Έτος
2009
Νόμος / διάταξη που αφορά
Άρθρο 29 παρ. 3 ΑΝ 1846/51
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Σύζυγοι / προσαύξηση ποσού συντάξεως

 

ΙΚΑ. Το ποσό της συντάξεως λόγω αναπηρίας ή γήρατος που λαμβάνει ο ένας από τους συζύγους προσαυξάνεται, ανεξάρτητα από το φύλο του άλλου συζύγου, εφόσον ο σύζυγος του συνταξιούχου δεν εργάζεται ή δεν είναι συνταξιούχος ασφαλιστικού οργανισμού, του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Η μη χορήγηση της προσαύξησης στους έγγαμους συνταξιούχους του Ι.Κ.Α. των οποίων οι σύζυγοι δεν συγκεντρώνουν τις πιο πάνω προϋποθέσεις δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας και στο άρθρο 21 παρ.1 του Συντάγματος, παραβιάζει το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Το δικάσαν Εφετείο ορθά έκρινε ότι η προβλεπόμενη προσαύξηση της συντάξεως λόγω οικογενειακών βαρών αποτελεί πρόσθετη ασφαλιστική παροχή και η χορήγησή της μόνο στους ανωτέρω συνταξιούχους δεν παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας ούτε το συνταγματικώς προστατευόμενο θεσμό της οικογένειας. Απορρίπτεται η αναίρεση για παραβίαση ουσιαστικού δικαίου (επικυρώνει την αριθμ. 1792/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών). 

Αριθμός 3002/2009 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ Α΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2008, με την εξής σύνθεση: Γ. Ανεμογιάννης, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος, Β. Γρατσίας, Σ.Χρυσικοπούλου, Σύμβουλοι, Β. Ανδρουλάκης, Σ. Κτιστάκη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη, Γραμματέας του Α΄ Τμήματος. 

Για να δικάσει την από 15 Νοεμβρίου 2006 αίτηση: 

της .......... ..........., κατοίκου Αθηνών (......... .. ..., Γαλάτσι), η οποία δεν παρέστη, αλλά εμφανίσθηκε στο ακροατήριο για να δηλώσει ότι εγκρίνει την άσκηση του ενδίκου μέσου, 

κατά του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίου Ταμείου Ασφαλίσεως Μισθωτών (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.), το οποίο δεν παρέστη. 

Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 1792/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. 

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Β. Ανδρουλάκη. 

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και 

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα 

Σκέφθηκε κατά το Νόμο 

1. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, για την άσκηση της οποίας έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (3619974, 2465433/15-11-2006 ειδικά έντυπα γραμμάτια παραβόλου), ζητείται η αναίρεση της 1792/2006 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 3392/2004 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε απορριφθεί προσφυγή της αναιρεσείουσας κατά της 1146/Συν. 96/8-8-2003 αποφάσεως της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α.Πατησίων, με την οποία απορρίφθηκε, τελικώς, αίτημά της για προσαύξηση της σύνταξής της λόγω οικογενειακών βαρών. 

2. Επειδή, στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 29 του α.ν. 1846/1951 (Α΄ 179), όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε, τελικώς, με την παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 825/1978 (Α΄ 189), ορίζεται ότι «Το ποσόν της συντάξεως λόγω αναπηρίας ή γήρατος προσαυξάνεται δια την σύζυγον κατά το ποσόν ενός και ημίσεος του εκάστοτε ισχύοντος ημερομισθίου ανειδικεύτου εργάτου, εφ’ όσον δεν ασκεί επάγγελμά τι ή δεν είναι συνταξιούχος ασφαλιστικού οργανισμού ή Ν.Π.Δ.Δ. ή του Δημοσίου . . .». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που ερμηνεύεται πλέον εν όψει τόσο των περί ισότητας των φύλων και προστασίας της οικογένειας συνταγματικών διατάξεων όσο και της μεταβολής των κοινωνικών συνθηκών από την άποψη της παροχής εργασίας κατά κανόνα και από τους δύο συζύγους και όχι μόνο από τον άνδρα, όπως συνέβαινε συνήθως τον χρόνο κατά τον οποίο θεσπίσθηκε η διάταξη αυτή, το ποσό της συντάξεως λόγω αναπηρίας ή γήρατος που λαμβάνει ο ένας από τους συζύγους προσαυξάνεται, ανεξάρτητα από το φύλο του άλλου συζύγου, εφ’ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου, δηλαδή εφ’ όσον ο σύζυγος του συνταξιούχου δεν εργάζεται ή δεν είναι συνταξιούχος ασφαλιστικού οργανισμού, του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (Σ.Ε. 1261/1994 επταμ., 2219/1997, 2466/1998, 1124/2007). Η προσαύξηση αυτή της σύνταξης, που αποτελεί πρόσθετη ασφαλιστική παροχή, χορηγείται για την ενίσχυση του οικογενειακού εισοδήματος των συνταξιούχων του Ι.Κ.Α. που είναι ασθενέστεροι από οικονομική άποψη, τέτοιοι δε θεωρούνται, κατ’ αρχήν, οι έγγαμοι συνταξιούχοι των οποίων ο σύζυγος δεν εργάζεται ή δεν λαμβάνει σύνταξη από το Δημόσιο, ν.π.δ.δ. ή ασφαλιστικό οργανισμό. Συνεπώς των συνταξιούχων αυτών δικαιολογείται η προσαύξηση της σύνταξης με τη χορήγηση ποσού ίσου με ενάμισι ημερομίσθιο ανειδίκευτου εργάτη, όπως το ημερομίσθιο αυτό ισχύει κάθε φορά. Η μη χορήγηση δε της προσαύξησης αυτής στους έγγαμους συνταξιούχους του Ι.Κ.Α. των οποίων οι σύζυγοι δεν συγκεντρώνουν τις πιο πάνω προϋποθέσεις (δηλαδή εργάζονται ή είναι συνταξιούχοι και, κατά κοινή πείρα, οι απολαβές τους υπερβαίνουν το ποσό της πιο πάνω προσαύξησης) δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού οι πιο πάνω κατηγορίες συνταξιούχων του Ι.Κ.Α. δεν τελούν κάτω από τις ίδιες συνθήκες. Εξ άλλου, η επίμαχη διάταξη, με το ως άνω περιεχόμενο, δεν αντίκειται ούτε στη διάταξη του άρθρου 21 παρ.1 του Συντάγματος περί προστασίας της οικογένειας (Σ.τ.Ε. 1124/2007 επταμ., 3006/2006). Περαιτέρω, η διάταξη αυτή, προβλέπουσα «ενίσχυση» η οποία ως αποδέκτη έχει την οικογένεια και όχι ένα έκαστο των ασφαλισμένων του ΙΚΑ, δεν δημιουργεί «δικαίωμα» υπέρ ενός εκάστου των συνταξιούχων και ως εκ τούτου δε δύναται να θεωρηθεί ότι αντίκειται στην αρχή προστασίας της «περιουσίας» του προσώπου κατ’ άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (Σ.τ.Ε. 1124/2007 επταμ.). 

3. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 5294/31-12-1999 απόφαση του Διευθυντή του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Πατησίων απονεμήθηκε στην αναιρεσείουσα σύνταξη λόγω γήρατος από τις 15-9-1999. Με την 8772/13-6-2002 αίτησή της η αναιρεσείουσα ζήτησε την προσαύξηση του ποσού της συντάξεώς της λόγω του συζύγου της. Το αίτημά της αυτό απορρίφθηκε με την 9571/1-7-2002 απόφαση του Διευθυντή του ως άνω Υποκαταστήματος και στη συνέχεια, κατόπιν ενστάσεώς της, με την 1146/Συν. 96/2003 απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του ίδιου Υποκαταστήματος, με την αιτιολογία ότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 5 του ν. 825/1978. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως η αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι την προσαύξηση λόγω οικογενειακών βαρών εδικαιούντο και οι δύο σύζυγοι, ανεξαρτήτως από τον εάν ασκούσαν επάγγελμα ή ήταν συνταξιούχοι ασφαλιστικού οργανισμού ή του Δημοσίου. Η προσφυγή απορρίφθηκε με την πρωτόδικη απόφαση. Έφεση της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, το δικάσαν Εφετείο έκρινε ότι η προβλεπόμενη από τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 29 του α.ν. 1846/1951, όπως ισχύει, προσαύξηση της συντάξεως λόγω οικογενειακών βαρών αποτελεί πρόσθετη ασφαλιστική παροχή, η οποία θεμιτώς δεν χορηγείται σε όλους τους έγγαμους συνταξιούχους αλλά μόνον εντός των ορίων και με τη συνδρομή των προϋποθέσεων που τάσσονται από την διάταξη αυτή, που αντιμετωπίζει με διαφορετικό τρόπο τους συνταξιούχους των οποίων η σύζυγος δεν εργάζεται ούτε συνταξιοδοτείται σε σχέση προς τους συνταξιούχους των οποίων η σύζυγος εργάζεται ή συνταξιοδοτείται. Σύμφωνα, όμως, με το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η θέσπιση της διακρίσεως αυτής μεταξύ των δύο κατηγοριών συνταξιούχων, που δεν τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες, δικαιολογείται λόγω του σκοπού της διατάξεως, η οποία κατατείνει στην ενίσχυση των συνταξιούχων που δεν διαθέτουν δεύτερο οικογενειακό εισόδημα. Συνεπώς, έκρινε το Εφετείο, η διαφορετική αντιμετώπιση των δύο αυτών κατηγοριών συνταξιούχων δεν παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας ούτε το συνταγματικώς προστατευόμενο θεσμό της οικογένειας. 

4. Επειδή, η παραπάνω κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου είναι νόμιμη, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη δεύτερη σκέψη. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται, αορίστως άλλωστε, ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση είναι αντίθετη προς τη «Νομολογία και με τους ισχύοντες νόμους της Ευρωπαϊκής Ένωσης», πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 

Διά ταύτα 

Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.