12268), που τον διόρισε με πληρεξούσιο, κατά του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων» (Ι.Κ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Αγ. Κων/νου αριθ. 8), το οποίο παρέστη με τους : 1. Δ. Αναστασόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και 2. Χ. Μπρισκόλα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, οι οποίοι και συμπαρίστανται.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 621/2000 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Παρέδρου, Δ. Εμμανουηλίδη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος, ο οποίος αναφέρθηκε στην εισήγηση και τους συμπαρισταμένους αντιπροσώπους του αναιρεσιβλήτου Ιδρύματος, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (2750782/2001 ειδικό γραμμάτιο παραβόλου).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 621/2000 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 592/1998 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πατρών. Με την πρωτόδικη απόφαση απορρίφθηκε προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά της 554/1996 αποφάσεως της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του Περιφερειακού Υποκαταστήματος ΙΚΑ Πατρών, με την οποία απορρίφθηκε ένσταση του ανωτέρω ασφαλισμένου κατά της 7565/1994 αποφάσεως του Διευθυντή του πιο πάνω υποκαταστήματος ΙΚΑ. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε απορριφθεί αίτημα του αναιρεσείοντος για τον επαναπροσδιορισμό της σύνταξής του και της χορήγησης προσαύξησης 10% λόγω οικογενειακών βαρών.

3. Επειδή, στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 29 του α.ν. 1846/1951 (Α΄ 179), όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε τελικώς με την παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 825/1978 (Α΄ 189) ορίζεται ότι "Το ποσόν της συντάξεως λόγω αναπηρίας ή γήρατος προσαυξάνεται δια την σύζυγον κατά το ποσόν ενός και ημίσεος του εκάστοτε ισχύοντος ημερομισθίου ανειδικεύτου εργάτου, εφ’ όσον δεν ασκεί επάγγελμά τι ή δεν είναι συνταξιούχος ασφαλιστικού οργανισμού ή Ν.Π.Δ.Δ. ή του Δημοσίου . . .". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που ερμηνεύεται πλέον ενόψει τόσο των περί ισότητας των φύλων και προστασίας της οικογένειας συνταγματικών διατάξεων όσο και της μεταβολής των κοινωνικών συνθηκών από την άποψη της παροχής εργασίας κατά κανόνα και από τους δύο συζύγους και όχι μόνο από τον άνδρα, όπως συνέβαινε συνήθως το χρόνο κατά τον οποίο θεσπίσθηκε η διάταξη αυτή, το ποσό της συντάξεως λόγω αναπηρίας ή γήρατος που λαμβάνει ο ένας από τους συζύγους προσαυξάνεται, ανεξάρτητα από το φύλο του άλλου συζύγου, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου, δηλαδή εφόσον ο σύζυγος του συνταξιούχου δεν εργάζεται ή δεν είναι συνταξιούχος ασφαλιστικού οργανισμού, του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (Σ.Ε. 1261/1994 7μελούς, 2219/1997, 2466/1998). Η προσαύξηση αυτή της σύνταξης, που αποτελεί πρόσθετη ασφαλιστική παροχή, χορηγείται για την ενίσχυση του οικογενειακού εισοδήματος των συνταξιούχων του Ι.Κ.Α. που είναι ασθενέστεροι από οικονομική άποψη (βλ. τις πιο πάνω αποφάσεις), τέτοιοι δε θεωρούνται καταρχήν οι έγγαμοι συνταξιούχοι των οποίων ο σύζυγος δεν εργάζεται ή δεν λαμβάνει σύνταξη από το Δημόσιο, ν.π.δ.δ. ή ασφαλιστικό οργανισμό. Συνεπώς των συνταξιούχων αυτών δικαιολογείται η προσαύξηση της σύνταξης με τη χορήγηση ποσού ίσου με ενάμισι ημερομίσθιο ανειδίκευτου εργάτη, όπως το ημερομίσθιο αυτό ισχύει κάθε φορά. Η μη χορήγηση δε της προσαύξησης αυτής στους έγγαμους συνταξιούχους του Ι.Κ.Α. των οποίων οι σύζυγοι δεν συγκεντρώνουν τις πιο πάνω προϋποθέσεις (δηλαδή εργάζονται ή είναι συνταξιούχοι και, κατά κοινή πείρα, οι απολαβές τους υπερβαίνουν το ποσό της πιο πάνω προσαύξησης) δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού οι πιο πάνω κατηγορίες συνταξιούχων του Ι.Κ.Α. δεν τελούν κάτω από τις ίδιες συνθήκες. Εξάλλου, η επίμαχη διάταξη, με το πιο πάνω περιεχόμενο, δεν αντίκειται και στη διάταξη του άρθρου 21 παρ.1 του Συντάγματος περί προστασίας της οικογένειας. Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Γ. Σγουρόγλου στη γνώμη του οποίου προσχώρησε και ο Πάρεδρος Δ. Εμμανουηλίδης. Κατά τη γνώμη αυτή, η διάταξη του άρθρου 29 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951 αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 21 παρ. 1 του Συντάγματος, γιατί, εφόσον προβλέπει την προσαύξηση της σύνταξης μόνο του συνταξιοδοτούμενου συζύγου, χωρίς να χορηγείται αυτή αν ο άλλος σύζυγος εργάζεται ή είναι συνταξιούχος ασφαλιστικού οργανισμού ή του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, εισάγει αδικαιολόγητη διάκριση τούτο δε, διότι η πρόσθετη αυτή παροχή, κατά την έκφραση που χρησιμοποιεί η επίμαχη διάταξη, πρέπει να καταβάλλεται επιπλέον της συντάξεως σε όλους τους έγγαμους συνταξιούχους χωρίς τους πιο πάνω περιορισμούς, εφόσον σκοπός αυτής είναι η παροχή βοήθειας για την αντιμετώπιση των πρόσθετων οικογενειακών βαρών που συνεπάγεται εν γένει η οικογένεια. Από την από κοινού δε συμμετοχή στα εν λόγω βάρη για την επίτευξη του πιο πάνω σκοπού συνάγεται ότι όλοι οι πιο πάνω συνταξιούχοι τελούν υπό τις ίδιες και όχι διαφορετικές συνθήκες. Επομένως, δεν είναι δυνατόν να εξαρτάται η χορήγηση της εν λόγω προσαύξησης σε συνταξιούχο του Ι.Κ.Α. από το αν ο σύζυγός του εργάζεται ή είναι συνταξιούχος ασφαλιστικού οργανισμού ή του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Κατά την ειδικότερη δε γνώμη του Συμβούλου Γ. Σγουρόγλου, το γεγονός ότι η χορήγηση της πιο πάνω προσαύξησης συναρτάται μόνο με τη μη άσκηση επαγγέλματος ή τη μη συνταξιοδότηση του άλλου συζύγου, χωρίς σύνδεση προς ορισμένο ποσό εισοδήματος του συζύγου αυτού και δη ικανού να αντισταθμίσει την πιο πάνω παροχή ενόψει των ποικίλων μορφών απασχόλησης (πλήρους, μερικής, εποχικής κ.λπ.), αντίκειται στην αρχή της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, γιατί θέτει τους συνταξιούχους αυτούς του Ι.Κ.Α. σε δυσμενέστερη θέση εν σχέσει προς άλλους συνταξιούχους του Ιδρύματος, οι σύζυγοι των οποίων ναι μεν δεν εργάζονται ούτε συνταξιοδοτούνται έχουν, όμως, εισοδήματα εξ άλλων πηγών (ακίνητα, μερίσματα κ.λπ.).

4. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: Ο αναιρεσείων, από το έτος 1984 είναι συνταξιούχος του Ι.Κ.Α. λόγω γήρατος. Στις 19-5-1994, με αίτησή του προς το τμήμα συντάξεων του περιφερειακού υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Πατρών ζήτησε να προσαυξηθεί η σύνταξή του κατά ποσοστό 10% λόγω οικογενειακών βαρών (συζύγου). Το αίτημά του απορρίφθηκε με την 7565/5-7-1994 απόφαση του Διευθυντή του πιο πάνω υποκαταστήματος Ι.Κ.Α., με την αιτιολογία ότι η σύζυγός του ήταν συνταξιούχος του Δημοσίου και, κατόπιν τούτου, από το νόμο (άρθρο 29 παρ. 3 α.ν. 1846/1951), δεν προβλεπόταν τέτοια προσαύξηση. Το ίδιο δέχθηκε και η Τ.Δ.Ε. του Ι.Κ.Α. Πατρών, η οποία με την 554/1996 απόφασή της απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ο αναιρεσείων άσκησε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία απορρίφθηκε με την πρωτόδικη απόφαση. Έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης αυτής απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Συγκεκριμένα, το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι η ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 29 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951 αντιμετώπιζε με διαφορετικό τρόπο τους συνταξιούχους των οποίων η σύζυγος δεν εργάζεται ούτε συνταξιοδοτείται σε σχέση με τους συνταξιούχους των οποίων η σύζυγος εργάζεται ή συνταξιοδοτείται, χορηγώντας την ένδικη προσαύξηση μόνο στους πρώτους. Η θέσπιση όμως της διάκρισης αυτής μεταξύ των δύο πιο πάνω κατηγοριών συνταξιούχων που δεν τελούσαν υπό τις ίδιες συνθήκες όσον αφορά το οικογενειακό τους εισόδημα εδικαιολογείτο, κατά το διοικητικό εφετείο, λόγω της ειδικής σκοπιμότητας που εξυπηρετούσε, δηλαδή την ενίσχυση των συνταξιούχων που δεν διέθεταν δεύτερο οικογενειακό εισόδημα. Επομένως, η πιο πάνω διάταξη δεν ήταν αντίθετη στα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδάφ. β΄ του Συντάγματος ούτε στο κοινοτικό δίκαιο. Με τις σκέψεις αυτές το διοικητικό εφετείο απέρριψε την αίτηση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.

5. Επειδή, η κρίση αυτή του διοικητικού εφετείου είναι νόμιμη, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις σκέψεις 3 και 4, και, επομένως, ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η διάταξη του άρθρου 29 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, η οποία θέτει τις πιο πάνω προϋποθέσεις για τη χορήγηση της επίμαχης προσαύξησης της σύνταξης είναι αντίθετη με τα άρθρα 4 παρ. 1 και 21 παρ. 1 του Συντάγματος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τη γνώμη όμως της μειοψηφίας, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

6. Επειδή, το άρθρο 119 της Συνθήκης Ε.Ο.Κ., όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο (ήδη άρθρο 141 της Συνθήκης του Άμστερνταμ), όριζε ότι «Κάθε Κράτος μέλος εξασφαλίζει κατά τη διάρκεια του πρώτου σταδίου και διατηρεί εν συνεχεία την εφαρμογή της αρχής της ισότητος των αμοιβών για όμοια εργασία μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών. Ως αμοιβή νοούνται, κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, οι συνήθεις βασικοί ή ελάχιστοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας. …». Περαιτέρω, η οδηγία 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών (Ε.Ε. L 45/19.2.1975), ορίζει στο άρθρο 1 εδ. πρώτο ότι η αρχή της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών, που προβλέπεται στο άρθρο 119 της Συνθήκης, συνεπάγεται για την ίδια εργασία ή για εργασία στην οποία αποδίδεται ίση αξία την κατάργηση για το σύνολο των στοιχείων και όρων αμοιβής κάθε διακρίσεως βασιζόμενης στο φύλο. Κατά το άρθρο 3 της ως άνω οδηγίας τα κράτη μέλη καταργούν τις διακρίσεις μεταξύ των ανδρών και γυναικών που απορρέουν από νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις και είναι αντίθετες στην αρχή της ισότητας των αμοιβών. Οι ανωτέρω διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας απαγορεύουν κάθε διάκριση ως προς χορηγούμενες παροχές που βασίζεται άμεσα ή έμμεσα στο φύλο, δεν απαγορεύουν δε στον εθνικό νομοθέτη να θεσπίσει ειδικότερες αντικειμενικές προϋποθέσεις για τη χορήγηση των πάσης φύσεως συνταξιοδοτικών παροχών, εφόσον οι προϋποθέσεις αυτές δεν συνάπτονται με διακρίσεις λόγω του φύλου των δικαιούχων (βλ. ΣτΕ 1022/2005 7μ.). Ενόψει των ανωτέρω, ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η διάταξη του άρθρου 29 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951 αντίκειται στις ανωτέρω διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι οι προϋποθέσεις που θεσπίζουν για τη χορήγηση της προσαύξησης δεν συνάπτονται με το φύλο του δικαιούχου.

7. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Διά ταύτα

Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση.