Έτος
2009
Νόμος / διάταξη που αφορά
Άρθρο 58 παρ. 8 ΠΔ 166/2000
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Συνταξιούχοι δημοσίου / απαγόρευση καταβολής διπλής σύνταξης

 

Ελ.Σ. 1938/2009 (Ολομέλεια)

Πρόεδρος: ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΡΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ Εισηγήτρια: ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΒΒΑΔΙΑ –ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑ Γεν. Επίτροπος Επικρατείας: Γ. ΣΧΟΙΝΙΩΤΑΚΗΣ

1. Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της 995/2006 αποφάσεως του Ι Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, για τη συζήτηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο, έχει ασκηθεί εμπροθέσμως και νομοτύπως. Επομένως είναι τυπικώς δεκτή και ερευνητέα κατά το βάσιμο των λόγων αυτής, παρά τη δικονομική απουσία της αιτούσης, η οποία εμφανίστηκε χωρίς δικηγόρο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και ζήτησε να εκδικασθεί η υπόθεση της (άρθρα 27, 65 παρ. 3 και 117 Π.Δ. 1225/1981).

2. Με την αίτηση η αναιρεσείουσα ζητεί την ακύρωση της πληττόμενης αποφάσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του διέποντος την επίδικη έννομη σχέση νόμου και ειδικότερα για αντίθεση της διατάξεως του άρθρου 58 παρ. 8 του Π.Δ. 166/2000 (φ. 153 Α) στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1, 17, 22 και 116 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.

3. Από την καθιερούμενη στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας απορρέει νομικός κανόνας, δεσμευτικός τόσο για τον κοινό νομοθέτη, όσο και για την κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση, ο οποίος επιβάλλει την ομοιόμορφη αντιμετώπιση προσώπων που τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες (αρχή της ισότητας του νόμου). Και είναι μεν δυνατόν ο κοινός νομοθέτης να ρυθμίσει κατ` αρχήν κατά τρόπο ενιαίο ή διάφορο τις ποικίλες πραγματικές ή προσωπικές καταστάσεις ή σχέσεις, ενόψει των κάθε φορά υφισταμένων και συνδεομένων με κάθε κατηγορία από αυτές κοινωνικών, οικονομικών, επαγγελματικών, τοπικών ή άλλων συνθηκών, πάντοτε όμως επί τη βάσει γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων, που τελούν σε συνάφεια με το αντικείμενο της ρυθμίσεως και εντός των ορίων της αρχής της ισότητας, που αποκλείει τόσο την έκδηλη και αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση και επί τη βάσει όλως τυπικού ή συμπτωματικού κριτηρίου ενιαία ρύθμιση ανόμοιων καταστάσεων ή αντιμετώπιση προσώπων τελούντων υπό διάφορες συνθήκες. Η τήρηση της αρχής της ισότητας ελέγχεται από τα Δικαστήρια κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, ώστε να διασφαλίζεται η πραγμάτωση του Κράτους Δικαίου. Ειδικότερα, όσον αφορά την κοινωνική ασφάλιση, υπό το ισχύον στην Ελλάδα σύστημα της ασφαλίσεως σε περισσότερους φορείς, η άνιση μεταχείριση ομοειδών κατηγοριών ασφαλισμένων ως προς τη ρύθμιση των ασφαλιστικών παροχών, εντός του αυτού ασφαλιστικού φορέως, συνιστά παράβαση της αρχής της ισότητας, ενώ προκειμένου περί ασφαλισμένων σε διάφορους ασφαλιστικούς οργανισμούς, η τήρηση της αρχής της ισότητας υπαγορεύει την εξασφάλιση ελαχίστου καθεστώτος ισοδύναμου ασφαλιστικής προστασίας. Η αρχή όμως της ισότητας δεν αποκλείει την ευρεία ευχέρεια του νομοθέτη, εν όψει των εκάστοτε ειδικών συνθηκών, να προβαίνει στη θέσπιση διακρίσεων δικαιολογημένων από τη συνδρομή ειδικών περιπτώσεων ή από λόγους που αφορούν το γενικό δημόσιο συμφέρον ή ειδική σκοπιμότητα.

Εξάλλου στο άρθρο 4 παρ. 2 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Οι Ελληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις». Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικής αρχής της ισότητας όσον αφορά στην κοινωνική θέση και στην νομική αντιμετώπιση των σχέσεων των δύο φύλων, αφ` ενός απαγορεύεται η δημιουργία ανίσων καταστάσεων και η διαφοροποίηση του περιεχομένου των επιμέρους δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων των πολιτών, τόσο μεταξύ τους, όσο και έναντι της Πολιτείας, βάσει της διαφοράς του φύλου, αφ` ετέρου επιβάλλεται η παροχή ίσων δυνατοτήτων και στα δύο φύλα για την ανάπτυξη της προσωπικότητας τους και τη συμμετοχή τους στην κοινωνική ζωή.

4. Περαιτέρω με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (Π.Π.Π.) της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση με το Π.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος αυξημένη, έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται ότι «Παν φυσικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού, ει μη δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους.

Αι προαναφερόμενοι διατάξεις δεν θίγουσιν το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέτη εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισην της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισην της καταβολής φόρων, ή άλλων εισφορών ή προστίμων».

Στην έννοια της περιουσίας κατά τις ανωτέρω διατάξεις, περιλαμβάνονται όχι μόνο εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσεως» και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα».

Καλύπτονται έτσι και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεγεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφ` όσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον δίκαιο, ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς (επαρκώς θεμελιωμένα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα, Ε.Σ.Δ.Α. Στραν κατά Ελληνικής Δημοκρατίας).

Συνεπώς, δεν προστατεύονται δικαιώματα, η γένεση των οποίων εξαρτάται από προϋποθέσεις, που δεν έχουν πληρωθεί (προσδοκία δικαιώματος Ε.ΣΔ.Α. van de Mussele κατά Βελγίου κ.ά.).

Εξάλλου και στην έννοια της ιδιοκτησίας, που προστατεύεται με το άρθρο 17 παρ. 1, 2 του Συντάγματος, περιλαμβάνονται εκτός από τα εμπράγματα δικαιώματα, και τα ενοχικά δικαιώματα και απαιτήσεις, που είναι επαρκώς θεμελιωμένα, εκείνα δηλαδή για τα οποία υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάσει το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς.

5. Με το άρθρο 22 του Συντάγματος καθιερώθηκε το κοινωνικό δικαίωμα προς εργασία, το οποίο αναφέρεται στους μισθωτούς που παρέχουν με αμοιβή εξηρτημένη εργασία ιδιωτικού δικαίου σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο και υποχρεώνει το Κράτος να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για τη δημιουργία της κατάλληλης κοινωνικής και οικονομικής δομής της χώρας, ώστε να υπάρχουν συνθήκες απασχολήσεως της ανωτέρω κατηγορίας εργαζομένων σε θέσεις εργασίας, σύμφωνα με τις ικανότητες καθενός, που να τους εξασφαλίζουν αξιοπρεπή διαβίωση και δυνατότητα πλήρους αναπτύξεως της προσωπικότητας τους.

6. Στο άρθρο 5 παρ. 1 του Π.Δ. 166/2000 (Κώδικας Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων, φ. 153 Α`) ορίζεται ότι «Δικαίωμα σε σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο έχουν: α) Η χήρα του υπαλλήλου, από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 1 και 2, ο οποίος έχει αποκτήσει δικαίωμα σε σύνταξη [από το Δημόσιο Ταμείο]...», στο άρθρο 18 παρ. 1 ότι «Η σύνταξη της χήρας συζύγου χωρίς τέκνα ή αν συντρέχουν ένα ή και δύο τέκνα συνίσταται στα 7/10 της σύνταξης που δικαιούται ή που έχει δικαιωθεί ο σύζυγος που πέθανε...» και στο άρθρο 58 παρ. 8, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ήτοι πριν την 11η.12.2007, έναρξη ισχύος του Ν. 3620/2007 (η 276 Α`), ότι «Δεν καταβάλλεται από το Δημόσιο Ταμείο διπλή σύνταξη...». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται και ότι σε περίπτωση θανάτου συνταξιούχου του Δημοσίου, που λαμβάνει σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο, η σύνταξη αυτή μεταβιβάζεται στη χήρα του, σε ποσοστό 7/10 της συντάξεως που έχει δικαιωθεί ο αποβιώσας.

Αν όμως η χήρα του συνταξιούχου και αποβιώσαντος υπαλλήλου τυγχάνει και αυτή εξ ιδίου δικαιώματος συνταξιούχος του Δημοσίου, δεν καταβάλλονται σε αυτήν σωρευτικά και οι δύο ως άνω συντάξεις, αλλά λόγω του τιθέμενου από τη διάταξη του άρθρου 58 παρ. 8 του Π.Δ. 166/2000 κανόνα, που απαγορεύει την καταβολή διπλής συντάξεως από το Δημόσιο Ταμείο, μόνο η μεγαλύτερη κατά ποσό από αυτές (εκτός εάν η δικαιούχος επιλέξει την καταβολή της μικρότερης). Είναι δε επιτρεπτός αυτός ο περιορισμός και εναπόκειται στην κρίση κάθε φορά του συνταξιοδοτικού νομοθέτη να αποφασίσει, μετά από στάθμιση των οικονομικών αντοχών του Δημοσίου Ταμείου, την απαγόρευση (μερική ή ολική) καταβολής στο ίδιο πρόσωπο πλειόνων συντάξεων, έστω και αν καθεμιά στηρίζεται σε διαφορετική νόμιμη αιτία.

Ετσι ο συνταξιοδοτικός νομοθέτης του Ν. 3620/2007, με το άρθρο 4 παρ. 7 αυτού, ήρε μερικώς την μέχρι τότε ισχύουσα ολική απαγόρευση καταβολής διπλής συντάξεως από το Δημόσιο Ταμείο, επιτρέποντας την καταβολή σωρευτικώς στον επιβιώσαντα σύζυγο του 25% της συντάξεως, που ελάμβανε ο αποβιώσας σύζυγος.

7. Εξάλλου, με τις διατάξεις του Ν.Δ. 99/1974 «Περί συνταξιοδοτήσεως των Παρέδρων ή Αντιπροέδρων Κυβερνήσεως, των Βουλευτών, ως και των οικογενειών αυτών (φ. 295 Α`), θεσπίστηκε ειδικό σύστημα απονομής συντάξεως στους Προέδρους και Αντιπροέδρους Κυβερνήσεως, που έλαβαν ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής και συμπλήρωσαν στο αξίωμα αυτό 6 τουλάχιστον μήνες, καθώς και στους βουλευτές, που συμπλήρωσαν 4 τουλάχιστον πλήρη έτη βουλευτείας, και ειδικότερα, στο άρθρο 5 παρ. 2 του ως άνω Ν.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 παρ. 1 του Ν. 955/19^9, ορίστηκε ότι «Η υπό των διατάξεων του παρόντος νομοθετικού διατάγματος προβλεπομένη σύνταξις καταβάλλεται ανεξαρτήτως εάν οι δικαιούχοι ταύτης δικαιούνται και ετέρας συντάξεως εκ του Δημοσίου ή Ασφαλιστικού τινός Οργανισμού κύριας ή επικουρικής ασφαλίσεως...». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι στους βουλευτές -και στις λοιπές κατηγορίες προσώπων για τις οποίες διαλαμβάνει το Ν.Δ. 99/1974-που τυγχάνουν συνταξιούχοι του Δημοσίου και αποκτούν δικαίωμα σε σύνταξη με βάση τις ειδικές διατάξεις του Ν.Δ. 99/1974, καταβάλλονται σωρευτικά και οι δύο ως άνω συντάξεις, κατά παρέκκλιση του κανόνα του άρθρου 58 παρ. 8 του Π.Δ. 166/2000, που απαγορεύει την καταβολή διπλής συντάξεως από το Δημόσιο Ταμείο.

Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού οι βουλευτές, αναδεικνυόμενοι δι` εκλογής, συνιστούν διαφορετική κατηγορία προσώπων σε σχέση με τα πρόσωπα που, μετά από διορισμό, αποκτούν την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, γεγονός που δικαιολογεί και τη διαφορετική συνταξιοδοτική τους αντιμετώπιση από τον κοινό νομοθέτη.

Ειδοποιά δε στοιχεία που διαφοροποιούν τους βουλευτές από τους δημοσίους υπαλλήλους - συνταξιούχους του Δημοσίου, είναι τόσο ο τρόπος με τον οποίο αναδεικνύονται και αποκτούν την αντίστοιχη ιδιότητα -εκλογή στη μία περίπτωση, διορισμός στην άλλη-, όσο και η αβεβαιότητα ή μη περί τη συνεχή άσκηση του αντιστοίχου λειτουργήματος ή των εκ της κατεχόμενης θέσεως καθηκόντων - μεταβολή της προτιμήσεως του εκλογικού σώματος στην μία περίπτωση, μονιμότητας στην άλλη-, γεγονός, που καθιστά τις συνθήκες από τις οποίες τελούν οι βουλευτές και δημόσιοι υπάλληλοι μη συγκρίσιμες.

8. Τέλος, το συνταξιοδοτικό δικαίωμα, ως προσωπαγές δικαίωμα δημοσίου χαρακτήρα, δεν ανήκει στην κληρονομιαία περιουσία του φορέως αυτού, καίτοι περιουσιακό δικαίωμα. Και τούτο διότι ναι μεν μεταβιβάζεται στη χήρα ή σε άλλους συγγενείς, δικαιούχους εκ μεταβιβάσεως, του φορέως του συνταξιοδοτικού δικαιώματος υπό την προϋπόθεση του θανάτου αυτού, όχι όμως βάσει της κληρονομικής διαδοχής, αλλά ιδίω δικαίω, ακόμη και αν είναι και κληρονόμοι αυτού.

9. Στην υπό κρίση υπόθεση το δίκασαν Τμήμα κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα περιστατικά κρίση του, δέχθηκε τα εξής: Με την 18528/15.10.2001 πράξη του Διευθυντή της 42ης Δ/νσεως του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (Γ.Α.Κ.) μεταβιβάστηκε στην ήδη αναιρεσείουσα κατ` εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 5 παρ. 1 του Π.Δ. 166/2000, ποσοστό 7/10 της συντάξεως που ελάμβανε ο αποβιώσασας, στις 7.2.2001, σύζυγος της ... πρώην υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών. Η σύνταξη αυτή ορίστηκε πληρωτέα από 8.5.2001 από το Δημόσιο Ταμείο. Ηδη, όμως, κατά το χρόνο αυτό είχε κανονιστεί και καταβαλλόταν στην ανωτέρω, και σύνταξη εξ ιδίου δικαιώματος, με βάση δική της υπηρεσία στο Υπουργείο Οικονομικών. Με την 38580/01/29.10.2001 πράξη του Υπουργού Οικονομικών (45ης Δ/νσεως του Γ.Α.Κ.), γνωστοποιήθηκε σε αυτήν ότι η εξ ιδίου δικαιώματος σύνταξη, που ελάμβανε ως πρώην υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών θα παύσει να της καταβάλλεται, κατ` εφαρμογή του άρθρου 58 παρ. 8 του Π.Δ. 166/2000, καθόσον της μεταβιβάστηκε η σύνταξη του θανόντος, επίσης πολιτικού συνταξιούχου συζύγου της, ως μεγαλύτερη κατά ποσό. Ενσταση της ήδη αναιρεσειούσης κατά της ανωτέρω πράξεως, με αίτημα τη σωρευτική καταβολή και των δύο ως άνω συντάξεων, απερρίφθη ως αβάσιμη με την 2552/ 2003 πράξη του Α` Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το οποίο έκρινε ότι σε περίπτωση συρροής δύο συντάξεων, ο πολιτικός συνταξιούχος δικαιούται μόνο την μία από αυτές, με βάση τα οριζόμενα στο άρθρο 58 παρ. 8 του Π.Δ. 166/2000, που απαγορεύει την καταβολή διπλής συντάξεως από το Δημόσιο Ταμείο. Το δίκασαν Τμήμα με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε έφεση της αναιρεσειουσης κατά της προαναφερομένης πράξεως του Α` Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου με αίτημα την ακύρωση της και την κατ` επεκτατική εφαρμογή της αρχής της ισότητας, άρση της απαγορεύσεως της καταβολής διπλής συντάξεως από το Δημόσιο Ταμείο, όπως ισχύει και για τους βουλευτές, με την αιτιολογία ότι η ισχύσασα για τους βουλευτές ρύθμιση του άρθρου 30 παρ. 1 του Ν. 955/1979, δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας, αφού προσιδιάζει αποκλειστικώς στον τρόπο αναδείξεως και στη φύση του αξιώματος των βουλευτών, οι οποίοι τελούν σε όλως διάφορες συνθήκες σε σχέση με τους δημοσίους πολιτικούς υπαλλήλους, με συνέπεια το συνταξιοδοτικό τους δικαίωμα να διέπεται, επιτρεπτούς, από ίδιους κανόνες, κατ` απόκλιση των ισχυόντων για τους δημοσίους πολιτικούς υπαλλήλους.

10. Με σχετικό λόγο προβάλλεται ότι εσφαλμένως κρίθηκε ότι ο από το άρθρο 58 παρ. 8 του Π.Δ. 166/2000 περιορισμός δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας, που απορρέει από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, καθ` όσον δεν αντιμετωπίζονται κατά τρόπο ενιαίο οι χήρες συνταξιούχων του Δημοσίου, που θεμελιώνουν και ίδιο συνταξιοδοτικό δικαίωμα από το Δημόσιο Ταμείο, και οι χήρες συνταξιούχων άλλων ασφαλιστικών φορέων, που επίσης θεμελιώνουν ίδιο συνταξιοδοτικό δικαίωμα από το Δημόσιο Ταμείο, και στις οποίες καταβάλλεται, σωρευτικά, διπλή σύνταξη. Ο λόγος αυτός είναι, απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, όπως έγινε δεκτό στην 3η σκέψη της παρούσης, η αρχή της ισότητας προϋποθέτει πρόσωπα, που τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες και ειδικότερα, όσον αφορά την ασφαλιστική ισότητα, κατηγορίες ασφαλισμένων εντός του ιδίου ασφαλιστικού φορέως. Αυτό δεν ισχύει για τις ως άνω δύο κατηγορίες χηρών, αφού οι αποβιώσαντες σύζυγοι των, ελάμβαναν σύνταξη από διαφορετικό φορέα απονομής συντάξεων - για το Δημόσιο Ταμείο ισχυόντων αναλόγως των περί ασφαλιστικών φορέων καθ` ό μέρος είναι και φορέας απονομής συνάξεων. Το γεγονός αυτό άγει σε διαφοροποίηση και δικαιολογεί θεμιτώς διαφορετική νομοθετική αντιμετώπιση τους σε σχέση με τη σωρευτική καταβολή διπλής συντάξεως -εξ ιδίου δικαιώματος και εκ μεταβιβάσεως-, ενόψει μάλιστα του ότι και για τη χήρα του συνταξιούχου του Δημοσίου εξασφαλίζεται με τη ρύθμιση του άρθρου 58 παρ. 8 του Π.Δ. 166/2000 ικανοποιητικό καθεστώς συνταξιοδοτικής προστασίας. Εξάλλου ο τιθέμενος από το ως άνω άρθρο περιορισμός είναι θεμιτός, διότι είναι επιτρεπτό ο νομοθέτης να απογορεύει την καταβολή διπλής συντάξεως από φορέα απονομής συντάξεως, έστω και εάν αυτή στηρίζεται σε διαφορετική αιτία, εάν σταθμίζοντας την οικονομική του αντοχή, κρίνει ότι η σωρευτική καταβολή θα επέφερε σε αυτόν μεγάλη οικονομική επιβάρυνση και εξασθένηση των οικονομικών του δυνατοτήτων, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο την ομαλή λειτουργία του, κάτι, που θα έπληττε το δημόσιο συμφέρον.

Τούτο ισχύει και για το Δημόσιο Ταμείο, εφ` όσον είναι και φορέας απονομής συντάξεων πρώην υπαλλήλων του Δημοσίου. Στο πλαίσιο άλλωστε αυτής της ευχέρειας ο νομοθέτης επέτρεψε, από 11.12.2007, ημερομηνία δημοσιεύσεως του Ν. 3620/2007, την καταβολή διπλής συντάξεως στον επιζώντα σύζυγο δημοσίου υπαλλήλου, που έχει θεμελιώσει και ίδιο συνταξιοδοτικό δικαίωμα, σε ποσοστό 25% κατ` επιλογή του. Περαιτέρω προβάλλεται ότι ο περιορισμός του άρθρου 58 παρ. 8 του Π.Δ. 166/ 2000 πλήττει την αρχή της ισότητας και σε σχέση με τις χήρες συνταξιούχων του Δημοσίου, που δεν θεμελιώνουν ίδιο συνταξιοδοτικό δικαίωμα από το Δημόσιο Ταμείο, είτε διότι δεν εργάστηκαν ποτέ, είτε διότι θεμελιώνουν ίδιο συνταξιοδοτικό δικαίωμα από άλλο ασφαλιστικό φορέα. Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι αφ` ενός μεν η κατηγορία των ανασφαλίστων χηρών διαφοροποιείται αντικειμενικώς από αυτή των χηρών, που έχουν θεμελιώσει ίδιο συνταξιοδοτικό δικαίωμα και διεκδικούν, εκ μεταβιβάσεως, και το συνταξιοδοτικό δικαίωμα του αποβιώσαντος συζύγου των, καθ` όσον η πρώτη δεν έχει καμμία συνταξιοδοτική προστασία σε σχέση με τη δεύτερη, η οποία σε κάθε περίπτωση διατηρεί το δικαίωμα λήψεως της δικής της συντάξεως, λαμβάνει δε από τις δύο συντάξεις τη μεγαλύτερη κατά ποσό, κάτι που συνιστά ήδη ευνοϊκή αντιμετώπιση από το νομοθέτη· αφ` ετέρου και σε σχέση με την κατηγορία των χηρών που θεμελιώνουν ίδιο συνταξιοδοτικό δικαίωμα από άλλο ασφαλιστικό φορέα, εκτός του Δημοσίου Ταμείου, ισχύουν αναλόγως, όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη αναφορικώς με τους ασφαλισμένους σε διάφορους φορείς απονομής συντάξεων.

11. Εξάλλου με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται ότι η ρύθμιση του άρθρου 58 παρ. 8 του Π.Δ. 166/2000 είναι αντίθετη με την αρχή της ισότητας ανδρών και γυναικών, που καθιερώνεται από το άρθρο 4 παρ. 2 του Συντάγματος, διότι, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, οι επιζώσες χήρες είναι στατιστικώς περισσότερες από τους επιζώντες χήρους, και αυτό καταλήγει εν τέλει να πλήττει τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των γυναικών. Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο τιθέμενος από το άρθρο 58 παρ. 8 περιορισμός της απαγορεύσεως καταβολής διπλής συντάξεως από το Δημόσιο Ταμείο, αφορά τόσο τις χήρες, όσο και τους χήρους συνταξιούχων του Δημοσίου, που θεμελιώνουν και ίδιο συνταξιοδοτικό δικαίωμα από το Δημόσιο Ταμείο, χωρίς διάκριση φύλου- το δε στατιστικό στοιχείο, που επικαλείται η αναιρεσείουσα, στοιχείο από τη φύση του τυχαίο, δεν μεταβάλλει την έννοια του άρθρου 58 παρ. 8 του Π.Δ. 166/2000. Επίσης απορριπτέος τυγχάνει, και ο προβαλλόμενος λόγος περί αντιθέσεως του επίμαχου άρθρου 58 παρ. 8 του Π.Δ. 166/2000 στο άρθρο 22 του Συντάγματος, αφού το τελευταίο, υπό την έννοια, που εκτίθεται στην 5η σκέψη της παρούσης, δεν σχετίζεται με το εξεταζόμενο εν προκειμένω ζήτημα.

12. Επίσης με σχετικό αναιρετικό λόγο προβάλλεται ότι το δίκασαν Τμήμα εσφαλμένως δεν εφήρμοσε την αρχή της ισότητας και θεώρησε ότι νομίμως διαφοροποιούνται οι συνταξιούχοι βουλευτές και συνακόλουθα οι οικογένειες τους, για του οποίους, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 58 παρ. 8 του Π.Δ. 166/2000, εφαρμόζονται οι διατάξεις του Π.Δ. 99/1974, όπως η παρ. 2 του άρθρου 5 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 παρ. 1 του Ν. 955/1999, που επιτρέπουν την διπλή καταβολή στους βουλευτές από το Δημόσιο Ταμείο, εάν έχουν θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα από τη βουλευτεία τους και από άλλη υπηρεσία στο Δημόσιο. Ο λόγος αυτός είναι, απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, όπως δέχθηκε και το δίκασαν Τμήμα, η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας των πολιτών ενώπιον του νόμου, του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, καθ` όσον οι βουλευτές συνιστούν διαφορετική κατηγορία προσώπων σε σχέση με τους δημοσίους υπαλλήλους - συνταξιούχους του Δημοσίου, για τους λόγους που αναλυτικά αναφέρθηκαν ανωτέρω στην 7η σκέψη της παρούσης.

13. Τέλος με σχετικό λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται το πρώτον κατ` αναίρεση, η αντίθεση του περιορισμού που απορρέει από το άρθρο 58 παρ. 8 του π.δ/τος 166/2000 στο άρθρο 1 του Π.Π.Π. της Ε.Σ.Δ.Α και στο άρθρο 17 του Συντάγματος, που προστατεύουν την περιουσία. Ο λόγος αυτός παραδεκτώς προβάλλεται κατά τα ανωτέρω δεδομένου ότι αφορά αντίθεση του κοινού νόμου σε διάταξη υπερνομοθετικής ισχύος, βάσει του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και σε συνταγματικές διατάξεις. Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι: α) Το ίδιο συνταξιοδοτικό δικαίωμα της χήρας δεν καταργείται, με την ενεργοποίηση των διατάξεων του άρθρου 58 παρ. 8 του Π.Δ. 166/2000, απλώς αναστέλλεται η καταβολή της συντάξεως της, προκειμένου, εάν συντρέχει περίπτωση, να της καταβληθεί η μεγαλύτερη κατά ποσό εκ μεταβιβάσεως σύνταξη του αποβιώσαντος συζύγου της. Συνεπώς δεν συντρέχει καν στέρηση περιουσιακού, όπως είναι το συνταξιοδοτικό, δικαιώματος, β) Το συνταξιοδοτικό δικαίωμα, καίτοι περιουσιακό, δεν συνιστά στοιχείο της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος συζύγου της χήρας, όπως εκτέθηκε στην 8η σκέψη της παρούσης. Η χήρα ασκεί το τυχόν εκ μεταβιβάσεως λόγω θανάτου του συζύγου της, συνταξιοδοτικό της δικαίωμα «ιδίω δικαίω», ακόμη και αν συμβαίνει να είναι κληρονόμος του συζύγου της. Συνεπώς με τη ρύθμιση του άρθρου 58 παρ. 8 δεν πλήττεται κληρονομικό δικαίωμα της αναιρεσείουσας, εφ` όσον ουδέποτε αυτή απέκτησε τέτοιο δικαίωμα. Τίθενται απλώς προϋποθέσεις για την απόκτηση «ιδίω δικαίω» περιουσιακού δικαιώματος.

Κατ` ακολουθίαν η αναιρεσείουσα δεν έχει περιουσιακό δικαίωμα ή «κεκτημένο οικονομικό συμφέρον», υπό την έννοια, που εκτίθεται στην 4η σκέψη της παρούσης, δηλαδή έστω ενοχική απαίτηση αναγνωρισμένη με δικαστική απόφαση, ή απλώς «γεγεννημένη», ήτοι δικαστικώς επιδιώξιμη. Η αναιρεσείουσα έχει, απλώς, προσδοκία αποκτήσεως του περιουσιακού - συνταξιοδοτικού, εκ μεταβιβάσεως, δικαιώματος, αφού η γένεση του εξαρτάται από τις προϋποθέσεις, που θέτει το άρθρο 58 παρ. 8 του Π.Δ. 166/ 2000. Η προσδοκία όμως αποκτήσεως δικαιώματος, δεν προστατεύεται από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 του Π.Π.Π. της Ε.Σ.Δ.Α. και του άρθρου 17 του Συντάγματος.

Συνεπώς οι επίμαχες διατάξεις του άρθρου 58 παρ. 8 του Π.Δ. 166/2000 δεν έρχονται σε αντίθεση με τις προαναφερόμενες, υπερνομοθετικές ισχύος, διατάξεις. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι πλήττεται περιουσιακό της δικαίωμα, υπό την έννοια της κληρονομιαίας απαιτήσεως, επί των κρατήσεων και εισφορών, που κατέβαλε ο αποβιώσας σύζυγος της για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού του δικαιώματος.

Και ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Και τούτο διότι η καταβαλλόμενη από το Δημόσιο Ταμείο σύνταξη, ελλείψει ειδικής ρυθμίσεως, δεν προέρχεται από ιδιαίτερο ασφαλιστικό κεφάλαιο, σχηματιζόμενο αποκλειστικώς από τις γενόμενες κρατήσεις επί των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων, δεδομένου ότι οι κρατήσεις αυτές αποτελούν κοινό έσοδο του Κράτους για την αντιμετώπιση του συνόλου των εξόδων του, σύμφωνα με την αρχή της καθολικότητας του κρατικού προϋπολογισμού και της απορρεούσης από αυτήν ειδικότερης αρχής του μη ειδικού προορισμού των εσόδων.

Συνεπώς το συνταξιοδοτικό δικαίωμα του αποβιώσαντος συζύγου της αναιρεσείουσας δεν έχει χαρακτήρα αμιγώς ανταποδοτικό, ώστε να θεωρηθεί περιουσιακό κληρονομιαίο στοιχείο του αποβιώσαντος συζύγου της αναιρεσείουσας (Α.Ε.Δ. 9/1980). Τρία όμως μέλη του Δικαστηρίου, ήτοι ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Καραβοκύρης και οι Σύμβουλοι Ευάγγελος Νταής και Ελένη Λυκεσά εξέφρασαν την ακόλουθη άποψη:

Η διάταξη του άρθρου 58 παρ. 8 του Π.Δ. 166/2000 κατά την οποία δεν καταβάλλεται από το Δημόσιο Ταμείο διπλή σύνταξη αντιβαίνει τόσο σε σειρά διατάξεων του ισχύσαντος Συντάγματος όπως σε διεθνείς συμβάσεις και στο κοινοτικό Δίκαιο και συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή. Ειδικότερα: 1) η διάταξη αυτή είναι αντίθετη με τη θεμελιώδη για ένα κράτος δικαίου αρχή της ισότητας, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος.

Η παραβίαση της αρχής της ισότητας καθίσταται καταφανής από την αυθεντική ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 20 παρ. 1 του Ν. 2084/1992 (ήδη κωδικοποιηθείσες με το άρθρο 5 παρ. 1 του Π.Δ. 169/2007), που έχει ως εξής: «Η αληθής έννοια των διατάξεων της παρ. αυτής είναι ότι στην έννοια της σύνταξης κύριας και επικουρικής που περιορίζεται, περιλαμβάνεται μόνο η σύνταξη που καταβάλλεται από το Δημόσιο και οι επικουρικές συντάξεις που απορρέουν από υπηρεσίες της κύριας αυτής σύνταξης ή εξαρτώνται από αυτή και όχι οι συντάξεις που τυχόν δικαιούνται τα αναφερόμενα σε αυτές πρόσωπα από άλλους ασφαλιστικούς οργανισμούς κύριες και επικουρικές...». Οποιοσδήποτε δηλαδή χήρος ή χήρα που λαμβάνει ήδη σύνταξη από οποιοδήποτε συνταξιοδοτικό φορέα, εκτός από το Δημόσιο, δικαιούται (σε ό,τι αφορά το Δημόσιο) τόσο τη σύνταξη θανάτου όσο και τη σύνταξη που έχει θεμελιώσει από ίδιο δικαίωμα. Είναι προφανές ότι υφίσταται ένας γενικός κανόνας, δηλαδή ότι το Δημόσιο καταβάλλει τη σύνταξη του τεθνεώτος συζύγου στη χήρα που δεν έχει θεμελιώσει ίδιο δικαίωμα για λήψη σύνταξης ή λαμβάνει σύνταξη από οποιοδήποτε ασφαλιστικό φορέα, και μια ειδική δυσμενής εξαίρεση σε βάρος μιας κατηγορίας, δηλαδή των χηρών που λαμβάνουν σύνταξη από ίδιο δικαίωμα από το Δημόσιο.

Η διάκριση αυτή υφίσταται μάλιστα κατά διάσπαση σειράς γενικών αρχών του Δικαίου Κοινωνικής Ασφάλειας, οι οποίες ως γενικές αρχές δικαίου αποτελούν αυτοδύναμες πηγές του. Ειδικότερα είναι αντίθετη στην αρχή της εύνοιας των ασφαλισμένων, που δικαιολογεί την επίλυση διαφορών για ασφαλιστικές παροχές με πνεύμα προστασίας του αδύνατου μέρους (βλ. ενδεικτικά Σ.τ.Ε. 5208/83, Ε.Δ.Κ.Α. 1984, σ. 429), την αρχή της καλής πίστης και την αρχή της χρηστής διοίκησης.

Η διάταξη του άρθρου 58 παρ. 8 του Π.Δ. 166/2000 (58 παρ. 1 εδ. α` Α.Ν. 1854/1951) είναι αντίθετη με τη διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος, κατά την οποία η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους και αντίθετη στο άρθρο 1 εδ. α` του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης περί προασπίσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ν. 2329/1953 και Ν.Δ. 53/ 1974), το οποίο δυνάμει του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος («... οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωση τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου») έχει υπερνομόθετική ισχύ.

Κατά το άρθρο αυτό «παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της περιουσίας αυτού, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους.

Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέσει εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους». Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημοσίας ωφέλειας.

Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσεως» και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Είναι πρόδηλο ότι η προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνει και τα κάθε είδους δικαιώματα και απαιτήσεις οικονομικού περιεχομένου του δημοσίου δικαίου, όπως οι μισθοί, οι συντάξεις και άλλες ασφαλιστικές παροχές των δημοσίων υπαλλήλων, των δικαστικών λειτουργών και λοιπών δημόσιων λειτουργών. Η φύση της σύνταξης ως «περιουσίας» προκύπτει και από το γεγονός ότι με τη διάταξη του άρθρου 17 του Ν. 2084/1992 από 1.1.1993 παρακρατείται εισφορά από το μισθό των εν ενεργεία υπαλλήλων για κυρία σύνταξη, συνεπώς οι συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων έχουν καταστεί ανταποδοτικές.

Κατά τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Gaygusuz κατά Αυστρίας 39/1995/545/631 της 16.9.1996, Ε.Δ.Κ.Α. ΛΘ/1997, σ. 12) αποτελούν περιουσιακά δικαιώματα ιδιοκτησίας προστατευόμενα από το άρθρο 1 του 1ου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. οι παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως, εφ` όσον η χορήγηση τους εξαρτάται έστω και εν μέρει, από την καταβολή εισφορών των εργαζομένων.

Σε κάθε περίπτωση η ανταποδοτικότητα καταλαμβάνει όχι μόνο τις εισφορές που κατέβαλε ο ασφαλισμένος αλλά και τις εισφορές που κατέβαλε ο εργοδότης, γιατί και οι εργοδοτικές εισφορές καταβάλλονται χάριν του εργαζομένου και προσδιορίζουν το ύφος της μελλοντικής του συντάξεως.

Η διάταξη του άρθρου 58 παρ. 8 του Π.Δ. 166/2000 είναι αντίθετη με το άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο η οικογένεια, ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Εθνους τελεί υπό την προστασία του κράτους και στο άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, κατά το οποίο «Το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει».

Η διάταξη του άρθρου 58 παρ. 8 του Π.Δ. 166/2000 αντιβαίνει στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος («καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητα του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα και τα χρηστά ήθη»), το 2 παρ. 1 του Συντάγματος («ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας), καθώς και στην ελευθερία συνάψεως γάμου που καθιερώνει η Σύμβαση περί προασπίσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ν. 2329/1953 και Ν.Δ. 53/1974) στο άρθρο 12 («άμα τη συμπληρώσει ηλικίας γάμου, ο ανήρ και η γυνή έχουν το δικαίωμα να συνέρχωνται εις γάμον και ιδρύωσιν οικογένειαν συμφώνως προς τους διέποντας το δικαίωμα τούτο εθνικούς νόμους»), καθώς εισάγει διάκριση σε βάρος όσων εκ των ασφαλισμένων του Δημοσίου επιλέξουν ως σύντροφο της ζωής τους πρόσωπο που επίσης είναι ασφαλισμένος του Δημοσίου. Η γνώμη όμως αυτή δεν εκράτησε.

14. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω το δίκασαν Τμήμα ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διέπουσες την επίδικη έννομη σχέση διατάξεις και η αίτηση αναιρέσεως, με τους λόγους της οποίας υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, να καταπέσει δε υπέρ του Δημοσίου το κατατεθέν από την αναιρεσείουσα παράβολο (άρθρα 61 παρ. 3 και 117 του Π.Δ. 1225/1981). Αν και κατά τη γνώμη των τριών ως άνω μειοψηφούντων μελών του Δικαστηρίου και σύμφωνα με όσα παρ` αυτών εκτίθενται στην 15η σκέψη της παρούσης, η ένδικη αίτηση έπρεπε να γίνει δεκτή.

ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΕλΣ 1938/2009 (Ολομέλεια) ΑΘΗΝΑΣ ΠΕΤΡΟΓΛΟΥ Δικηγόρου

Ι. Το Ελεγκτικό Συνέδριο είναι, προς τιμήν του, το πρώτο ελληνικό δικαστήριο, το οποίο, ήδη το έτος 1998, με την υπ` αριθμ. 1617/98 απόφαση του II Τμήματος 1 αποφάνθηκε ότι το συνταξιοδοτικό δικαίωμα του δημοσίου υπαλλήλου και των μελών της οικογενείας του αποτελεί περιουσιακό δικαίωμα και προστατεύεται από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου Ε.Σ.Δ.Α.

II. Λίγο νωρίτερα, το έτος 1996, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.) στην Υποθ. Gaygusuz, Απόφαση 16.9.96 (Ε.Δ.Κ.Α. 1997, σελ. 11), είχε κρίνει ότι επί κοινωνικής παροχής που χρηματοδοτείται από εισφορές, εφόσον οι εισφορές αυτές έχουν καταβληθεί, δεν είναι δυνατή η άρνηση χορήγησης της παροχής αυτής στον ενδιαφερόμενο.

Το έτος 2005, στην Υπόθεση Αζίνας κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας, Απόφ. 20.6.20022, το Ε.Δ.Δ.Α. διασαφήνισε ότι το συνταξιοδοτικό δικαίωμα των δημοσίων υπαλλήλων αποτελεί περιουσιακό δικαίωμα, κατά την έννοια του άρθρου 7 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου Ε.Σ.Δ.Α. Τούτο συμβαίνει διότι ο εργοδότης έχει αναλάβει μια γενικότερη υποχρέωση πληρωμής της σύνταξης, που μπορεί να θεωρηθεί μέρος της σύμβασης εργασίας.

Σύμφωνα με το Ε.Δ.Δ.Α., όταν ο κ. ..... εισήλθε στο Κυπριακό Δημόσιο απέκτησε ένα συνταξιοδοτικό δικαίωμα, που αποτελεί περιουσιακό δικαίωμα, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου Ε.Σ.Δ.Α.

Το έτος 2009, στην Υποθ. ......... κατά Ελλάδος, Απόφ. 22.10.20093, το Ε.Δ.Δ.Α. έκρινε ότι ο κ. .............. με το διορισμό του στο Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε ένα δικαίωμα, το οποίο συνιστά περιουσιακό αγαθό, υπό την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου Ε.Σ.Δ.Α.

Οπως επισημαίνει ο καθηγητής ....................., με την αναγνώριση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος ως περιουσιακού δικαιώματος δημιουργείται μια νέα ιδιοκτησία, η κοινωνική ιδιοκτησία, που προστατεύει τον εργαζόμενο εκτός αγοράς εργασίας. Η σύνταξη είναι δικαίωμα που θεμελιώνεται στην εργασία. Είναι ιδιοκτησία του εργαζόμενου που δημιουργείται όχι σύμφωνα με την αγοραία λογική, αλλά μέσω της κοινωνικοποίησης μέρους του μισθού του: τμήμα του μισθού επιστρέφει στον εργαζόμενο με τη συνταξιοδότηση του (έμμεσος μισθός) και τον προστατεύει μετά την έξοδο του από την εργασία4.

III. Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α., το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου Ε.Σ.Δ.Α. δεν κατοχυρώνει το δικαίωμα σε σύνταξη ορισμένου ύψους (Υποθ. Skorkiewicz κατά Πολωνίας, Απόφ. 1.6.999, Υποθ. Schwengel κατά Γερμανίας, Απόφ. 2.3. 2000, Υποθ. Jankovic κατά Κροατίας, Υποθ. La-loyaux κατά Βελγίου, Απόφ. 9.3.2006).

IV. Το Ε.Δ.Δ.Α. δέχεται ότι κάθε κράτος - μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης διαθέτει ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας ως προς τη διαμόρφωση της κοινωνικής πολιτικής του. Η ως άνω παραδοχή δε συνεπάγεται τη στέρηση της δυνατότητας του Ε.Δ.Δ.Α. να ελέγχει τη συμπεριφορά των κρατών - μελών. Το κύριο μέσο του Ε.Δ.Δ.Α. για τον έλεγχο αυτό είναι η αρχή της αναλογικότητας, υπό τη μορφή της δίκαιης ισορροπίας, η οποία πρέπει να υφίσταται μεταξύ της προσβολής αγαθού, το οποίο προστατεύεται από την Ε.Σ.Δ.Α. και του δημόσιου συμφέροντος, όπως αυτό καθορίζεται από το κάθε κράτος - μέλος.

Οπως έχει υπογραμμιστεί, από την επισκόπηση της νομολογίας του Ε.Δ.Δ.Α. προκύπτει ότι κρίσιμα κριτήρια για την ανατροπή ή μη της δίκαιης ισορροπίας που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των περιουσιακών δικαιωμάτων του ατόμου και των απαιτήσεων του δημόσιου συμφέροντος είναι α) η στέρηση ή μη του συνόλου της σύνταξης και β) αν η στέρηση αυτή επήλθε αυτοδίκαια εκ του νόμου. Η αυτοδίκαιη, πλήρης στέρηση της σύνταξης αποτελεί για το Ε.Δ.Δ.Α. την αναγκαία και ικανή συνθήκη ανατροπής της δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των ατομικών δικαιωμάτων και του δημόσιου συμφέροντος. Στην περίπτωση αυτή, η συμπεριφορά του κράτους - μέλους αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας και συνιστά προσβολή του δικαιώματος στην περιουσία, κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου Ε.Σ.Δ.Α. V. Ενόψει των ως άνω, η κατά το άρθρο 58 παρ. 8 Π.Δ. 160/2000 (ήδη Π.Δ. 169/2007) αυτοδίκαιη, πλήρης στέρηση της δεύτερης σύνταξης από το Δημόσιο θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι συνιστά προσβολή του δικαιώματος στην περιουσία, κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου Ε.Σ.Δ.Α. Αντίθετα η κατά το άρθρο 4 παρ. 7 Ν. 3620/ 2007 μείωση του ποσού της δεύτερης σύνταξης από το Δημόσιο θα μπορούσε να γίνει δεκτή ως ένα μέτρο που δικαιολογείται από λόγους δημόσιου συμφέροντος.