Έτος
2010
Νόμος / διάταξη που αφορά
Άρθρο 44 παρ. 8 ΠΔ 284/1974
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Συνταξιούχος γυναίκα - προσαύξηση σύνταξης λόγω συζύγου

 

Εξαίρεση ασφαλιστικών ταμείων από την εφαρμογή του ν.δ. 496/1974, με αποτέλεσμα να έχουν εφαρμογή ως προς την παραγραφή των απαιτήσεων σε βάρος του οι διατάξεις του ΑΚ. 

Αριθμός 3130/2010
ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Τμήμα 9ο Τριμελές

Αποτελούμενο από τους: Μαρία Μπάζμπα, Πρόεδρο Εφετών Δ.Δ., Βρυσηίδα Μακρή (Εισηγήτρια) και Ευγενία Τζούμα, Εφέτες Δ.Δ. και γραμματέα την Αικατερίνη Αδαμοπούλου, δικαστική υπάλληλο συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 7 Οκτωβρίου 2010

γ ι α να δικάσει την έφεση με χρονολογία 16 Νοεμβρίου 2009

του ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Προσωπικού Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης» (ΕΤΑΠ ΜΜΕ), ως καθολικό διάδοχο του νπδδ με την επωνυμία «Ταμείον Συντάξεων Προσωπικού Εφημερίδων Αθηνών-Θεσσαλονίκης» (ΤΣΠΕΑΘ), το οποίο εδρεύει στην Αθήνα (οδός Καλλιρρόης αρ. 5) και παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπύρο Σαρρή, σύμφωνα με την από 6.10.2010 έγγραφη δήλωση του άρθρου 133 παρ. 2 του ΚΔΔ

κατά της ................ , η οποία κατοικεί στο Παλαιό Φάληρο Αττικής (οδός ..... αρ. .. ) και παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο Αλίκη Μαυρογιάννη

Το Δικαστήριο άκουσε το διάδικο που παραστάθηκε και ζήτησε όσα αναφέρονται στα πρακτικά

Μετά τη συνεδρίαση συνήλθε σε διάσκεψη μελέτησε τη δικογραφία και

σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο

Η κρίση του είναι η εξής:

1. Με την κρινόμενη έφεση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται καταβολή παραβόλου (άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 και 285 του ΚΔΔ), παραδεκτώς ζητείται η εξαφάνιση της 6373/2008 οριστικής αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 28.9.2007 αγωγή της εφεσίβλητης και υποχρεώθηκε το νπδδ με την επωνυμία «Ταμείον Συντάξεων Προσωπικού Εφημερίδων Αθηνών-Θεσσαλονίκης» να καταβάλει στην εφεσίβλητη, το ποσό των 1.925,17 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην προσαύξηση του ποσού της σύνταξής της λόγω συζύγου, χρονικού διαστήματος από 1.8.1999 έως 30.6.2002, νομιμοτόκως, σύμφωνα με το ισχύον επιτόκιο, από την επίδοση της αγωγής.

2. Η κρινόμενη έφεση νομίμως ασκείται από το εκκαλούν Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Προσωπικού Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης (ΕΤΑΠ - ΜΜΕ) στον κλάδο κύριας ασφάλισης του οποίου εντάχθηκε ο Γενικός Λογαριασμός του Ταμείου Συντάξεων Προσωπικού Εφημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης (ΤΣΠΕΑΘ), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 39 του ν. 3655/2008.

3. Στο μεν άρθρο 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Οι Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου (παρ. 1) και ότι «Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις» (παρ. 2), στο δε άρθρο 116 ότι: «Διατάξεις υφι­στάμενες που είναι αντίθετες προς το άρθρο 4 παρ. 2 εξακολουθούν να ισχύ­ουν ώσπου να καταργηθούν με νόμο, το αργότερο έως την 31η Δεκεμβρίου 1982» (παρ. 1) και ότι: «Δεν αποτελεί διάκριση λόγω φύλου η λήψη θετικών μέ­τρων για την προώθηση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών. Το Κράτος μεριμνά για την άρση των ανισοτήτων που υφίστανται στην πράξη, ιδίως σε βάρος των γυναικών» (παρ. 2, όπως αυτή ισχύει μετά την αναθεώρηση της με το Ψήφισμα της 6.4.2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων). Η προεκτεθείσα παράγραφος 2 του άρθρου 4 του Συντάγματος απο­τελεί ειδικότερη εκδήλωση της γενικής αρχής της ισότητας (παρ. 1 του ίδιου άρ­θρου) στον τομέα της κοινωνικής θέσης και της νομικής αντιμετώπισης των σχέσεων των δύο φύλων. Με τη διάταξη αυτή αφενός μεν απαγορεύεται η δη­ μιουργία άνισων καταστάσεων και η διαφοροποίηση του περιεχομένου των επί μέρους δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων των πολιτών, τόσο μεταξύ τους όσο και έναντι της Πολιτείας, με βάση τη διαφορά του φύλου, αφετέρου δε επιβάλλεται η παροχή ίσων δυνατοτήτων και στα δύο φύλα. Και επιτρέπονται μεν αποκλίσεις από την ως άνω αρχή, αλλά μόνο εφόσον τίθενται ευθέως ή προβλέπονται συγκεκριμένα από ειδική διάταξη τυπικού νόμου και δικαιολογούνται από αποχρώντες λόγους, οι οποίοι αναφέρονται είτε στην ανάγκη για μεγαλύτερη προ­στασία της γυναίκας και μάλιστα στα θέματα της μητρότητας, του γάμου και της οικογένειας, είτε σε βιολογικές διαφορές που επιβάλλουν τη λήψη ιδιαιτέρων μέτρων ή διαφορετική μεταχείριση, ενόψει του αντικειμένου της υπό ρύθμιση σχέσεως, πάντοτε δε μέσα στα ακραία όρια, πέραν των οποίων η ρύθμιση αντί­κειται στο κοινό περί δικαίου αίσθημα (πρβλ. ΣτΕ 3634, 940, 760/2001, 2978, 2435/1997, 6252/1996, 1728/1994 κ.ά., Ολ. ΕΣ 1273/1996).

4. Περαιτέρω, στο άρθρο 71 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, φ. 97 Α`) ορίζει στο άρθρο 71 ότι: «1. Αγωγή μπορεί να ασκήσει εκείνος ο οποίος έχει, κατά του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, χρηματική αξίωση από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου. 2…5. Απαράδεκτη είναι η κατά τις παραγράφους 1-3 αγωγή και σε κάθε άλλη περίπτωση που, επίσης, για την ικανοποίηση της σχετικής αξίωσης υπάρχει σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, αρμόδιο να αποφανθεί όργανο της Διοίκησης. Στις περιπτώσεις αυτές, αν μετά την τελεσίδικη απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης, ο ενδιαφερόμενος προ­σφύγει στη διοίκηση προς ικανοποίηση της αξίωσης του, θεωρείται, ως προς όλες τις έννομες συνέπειες, σαν να είχε προσφύγει κατά το χρόνο της άσκησης της αγωγής». Εξάλλου, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του ν. 861/1979, στις δια­τάξεις του οποίου υπήχ8η και το εφεσίβλητο Ταμείο από 1.11.1984, με τη Ν66/1984 απόφαση του Υπουργού Κοινωνικών Ασφαλίσεων (φ. Β` 784), ο Προϊστάμενος των Υπηρεσιών του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού είναι αρ­μόδιος, μεταξύ άλλων, για την απονομή των πάσης φύσεως παροχών των α­σφαλιστικών οργανισμών αρμοδιότητας του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρε­σιών. Κατά την έννοια της διάταξης της ως άνω παρ. 5 του άρθρου 71 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όταν κατά την κείμενη νομοθεσία υφίσταται ειδικώς κατεστημένο όργανο της Διοίκησης, το οποίο, δηλαδή, έχει από το νόμο την αρμοδιότητα να αποφαίνεται ειδικώς νια την ικανοποίηση ή όχι, ολικώς ή μερικώς της αξίωσης του διοικούμενου, προϋπόθεση του παραδεκτού της καταψηφιστικής αγωγής με αντικείμενο την αξίωση αυτή, αποτελεί η προηγούμενη κρίση του ειδικώς κατεστημένου οργάνου της Διοίκησης.

5. Εξάλλου, στο άρθρο 44 παρ. 8 του Π.Δ/τος 284/1974 «Περί τροποποιήσεως και ανασυντάξεως του καταστατικού του Ταμείου Συντάξεων Προσωπικού Ε­φημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης» (ΦΕΚ Α` 101), όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το Π.Δ. 591/1979 (ΦΕΚ Α` 176) και τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του Π.Δ/τος 1245/1981 (ΦΕΚ Α` 307), το άρθρο 2 του Π.Δ/τος 278/1986 (ΦΕΚ Α` 127), το άρθρο 1 του Π.Δ/τος 415/1990 (ΦΕΚ Α` 161), το άρθρο 3 του Π.Δ/τος 384/1993 (ΦΕΚ ΑΊ63) και το άρθρο 6 του Π.Δ/τος 114/1999 (ΦΕΚ Α` 115), ορίζεται ότι: «Το ποσό της σύνταξης λόγω γήρατος ή αναπηρίας, προσαυξάνεται κατά 16.000 δρχ. για τη σύζυγο ή τον μη εργαζόμε­νο ούτε συνταξιοδοτούμενο σύζυγο .....». Εξάλλου, στο άρθρο 14 παρ. 3 του ίδιου Π.Δ/τος (284/1974) ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι: «Ωσαύτως έκαστος ησφαλισμένος υποχρεούται όπως εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από της υπαγωγής του εις την ασφάλισιν του Ταμείου, υποβάλη τα κάτωθι δικαιολογητικά: α) ... β) προκειμένου περί εγγάμου πιστοποιητικόν τελέσεως γάμου, πιστοποιητικόν οικογενειακής καταστάσεως . ..». Περαιτέρω, στο άρθρο 43 παρ. 1 και 2 που φέρει τον τίτλο «Διαδικασία απονο­μής συντάξεως» ορίζεται: «1. Προς άσκησιν του δικαιώματος εκ της αναπηρίας, γήρατος και θανάτου δέον να υποβληθή εις το Ταμείον αίτησις ... 2. Επί αιτή­σεως αναπηρίας ή γήρατος υποβάλλονται τα εξής δικαιολογητικά: α) .... στ) άπαντα τα τυχόν μη υποβληθέντα δικαιολογητικά του άρθρου 14 του παρό­ντος». Με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 44 παρ, 8 του καταστατικού του εκκαλούντος Ταμείου Συντάξεως Προσωπικού Εφημερί­δων Αθηνών και Θεσσαλονίκης, θεσπίζονται προϋποθέσεις για την προσαύξη­ ση της σύνταξης της συνταξιούχου αυτού λόγω συζύγου, πρόσθετες και πέραν εκείνων που καθορίζονται για την αντίστοιχη προσαύξηση της σύνταξης του συνταξιούχου του ίδιου Ταμείου, χωρίς, όμως, να υφίσταται αποχρών λόγος που να δικαιολογεί την πλεονεκτική θέση στην οποία τίθεται με τον τρόπο αυτό, ο συνταξιοδοτούμενος από το εφεσίβλητο Ταμείο, έναντι της συνταξιοδοτούμε­νης γυναίκας συναδέλφου του. Επομένως, η προαναφερόμενη διάταξη του κα­ ταστατικού του εκκαλούντος Ταμείου, κατά το μέρος που εισάγει την ως άνω αδικαιολόγητη διάκριση μεταξύ των φύλων, αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας και, συνεπώς, είναι ανίσχυρη κα: μη εφαρμοστέα από 1.1.1983 και εφεξής, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη. Κατόπιν τούτου και προς αποκατάσταση της επιβαλλόμενης εν προκειμένω ίσης μεταχείρι­σης των δύο φύλων, είναι εφαρμοστέα και για τη συνταξιούχο του εκκαλούντος Ταμείου, η ισχύουσα για τον άνδρα συνταξιούχο αυτού, ρύθμιση, κατά την ο­ποία για τη χορήγηση της ένδικης προσαύξησης της σύνταξης αρκεί μόνο η ύπαρξη συζύγου, χωρίς να απαιτείται και να μην εργάζεται ή να μη συνταξιοδο­τείται αυτός (ΔΕΑ 3500-01/1999, πρβλ. ΣΤΕ 2978, 2435/1997, 1261/1994, Ολ. ΕΣ 1273/1996).

6. Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας προ­κύπτουν τα εξής: Η εφεσίβλητη συνταξιοδοτήθηκε λόγω αναπηρίας με την 9695/31.8.1999 απόφαση του Διευθυντή του εκκαλούντος Ταμείου. Κατά τον υπολογισμό του ποσού της απονεμηθείσας σ’ αυτήν σύνταξης, δεν περιελήφθη η προσαύξηση λόγω συζύγου, αν και ήταν έγγαμη, όπως αναφέρεται στην εν λόγω συνταξιοδοτική απόφαση (βλ. και το 2042/12.2.2003 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Μοσχάτου). Η εφεσίβλητη άσκησε την από 12.9.2003 κοινή, με άλλες συνταξιούχους του εκκαλούντος Ταμείου, αγωγή, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι η παράλειψη των οργάνων του εκκαλούντος Ταμείου να υπολογίσουν την εν λόγω προσαύξηση στο ποσό της σύνταξης της, κατά το χρονικό διά­στημα από 1.8.1999 έως 30.6.2002,κατ` εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 44 παρ. δ του Καταστατικού του, είναι παράνομη, διότι η διάταξη αυτή, κατά το μέρος που απαιτεί για την προσαύξηση της σύνταξης της συνταξιούχου λόγω του συζύγου της τη συνδρομή της πρόσθετης προϋπόθεσης να μην εργάζεται ή να μη συ­νταξιοδοτείται ο σύζυγος της, εισάγει ανεπίτρεπτη και αδικαιολόγητη διάκριση φύλου, σε βάρος των γυναικών και συνεπώς είναι ανίσχυρη από 1.1.1983 ως αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας, ζήτησε δε να υποχρεωθεί το Ταμείο να της καταβάλει το ποσό των 656.000 δραχμών ή 1.925,17 ευρώ, ως αποζημίωση, εξαιτίας της παράνομης παράλειψης των οργάνων του εναγομένου να συνυπολογίσουν στο ποσό της καταβαλλόμενης σ’ αυτήν σύνταξης, την προσαύξηση λόγω συζύγου. Με την 5155/2007 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθήνας, η ως άνω κοινή αγωγή έγινε δεκτή ως προς τις τρείς προτασσόμενες στο δικόγραφο της αγωγής συνταξιούχους, ενώ ως προς τις λοιπές, μεταξύ των οποίων και την εφεσίβλητη, διατάχθηκε ο χωρισμός του δικογράφου, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της ομοδικίας. Ακολούθως, η εφεσίβλητη, με την από 28.9.2007 ομοίου περιεχομένου αγωγή της, ζήτησε να υποχρεωθεί το εφεσίβλητο Ταμείο να της καταβάλει, νομιμοτόκως, το πο­σό των 1.925,17 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην προσαύξηση του ποσού της σύνταξής της λόγω συζύγου κατά το ως άνω χρονικό διά­στημα, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την παράνομη, κατά τους ισχυρισμούς της, ως άνω παράλειψη των οργάνων του εκκαλούντος. Με την εκκαλούμενη απόφαση, αφού απορρίφθηκε ως αβάσιμη ένσταση του εκκαλούντος περί απαράδεκτης άσκησης της ένδικης αγωγής, κατ’ άρθρο 71 παρ. 5 του ΚΔΔ καθώς και περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης της εφεσίβλητης, κρίθηκε ότι η τελευταία δικαιούται να λάβει από το εκκαλούν Ταμείο το αιτούμενο ποσό, με την αιτιολογία ότι η διάταξη του άρθρου 44 παρ. δ του Καταστατικού του Ταμείου αντίκειται στην αρχή της ισότητας και, συνεπώς δεν είναι εφαρμοστέα. Με τις σκέψεις αυτές υποχρεώθηκε το εκκαλούν να καταβάλει στην εφεσίβλητη το ανωτέρω ποσό, νομιμοτόκως με βάση το τρέχον επιτόκιο, από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

7. Ήδη, με την κρινόμενη έφεση αμφισβητείται η ορθότητα της εκκαλουμένης, ειδικότερα δε προβάλλεται ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του εκκαλούντος περί απαραδέκτου ασκήσεως της ένδικης αγωγής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 71 παρ. 5 του ΚΔΔ. Ο λόγος αυτός της έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, τούτο δε γιατί, από τη νομοθεσία που διέπει το εκκαλούν Ταμείο δεν προβλέπεται όργανο ειδικώς κατεστημένο για την εξέταση της αξίωσης της εφεσίβλητης που θεμελιώνεται σε παρανομία των οργάνων του. Περαιτέρω, ο λόγος της έφεσης κατά τον οποίο η ένδικη αγωγή ήταν απορριπτέα γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις ομοδικίας, πρέπει ν’ απορριφθεί ως απαραδέκτως προβαλλόμενος, τούτο δε γιατί, η συγκεκριμένη αιτίαση δεν άπτεται των κρίσεων της εκκαλουμένης απόφασης, αλλά της 5155/2007 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου, η οποία εκδόθηκε επί της από 12.9.2003 κοινής με άλλες συνταξιούχους αγωγής της εφεσίβλητης, διατάχθηκε δε ο χωρισμός του δικογράφου ως προς την εφεσίβλητη. Περαιτέρω, εφόσον η εφεσίβλητη κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1.8.1999 έως 30.6.2002, ήταν έγγαμη καθόσον στη σχετική συνταξιοδοτική πράξη αναφέρεται ως έγγαμη (σύζυγος ..................... ), τούτο δε προκύπτει και από το προαναφερόμενο από 12.2.2003 πιστοποιητικό οικογε­νειακής κατάστασης του Δήμου Μοσχάτου, η μη χορήγηση σ’ αυτήν, κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, της ένδικης προσαύξησης της σύνταξής της αντίκει­ται στη συνταγματική αρχή της ισότητας, προς αποκατάσταση της οποίας, στην προκειμένη περίπτωση, είναι εφαρμοστέα και ως προς αυτήν η ισχύουσα για τους άνδρες συνταξιούχους ρύθμιση, όπως ορθά κρίθηκε και με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου λόγου της έφεσης. Εξάλλου, ο λόγος κατά τον οποίο η ένδικη προσαύξηση αποσκο­πεί στη διευκόλυνση των συζύγων να αντιμετωπίσουν τα οικογενειακά βάρη και όχι στην αύξηση των αποδοχών τους, με συνέπεια η ανωτέρω διάταξη του Κα­ταστατικού του να μην αντίκειται στο άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος, είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, εφόσον η εν λόγω διάταξη είναι ούτως ή άλλως ανίσχυρη ως αντικείμενη στη συνταγματική αρχή της ισότητας. Τέλος, και ο λόγος κατά τον οποίο η επέκταση της εφαρμογής του άρθρου 44 παρ. 8 του Καταστατικού του και στις έγγαμες ασφαλισμένες με εργαζόμενο ή συνταξιοδοτούμενο σύζυγο αποτελεί επέμβαση της δικαστικής αρχής στο έργο της νομοθετικής εξουσίας κατά παράβαση του άρθρου 26 του Συντάγματος, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, διότι η επέκταση της ευνοϊκότε­ρης για τους άνδρες συνταξιούχους διάταξης στις γυναίκες συνταξιούχους και επομένως η χορήγηση στις τελευταίες της ένδικης προσαύξησης υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που ισχύουν για τους άνδρες επιβάλλεται από το άρθρο 119 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ήδη άρθρο 141 του ενοποιημένου κειμένου της Συνθήκης, όπως διαμορφώθηκε με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, η οποία κυρώθηκε με το ν. 2691/1999, (φ. 47 Α`) και τέθηκε σε ισχύ από 1.5.1999, το οποίο απαγορεύει κάθε διάκριση ως προς χορηγού­μενες παροχές που βασίζεται άμεσα ή έμμεσα στο φύλο (πρβλ. ΣτΕ 1312/2002). Περαιτέρω, ως αβάσιμος πρέπει ν’ απορριφθεί και ο λόγος της έφεσης κατά τον οποίο στην προκειμένη περίπτωση δεν θεμελιώνεται παρανομία των οργάνων του αιτούντος, για το λόγο ότι η εφεσίβλητη δεν υπέβαλε αίτημα για τη χορήγηση της ένδικης προσαύξησης της σύνταξής της. Τούτο δε γιατί, τέτοιο αίτημα περιεχόταν στην αίτηση της εφεσίβλητης για τη χορήγηση σύνταξης λόγω αναπηρίας. 8. Περαιτέρω, με την εκκαλουμένη απόφαση έγινε δεκτό ότι οι ένδικες αξιώσεις της εφεσίβλητης δεν υπέκυψαν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ, που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, δυνάμει του άρθρου 54 παρ. 4 του π.δ/τος 284/1974, σύμφωνα με το οποίο οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα εφαρμόζονται κατά τα λοιπά αναλόγως και επί των παραγραφών και προθεσμιών του παρόντος. Με την έφεση προβάλλεται ότι οι απαιτήσεις της εφεσίβλητης υπόκεινται στην διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ/τος 496/1974 ή, κατ’ ανάλογη εφαρμογή, του άρθρου 90 παρ. 5 του ν. 2362/1995. Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον με το άρθρο μόνο του π.δ. 437/1977 (φ. Α΄ 134), το οποίο εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση της παρ. 2 του άρθρου 56 του ανωτέρω ν.δ. 496/1974 (όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε διαδοχικώς από το άρθρο 15 του ν. 369/1976, φ Α΄ 164, και το άρθρο 2 του ν. 578/1977, φ.Α΄ 106), οι ασφαλιστικοί οργανισμοί οι τελούντες υπό την εποπτεία του (τότε) Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, όπως το εκκαλούν Ταμείο, εξαιρέθηκαν από την εφαρμογή του ανωτέρω νομοθετικού διατάγματος, ενώ, εξ άλλου, με το π.δ. 305/1985 (φ. Α΄ 113) προβλέφθηκε η εφαρμογή επί οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης ορισμένων μόνον διατάξεων του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται το άρθρο 48 αυτού. Συνεπώς, και εφόσον δεν υφίσταται ειδική περί παραγραφής διάταξη στην νομοθεσία που διέπει το εκκαλούν εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις περί παραγραφής του Αστικού Κώδικα και όχι οι διατάξεις του ν.δ/τος 496/1974 ή του ν. 2362/1995.

9. Περαιτέρω, προβάλλεται με την έφεση ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη επιδίκασε το προαναφερόμενο ποσό με το «τρέχον επιτόκιο», επικαλούμενη την 3651/2002 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία όμως κατέληξε στη σχετική κρίση εκτιμώντας τα δεδομένα άλλου χρονικού διαστήματος (έτους 1994). Ο λόγος όμως αυτός πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος. Τούτο δε γιατί όπως παγίως έχει κριθεί (Ολομ.ΣτΕ 1663/2009, 781/2009, 802/2007, 3651/2002, Ειδ. Δ 5/2006) η διάταξη του άρθρου 7 (παρ. 2) του ν.δ/τος 496/1974 «περί λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου», με την οποία ορίζεται ότι: «Ο νόμιμος και ο υπερημερίας τόκος πάσης του νομικού προσώπου οφειλής, ορίζεται σε 6% ετησίως, πλήν εάν άλλως ορίζεται δια συμβάσεως ή δι` ειδικού νόμου, άρχεται δε από της επιδόσεως της αγωγής.», αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, της διάταξης υπερνομοθετικής ισχύος του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δεδομένου ότι δεν προκύπτει ότι υφίσταται κάποιος λόγος δημόσιου συμφέροντος που να καθιστά ανεκτή τη διαφοροποίηση του επιτοκίου 6% και του κοινού επιτοκίου. Επομένως, η εν λόγω διάταξη είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα, όπως ορθά κρίθηκε και με την εκκαλουμένη απόφαση.

10. Κατ’ ακολουθία, η κρινόμενη έφεση με την οποία δεν προβάλλεται άλλος λόγος, πρέπει, να απορριφθεί ως αβάσιμη, εκτιμωμένων δε των περιστάσεων, ν’ απαλλαγεί το εκκαλούν από τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης.

ΓΙ’ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ

Απορρίπτει την έφεση.

Απαλλάσσει το εκκαλούν από τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης.