Έτος
2007
Νόμος / διάταξη που αφορά
Άρθρο 17 παρ. 1 περ. ζ' ΝΔ 4114/60
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Άνδρες και γυναίκες / όρια συνταξιοδότησης

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2006, με την εξής σύνθεση: …Για να δικάσει την από 22 Μαρτίου 2002 αίτηση: του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Ταμείον Νομικών», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Σωκράτους αριθ. 53), το οποίο παρέστη με τον Ευστράτιο Συνοίκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, κατά του ......... ........., κατοίκου .......... Αιτωλοακαρνανίας (οδός ....... ....... αριθ. ..), ο οποίος παρέστη με το δικηγόρο Δημ. Χριστόπουλο (Α.Μ. 8860), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.

Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ΄ αριθμ. 2522/2005 αποφάσεως του Α΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση.

Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ταμείο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 4229/2000 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέση εισηγήσεως από τον Εισηγητή, Σύμβουλο Ε. Αντωνόπουλο.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον εκπρόσωπο του αναιρεσείοντος Ταμείου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως δεν απαιτείται, κατά το νόμο, η καταβολή παραβόλου (άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/98, Α΄ 31).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 4229/2000 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος Ταμείου κατά της υπ΄ αριθμ. 10240/1999 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την πρωτόδικο απόφαση είχε γίνει δεκτή προσφυγή του αναιρεσιβλήτου, είχε ακυρωθεί η υπ΄ αριθμ. 3851/12.11.1997 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος Ταμείου και είχε αναγνωρισθεί ότι ο αναιρεσίβλητος θεμελιώνει συνταξιοδοτικό δικαίωμα βάσει του άρθρ. 17 παράγρ. 1 περίπτ. ζ΄ του Ν. 4114/1960 (Α. 164).

3. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας κατόπιν της υπ΄ αριθμ. 2522/2005 αποφάσεως του Α΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με την απόφαση αυτή παρεπέμφθη, κατ΄ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 100 παρ. 5 του Συντάγματος, προς επίλυση το ζήτημα της αντιθέσεως της διατάξεως του άρθρου 17 παρ. 1 περ. ζ του Ν.Δ. 4114/1960 (Α΄ 164) προς τα άρθρα 4 παρ. 2 και 116 του Συντάγματος.

4. Επειδή, η κρινομένη αίτηση ασκήθηκε παραδεκτώς και είναι, περαιτέρω, ερευνητέα.

5. Επειδή, στο άρθρο 17 παρ. 1 του Ν. 4114/1960 «Περί Ταμείου Νομικών» ορίζεται ότι: «1. Δικαίωμα εις μηνιαίαν σύνταξιν εκ του ταμείου έχει ο ησφαλισμένος, ο εξερχόμενος της ασφαλίσεως: α) Εάν έχη συμπεπληρωμένον 30ετή χρόνον ασφαλίσεως ασχέτως ηλικίας. β) Εάν έχη συμπεπληρωμένον 25ετή χρόνον ασφαλίσεως και ηλικίαν 60 ετών. γ) Εάν έχη συμπεπληρωμένον 20ετή χρόνον ασφαλίσεως και ηλικίαν 65 ετών. δ) Εάν απολυθή εκ της υπηρεσίας μετά 25ετή χρόνον ασφαλίσεως, ασχέτως ηλικίας, εκτός αν η απόλυσις οφείλεται εις αποχήν εκ των καθηκόντων του. ε) Εάν έχη συμπεπληρωμένον 10 ετών χρόνον ασφαλίσεως και καταστή σωματικώς ή διανοητικώς ανίκανος για την άσκησιν της υπηρεσία του. στ) Εάν έχη συμπεπληρωμένον 10 ετών χρόνον ασφαλίσεως και απομακρυνθή της υπηρεσίας λόγω ορίου ηλικίας. . . ζ) Εάν απομακρυνθή της υπηρεσίας ησφαλισμένη μετά την συμπλήρωσιν χρόνου ασφαλίσεως 25 ετών. 2. . . .». Με τη διάταξη αυτή προβλέπεται ότι η ασφαλισμένη του Ταμείου δικαιούται συντάξεως γήρατος, εφόσον έχει συμπληρώσει χρόνο ασφαλίσεως 25 ετών, άνευ συνδρομής ετέρας προϋποθέσεως, ενώ για τον ασφαλισμένο με τον αυτό χρόνο ασφαλίσεως (25 ετών) απαιτείται ως πρόσθετη προϋπόθεση και η συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας. Η ρύθμιση αυτή, κατά το μέρος που συνεπάγεται διαφορετική μεταχείριση του άνδρα ασφαλισμένου του Ταμείου έναντι της γυναικός, συνιστά, εν όψει των κρατουσών κοινωνικών συνθηκών, αδικαιολόγητη διάκριση επί τη βάσει του φύλου και, επομένως, αντίκειται στις κατοχυρούσες την ισότητα των φύλων διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 2 και 116 του Συντάγματος. Αν και κατά τη γνώμη των Συμβούλων Θ. Παπαευαγγέλου και Κ. Βιολάρη, προς την γνώμη των οποίων συνετάχθη η Πάρεδρος Μ. Τριπολιτσιώτη, η ανωτέρω ρύθμιση του Ν. 4114/1960 δεν αντίκειται στις προαναφερθείσες συνταγματικές διατάξεις, διότι αποσκοπεί στη μείζονα κοινωνική προστασία της γυναικός, η οποία δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της ισότητας των φύλων.

Περαιτέρω, εν όψει της αντιθέσεως προς τα άρθρα 4 παρ. 1 και 116 του Συντάγματος της προσθέτου προϋποθέσεως του ορίου ηλικίας των 60 ετών που τάσσεται μόνο για τους άρρενες ασφαλισμένους του Ταμείου, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει χρόνο ασφαλίσεως 25 ετών, εν όψει δε ότι στις λοιπές περιπτώσεις συνταξιοδοτήσεως που προβλέπονται στο άρθρο 17 παρ. 1 του Ν.Δ. 114/1960, ουδεμία διαφορετική μεταχείριση υφίσταται μεταξύ ανδρών και γυναικών ασφαλισμένων, θα πρέπει, περιαιρομένης της προσθέτου προϋποθέσεως του ορίου ηλικίας και οι άνδρες ασφαλισμένοι του Ταμείου να δικαιούνται συντάξεως γήρατος, εφόσον έχουν συμπληρώσει χρόνο ασφαλίσεως 25 ετών, όπως οι γυναίκες ασφαλισμένες. Αν και κατά τη γνώμη των Συμβούλων, Π. Πικραμμένου, Θ. Παπαευαγγέλου, Ν. Ρόζου, Α.Γκότση, Α. Ράντου, Δ. Μαρινάκη, Μ. Καραμανώφ, Α. Χριστοφορίδου, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Νίκα, Γ. Τσιμέκα, Π. Καρλή και Δ. Γρατσία, προς την γνώμη των οποίων συνετάχθη ο Πάρεδρος Β. Ανδρουλάκης, εφόσον με την προαναφερόμενη διάταξη θεσπίζεται, εν όψει των κρατουσών κοινωνικών συνθηκών, αδικαιολόγητη εξαίρεση υπέρ των γυναικών ασφαλισμένων του Ταμείου, η οποία αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 2 και 116 του Συντάγματος, δεν είναι δυνατή η, κατ΄ εφαρμογή της αρχής της ισότητας, επέκταση της εξαιρετικής αυτής ρυθμίσεως και στους άνδρες ασφαλισμένους του Ταμείου, αλλά η κατάργησή της και ως προς τις γυναίκες ασφαλισμένες του Ταμείου.

6. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσίβλητος υπηρέτησε ως Δικαστικός Γραφέας Β΄ Τάξεως από 1.12.1970 έως 30.9.1978 και ως Δικαστικός Υπάλληλος από την 1.10.1978 έως την 4.6.1996, ημερομηνία κατά την οποία παραιτήθηκε, πραγματοποίησε δε την ασφάλιση του Ταμείου Νομικών χρόνο ασφάλισης 30 ετών, 6 μηνών και 4 ημερών, στον οποίο συμπεριλαμβάνεται πλασματική υπηρεσία 5 ετών που εξαγόρασε κατά την 2.12.1993 κατόπιν αιτήσεως (αριθμ. πρωτ. 37995/7.12.1993), δυνάμει της παρ. 11 του άρθρου 35 του ν.δ. 4114/1960, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 17 του ν. 1759/1988. Με την 29990/22.8.1996 αίτησή του προς το Ταμείο Νομικών ο αναιρεσίβλητος ζήτησε να του χορηγηθεί σύνταξη, πλην το αίτημά του αυτό απορρίφθηκε με την 9127/4.10.1996 πράξη του Διευθυντή Παροχών του ως άνω Ταμείου, με την αιτιολογία ότι δεν πληρούσε τις απαιτούμενες, κατ΄ άρθρο 17 του ν. 4114/1960, σε συνδυασμό με τα άρθρα 47 και 48 του ν. 2084/1992 και 19 παρ. 6 του ν. 2150/1993, για θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, προϋποθέσεις και, ειδικότερον, διότι είχε μεν συμπληρώσει πραγματική ασφάλιση 26 ετών, δεδομένου ότι η πλασματική υπηρεσία των 5 ετών δεν δύναται να συνυπολογισθεί προς θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος ως εξαγορασθείσα μετά την λήξη της προθεσμίας του άρθρου 35 παρ. 11 του ν. 4114/1960, δεν είχε, όμως, συμπληρώσει το εξηκοστό έτος της ηλικίας του. Ακολούθως, ο αναιρεσίβλητος άσκησε την 265/3.1.1997 ένσταση ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, η οποία απορρίφθηκε με την 3852/12.11.1997 απόφαση τούτου με την αυτή αιτιολογία. Ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου ο αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η διαφοροποίηση των προϋποθέσεων του νόμου (άρθρο 17 παρ. 1 περίπτωση β΄, και ζ΄, του ν. 4114/1960) για την απονομή συντάξεως στους άνδρες ασφαλισμένους του Ταμείου (25 έτη ασφάλισης και όριο ηλικίας 60 ετών) σε σχέση με τις γυναίκες ασφαλισμένες (25 έτη ασφάλισης χωρίς όριο ηλικίας), αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας των φύλων, πρέπει δε, κατ΄ επέκταση, να εφαρμοσθεί και στην προκειμένη περίπτωση η ευμενέστερη διάταξη νόμου, δηλαδή του άρθρου 17 παρ. 1 περ. ζ΄του ίδιου Ν. 4114/1960, που αφορά στις γυναίκες ασφαλισμένες. Το πρωτόδικο δικαστήριο έκανε δεκτή την προσφυγή του ασφαλισμένου και έκρινε ότι η διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 περ. β΄ του ν. 4114/1960, εν σχέσει με την περ. ζ΄ του ίδιου άρθρου, αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 2 και 116 του Συντάγματος και, για το λόγο αυτό, είναι μη εφαρμοστέα. Το Διοικητικό Εφετείο έκρινε ότι η διαφοροποίηση, βάσει της ανωτέρω διατάξεως, σε βάρος του άνδρα ασφαλισμένου, έναντι της γυναίκας ασφαλισμένης, δεν δικαιολογείται, εν όψει και των σύγχρονων κοινωνικοοικονομικών δεδομένων και αντιλήψεων, από αποχρώντες λόγους, αναφερόμενους μόνο στη διαφορά του φύλου και, επομένως, ότι η διάταξη αυτή είναι ανίσχυρη, ως αντικείμενη στα άρθρα 4 παρ. 2 και 116 του Συντάγματος, κατά το μέρος που θεσπίζει ως πρόσθετη προϋπόθεση για τη συνταξιοδότηση το όριο ηλικίας των 60 ετών, προς αποκατάσταση δε της επιβαλλόμενης εν προκειμένω ίσης μεταχείρισης των δύο φύλων, εφαρμοστέο τυγχάνει για τον άνδρα ασφαλισμένο το συνταξιοδοτικό καθεστώς που ισχύει για τη γυναίκα ασφαλισμένη με τον ίδιο χρόνο ασφαλίσεως, απέρριψε δε, με τις σκέψεις αυτές, την έφεση του αναιρεσείοντος Ταμείου.

7. Επειδή, εν όψει των ανωτέρω γενομένων δεκτών στην σκέψη 5 περί της εννοίας και της συνταγματικότητας της διατάξεως του άρθρου 17 παρ. 1 περ. ζ΄ του ν. 4114/1960, ο μοναδικός προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως ότι η διάταξη αυτή δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 2 και 116 του Συντάγματος, διότι υφίστανται αποχρώντες λόγοι, δικαιολογούντες την ευνοϊκότερη μεταχείριση των γυναικών, θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, όπως και η αίτηση στο σύνολό της.

8. Επειδή, στο αναιρεσείον Ταμείο Νομικών, ως ηττηθέντα διάδικο, πρέπει να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου και για την παράστασή του ενώπιον του Α΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά την προηγηθείσα επ΄ ακροατηρίου συζήτηση της υποθέσεως.

Διά ταύτα

Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση.