Έτος
2010
Νόμος / διάταξη που αφορά
Άρθρο 5 παρ. 1 περ. β' ΠΔ 166/2000
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Άρρενα τέκνα θανόντος

 

Συνταξιοδοτικές διαφορές. Μεταβίβαση σύνταξης στα άρρενα τέκνα θανόντος πολιτικού υπαλλήλου ή συνταξιούχου, εφόσον αυτά είναι ανίκανα προς εργασία κατά ποσοστό 50% και άγαμα. Κρίση ότι οι θέσπιση πρόσθετων προϋποθέσεων για τα άρρενα τέκνα, εν σχέσει με τις άγαμες θυγατέρες δεν είναι αντίθετη στο Σύνταγμα. Αντίθετη μειοψηφία. Αιτιολογίες. (Σημείωση Α.Λιγωμένου ΑΡΧΝ 2011,79).

Αριθμός αποφάσεως: 2081/2010

ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2010, με την ακόλουθη σύνθεση: Γεώργιος-Σταύρος Κούρτης, Πρόεδρος, Ευστάθιος Ροντογιάννης, Ιωάννης Καραβοκύρης, Χρήστος Ντάκουρης, Νικόλαος Αγγελάρας, Φλωρεντία Καλδή, Γεώργιος Κωνσταντάς και Θεοχάρης Δημακόπουλος Αντιπρόεδροι, Ηλίας Αλεξανδρόπουλος, Μιχαήλ Ζυμής, Ευφροσύνη Κραμποβίτη, Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη, Ευάγγελος Νταής, Μαρία Βλαχάκη, Σωτηρία Ντούνη, Νικόλαος Μηλιώνης, Γεώργιος Βοΐλης, Γεωργία Μαραγκού, Μαρία Αθανασοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου (εισηγήτρια), Ελένη Λυκεσά, Σταμάτιος Πουλής, Κωνσταντίνα Ζώη, Δημήτριος Πέππας, Δέσποινα Καββαδία - Κωνσταντάρα, Γεωργία Τζομάκα, Αργυρώ Λεβέντη και Στυλιανός Λεντιδάκης, Σύμβουλοι (οι Αντιπρόεδροι Διονύσιος Λασκαράτος και οι Σύμβουλοι Χρυσούλα Καραμαδούκη, Αννα Λιγωμένου, Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, Βασιλική Ανδρεοπούλου, Ευαγγελία - Ελισσάβετ Koυλουμπίνη, Αγγελική Μυλωνά και Αντώνιος Κατσαρόλης, απουσίασαν δικαιολογημένα).

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ: Γεώργιος Σχοινιωτάκης.

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: Ιωάννα Αντωνογιαννάκη, Επίτροπος, Προϊσταμένη της Γραμματείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Για να δικάσει την από 1η Νοεμβρίου 2007 (αριθμ. κατάθ. 572/8.11.2007) για αναίρεση της 193/2007 οριστικής απόφασης του ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπεί ο Υπουργός Οικονομικών, που παραστάθηκε δια του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Κωνσταντίνου Κατσούλα,

κατά του ........., κατοίκου ........, (οδός ......., αριθμός ...), ο οποίος εκπροσωπείται νόμιμα από το δικαστικό συμπαραστάτη του ........., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Φινοκαλιώτη (ΔΣΘ 3803).
Με την .../12.11.2001 πράξη του Διευθυντή της 42ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (Γ.Λ.Κ.) απορρίφθηκε αίτηση του ήδη αναιρεσίβλητου για κανονισμό σύνταξης από μεταβίβαση από το Δημόσιο Ταμείο, ως άγαμου, ενήλικου και ανίκανου γιου θανόντος πολιτικού συνταξιούχου, με την αιτιολογία ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις των διατάξεων του άρθρου 5 παρ. 1 περ. β' του Συνταξιοδοτικού Κώδικα (π.δ. 166/2000).

Με την 1426/15.10.2003 απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων (ΕΕΠΚΣ) απορρίφθηκε ένσταση αυτού κατά της προαναφερόμενης πράξης. Με την αναιρεσιβαλλόμενη 193/2007 απόφαση του ΙΙ Τμήματος έγινε δεκτή η έφεση του ίδιου, ακυρώθηκε η ως άνω απόφαση της ΕΕΠΚΣ και αναπέμφθηκε η υπόθεση στην 42η Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, για να κανονισθεί σ' αυτόν σύνταξη από μεταβίβαση, σύμφωνα με τις οριζόμενες στο άρθρο 5 παρ. 1 περ. β' του π.δ. 166/2000 προϋποθέσεις που ίσχυαν για τα θήλεα τέκνα.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:

Τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, για το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που ζήτησε την παραδοχή της αίτησης.

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του δικαστικού συμπαραστάτη του αναιρεσίβλητου που ζήτησε την απόρριψή της και
Το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος πρότεινε επίσης την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη με παρόντες τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από τον Αντιπρόεδρο Χρήστο Ντάκουρη και τη Σύμβουλο Δέσποινα Καββαδία-Κωνσταντάρα που απουσίασαν λόγω κωλύματος.

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα και Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο, Αποφάσισε τα εξής:

I. Η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της 193/2007 οριστικής απόφασης του ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και δεν απαιτείται γι' αυτήν η καταβολή παραβόλου (άρθρα 56 του π.δ. 774/1980 και 61 παρ. 1 και 117 του π.δ. 1225/1981). Επομένως, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατά το βάσιμο των λόγων της κατ' αντιμωλία των διαδίκων.

II. Με την εν λόγω αίτηση, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει την ακύρωση της πληττόμενης απόφασης προβάλλοντας, κατ' εκτίμηση του δικογράφου, εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 5 παρ. 1 περ. β' του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (π.δ. 166/2000) σε συνδυασμό με το άρθρα 4 παρ. 1 και 2 και 93 παρ. 4 του Συντάγματος, με τις ειδικότερες αιτιάσεις α) ότι η συνταξιοδότηση της θυγατέρας του αποβιώσαντος υπαλλήλου ή συνταξιούχου με μόνη προϋπόθεση την έλλειψη γάμου αποτελεί, ενόψει της επικρατούσας κοινωνικής πρακτικής και της αντιμετώπισης κυρίως εκ μέρους των γυναικών των κοινωνικών βαρών, θετικό μέτρο υπέρ των γυναικών και β) ότι η επιπλέον προϋπόθεση της ανικανότητας για εργασία που απαιτείται για τη συνταξιοδότηση του άγαμου γιου των ανωτέρω δεν εισάγει αδικαιολόγητη εξαίρεση αυτού από τον ως άνω κανόνα, ώστε με την εξάλειψή της να εφαρμοστεί και γι' αυτόν η συνταξιοδότηση με μόνη προϋπόθεση την έλλειψη γάμου.

III. Το ισχύον Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 4 ότι «1. Οι Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. 2. Οι Ελληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις. ...» και στο άρθρο 116 ότι «1. Διατάξεις υφιστάμενες που είναι αντίθετες προς το άρθρο 4 παράγραφος 2 εξακολουθούν να ισχύουν ώσπου να καταργηθούν με νόμο, το αργότερο έως την 31 Δεκεμβρίου 1982. 2. Δεν αποτελεί διάκριση λόγω φύλου η λήψη θετικών μέτρων για την προώθηση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών. Το Κράτος μεριμνά για την άρση των ανισοτήτων που υφίστανται στην πράξη, ιδίως σε βάρος των γυναικών. ...».

IV. Περαιτέρω, ο Κώδικας Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (π.δ. 166/2000), όπως ίσχυε κατά το χρόνο κρίσης του συνταξιοδοτικού δικαιώματος του αναιρεσίβλητου από την αρμόδια Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, όριζε στην παράγραφο 1 του άρθρου 5 ότι «Δικαίωμα σε σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο έχουν: α) ... β) Τα παιδιά του υπαλλήλου που πέθανε ... καθώς και του συνταξιούχου ..., αν τα μεν κορίτσια είναι άγαμα, τα δε αγόρια μέχρι τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους, εφόσον είναι άγαμα, ή και μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους, εφόσον είναι ανίκανα για εργασία κατά ποσοστό 50% και άνω. ...».

V. Κατά το ανωτέρω άρθρο του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων, τα άρρενα ενήλικα τέκνα θανόντος υπαλλήλου ή συνταξιούχου του Δημοσίου δικαιούνται σύνταξη κατά μεταβίβαση από το Δημόσιο Ταμείο εάν, εκτός από άγαμα, είναι ταυτόχρονα και ανίκανα για εργασία κατά ποσοστό 50% και άνω. Ως εκ τούτου πράγματι θεσπίζονται για τη συνταξιοδότησή τους πρόσθετες προϋποθέσεις σε σύγκριση με αυτές που απαιτούνται για τις θυγατέρες των ανωτέρω, για τις οποίες αρκεί η έλλειψη γάμου. Κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη δεκαπέντε (15) μελών του Δικαστηρίου, ήτοι των Αντιπροέδρων Ευστάθιου Ροντογιάννη, Ιωάννη Καραβοκύρη, Φλωρεντίας Καλδή, Γεωργίου Κωνσταντά και Θεοχάρη Δημακόπουλου και των Συμβούλων Ευφροσύνης Κραμποβίτη, Γαρυφαλλιάς Καλαμπαλίκη, Ευάγγελου Νταή, Μαρίας Βλαχάκη, Σωτηρίας Ντούνη, Γεωργίου Βοΐλη, Κωνσταντίνας Ζώη, Γεωργίας Τζομάκα, Αργυρώς Λεβέντη και Στυλιανού Λεντιδάκη, με τη θέσπιση του ευνοϊκότερου αυτού συνταξιοδοτικού καθεστώτος υπέρ των άγαμων θυγατέρων, δεν παραβιάζεται η παρ. 2 του άρθρου 4 του Συντάγματος, που αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της γενικής αρχής της ισότητας στον τομέα της κοινωνικής θέσης και της νομικής αντιμετώπισης των δύο φύλων, καθόσον η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. β' του π.δ. 166/2000 αποτελεί εξαιρετική διάταξη, που αποσκοπεί στην προστασία των θυγατέρων που έλκουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα από γονείς που προσλήφθηκαν στο Δημόσιο μέχρι 31.12.1982 και οι οποίες, λόγω των κοινωνικών συνθηκών που επικρατούσαν, δεν είχαν ίση με τους άνδρες πρόσβαση στην κοινωνική και οικονομική ζωή. Συνεπώς, η επιπλέον προϋπόθεση της ανικανότητας για εργασία που απαιτείται για τη συνταξιοδότηση των άγαμων γιων των ανωτέρω δεν εισάγει αδικαιολόγητη εξαίρεση σε βάρος αυτών από τον κανόνα της συνταξιοδότησης με βάση την αγαμία, που ισχύει για τα κορίτσια, και επομένως, δεν είναι δυνατόν να επεκταθεί και σ' αυτούς ο εν λόγω κανόνας.

Ενόψει αυτών, τα άρρενα ενήλικα τέκνα θανόντων υπαλλήλων ή συνταξιούχων του Δημοσίου δικαιούνται σύνταξη κατά μεταβίβαση από το Δημόσιο Ταμείο μόνο στην περίπτωση που, εκτός από άγαμα, είναι ταυτόχρονα και ανίκανα για εργασία κατά ποσοστό 50% και άνω. Οι Σύμβουλοι, όμως, μέλη του Δικαστηρίου, Γεωργία Μαραγκού, Ασημίνα Σαντοριναίου και Σταμάτιος Πουλής είχαν την γνώμη ότι τα άρρενα ενήλικα τέκνα θανόντων υπαλλήλων ή συνταξιούχων του Δημοσίου δικαιούνται σύνταξη από μεταβίβαση από το Δημόσιο Ταμείο μόνο εφόσον πληρούν σωρευτικά τις προϋποθέσεις της αγαμίας και της ανικανότητας για εργασία, με την ακόλουθη αιτιολογία: Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 2 και 116 παρ. 2 του Συντάγματος συνάγεται ότι μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 δεν επιτρέπονται παρεκκλίσεις με βάση το φύλο, παρά μόνο εάν πρόκειται για τη λήψη θετικών μέτρων τα οποία κατατείνουν στην αποκατάσταση της ισότιμης συμμετοχής της γυναίκας στην κοινωνική και οικονομική ζωή. Επομένως, διαφοροποιήσεις ως προς τη νομοθετική μεταχείριση των δύο φύλων υπό τη μορφή των ευνοϊκών ρυθμίσεων υπέρ των γυναικών, οι οποίες δεν συντείνουν στην επίτευξη του ως άνω σκοπού, είναι αδικαιολόγητες, αυθαίρετες και συνεπώς αντισυνταγματικές. Κατ' ακολουθίαν, οι διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 περ. β' του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (π.δ. 166/2000), κατά το μέρος που θεσπίζουν ευνοϊκότερες συνταξιοδοτικές προϋποθέσεις για τα θήλεα τέκνα, οι οποίες (προϋποθέσεις), ως εκ του περιεχομένου τους (αγαμία) όχι μόνο δε συνιστούν θετικό μέτρο υπέρ των γυναικών, κατά την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά αποτελούν αντικίνητρο για τη συμμετοχή των γυναικών στην οικονομική ζωή και, επιπροσθέτως, δεν συμβάλλουν στην ενίσχυση του θεσμού του γάμου και της οικογένειας (άρθ. 21 παρ. 1 του Συντάγματος), αντίκεινται στη συνταγματική αρχή της ισότητας των δύο φύλων και ως εκ τούτου είναι μη εφαρμοστέες ως προς οιαδήποτε κατηγορία προσώπων.

Πάντως, και υπό την εκδοχή της συνταγματικότητας της ευμενούς αυτής –υπέρ των θηλέων τέκνων– ρυθμίσεως, δεν τίθεται ζήτημα επεκτάσεως αυτής υπέρ των αρρένων τέκνων. Και τούτο διότι, στο συνταξιοδοτικό δίκαιο, η σύνταξη αποτελεί, όπως από το νόμο προβλέπεται κάθε φορά, δικαίωμα που απορρέει καταρχήν από την παροχή εργασίας και αποτελεί την αναγκαία συνέχειά της, κατά τα ειδικότερα ισχύοντα για κάθε κατηγορία συνταξιούχων. Ως εκ τούτου, ο γενικός κανόνας για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος είναι η παροχή για ορισμένο χρονικό διάστημα εργασίας και η συναπτόμενη με αυτήν παρεχόμενη ασφάλιση. Η κατά μεταβίβαση σύνταξη αποτελεί παρέκκλιση από τον ανωτέρω κανόνα και απονέμεται ένεκα του ιδιαίτερου δεσμού του κατά μεταβίβαση συνταξιούχου προς τον εργασθέντα και δικαιούχο της συντάξεως. Συνεπώς, οι ρυθμίσεις που αφορούν στις κατά μεταβίβαση συντάξεις αποτελούν αυτοτελείς ειδικές ρυθμίσεις για κάθε κατηγορία προσώπων που καταλαμβάνουν και για τις οποίες κριτήριο του νομοθέτη είναι η παροχή κοινωνικής προστασίας, στο πλαίσιο μίας προνοιακής μέριμνας, που αφορά, πρωτίστως, στην προστασία της οικογένειας. Συνακόλουθα οι ρυθμίσεις για μία κατηγορία συνταξιούχων από μεταβίβαση δε μπορούν να αποτελέσουν συγκρίσιμο κανόνα ως προς μία άλλη κατηγορία, από την άποψη της συνδρομής των προϋποθέσεων για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, ώστε να ανακύψει ζήτημα αδικαιολόγητης εξαιρέσεως μίας κατηγορίας προσώπων (αρρένων τέκνων) από ένα γενικό κανόνα, οπότε με τον παραμερισμό της εξαιρέσεως και μόνον, όπως ρητά και με αποθετική διατύπωση επιτάσσεται από το άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος, να ανακύψει πλέον έδαφος εφαρμογής του γενικού κανόνα. Υπό την αντίθετη εκδοχή, η εφαρμογή των διατάξεων για τη συνταξιοδότηση των θηλέων τέκνων και υπέρ των αρρένων θα συνιστούσε πράξη νομοθέτησης και επομένως ανεπίτρεπτη εκ του Συντάγματος (άρθρο 26) επέμβαση του δικαστή στα έργα της νομοθετικής εξουσίας. Επομένως, κατά την ειδικότερη αυτή γνώμη η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως θα έπρεπε να γίνει δεκτή για τους ανωτέρω λόγους.

VI. Κατά τη γνώμη όμως της μειοψηφίας εννέα (9) μελών του Δικαστηρίου, ήτοι του Προέδρου Γεωργίου–Σταύρου Κούρτη, του Αντιπροέδρου Νικολάου Αγγελάρα και των Συμβούλων Ηλία Αλεξανδρόπουλου, Μιχαήλ Ζυμή, Ανδρονίκης Θεοτοκάτου, Νικολάου Μηλιώνη, Μαρίας Αθανασοπούλου, Ελένης Λυκεσά και Δημητρίου Πέππα, από το συνδυασμό των άρθρων 4 παρ. 2 και 116 του Συντάγματος, συνάγεται ότι μετά την 31η Δεκεμβρίου 1982 απαγορεύεται απόλυτα η δημιουργία άνισων καταστάσεων και η διαφοροποίηση του περιεχομένου των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των πολιτών, τόσο μεταξύ τους όσο και έναντι της Πολιτείας, βάσει του φύλου. Διακρίσεις είναι δυνατές μόνο όταν αυτές δικαιολογούνται από αποχρώντες λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος ή δικαιολογούνται ως θετικά μέτρα υπέρ των γυναικών, υπό την προϋπόθεση ότι αποσκοπούν στην προώθηση και στην επίσπευση της αποκατάστασης της πραγματικής ισότητας μεταξύ αυτών και των ανδρών (άρθρο 116 παρ. 2 του Συντάγματος). Ενόψει αυτών, η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. β' του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, με την οποία απαιτούνται πρόσθετοι όροι και προϋποθέσεις συνταξιοδότησης για τα άγαμα άρρενα τέκνα θανόντων υπαλλήλων ή συνταξιούχων του Δημοσίου τα οποία θεμελίωσαν το συνταξιοδοτικό τους δικαίωμα μετά την 31.12.1982, πέραν εκείνων που απαιτούνται για τη συνταξιοδότηση των άγαμων θυγατέρων τους, οι οποίες επίσης θεμελίωσαν το συνταξιοδοτικό τους δικαίωμα μετά την ίδια ημερομηνία, εισάγει αδικαιολόγητη διάκριση μεταξύ των δύο φύλων. Επομένως, η διάταξη αυτή αντίκειται στην αρχή της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 2 του Συντάγματος και είναι, για το λόγο αυτό, ανίσχυρη και ανεφάρμοστη. Περαιτέρω, το ανωτέρω άρθρο 5 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων, περιέχει στο σύνολό του ρυθμίσεις προνοιακού χαρακτήρα και αποσκοπεί στην προστασία και προφύλαξη της οικογένειας του θανόντος υπαλλήλου ή συνταξιούχου την οποία άλλωστε ο ίδιος εν ζωή φρόντιζε, προάσπιζε και ενίσχυε.
Επομένως οι διατάξεις του και άρα και η επίμαχη της παρ. 1 περ. β' αυτού δεν μπορούν, κρινόμενες αυτοτελώς, να θεωρηθούν αντισυνταγματικές με την έννοια της παροχής αδικαιολόγητου προνομίου σε συγκεκριμένες και αριθμητικά περιορισμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε αυτό να μην επεκταθεί και σε άλλες που βρίσκονται σε όμοια με αυτές κατάσταση. Ενόψει αυτών, και δεδομένου ότι ο νομοθέτης επέλεξε να διατηρήσει το ευνοϊκό καθεστώς συνταξιοδότησης των άγαμων θυγατέρων των θανόντων υπαλλήλων ή συνταξιούχων και για όσες θεμελίωσαν το δικαίωμά τους μετά την 31.12.1982 και στο εξής, πρέπει οι ρυθμίσεις του να επεκταθούν και στα άγαμα άρρενα τέκνα των ανωτέρω που επίσης θεμελίωσαν το συνταξιοδοτικό τους δικαίωμα μετά την ίδια ημερομηνία (31.12.1982), αφού τα δικαστήρια υποχρεούνται, κατά το άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος, να εφαρμόζουν σε όλη της την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήγουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση. Κατά συνέπεια και τα άρρενα ενήλικα τέκνα των θανόντων υπαλλήλων ή συνταξιούχων του Δημοσίου, που θεμελιώνουν το συνταξιοδοτικό τους δικαίωμα μετά την 31.12.1982, δικαιούνται σύνταξη μόνο εφόσον είναι άγαμα και για όσο χρόνο τελούν σε κατάσταση αγαμίας, ανεξάρτητα από το αν είναι ταυτόχρονα και ικανά προς εργασία (ΕΣ Ολ. 642/2009, 1609/2008 1454/2008, 748/2002, 977/2000, ΣτΕ 2703/2008, ΑΠ 574/2009). Η γνώμη όμως αυτή δεν κράτησε.

VII. Στην υπό κρίση υπόθεση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κρίθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος, που είναι ενήλικο άγαμο τέκνο του θανόντος, στις 7.3.1999, πολιτικού συνταξιούχου .........., δικαιούται σύνταξη από μεταβίβαση από το Δημόσιο Ταμείο με τις ίδιες προϋποθέσεις που απαιτούνται για τις άγαμες θυγατέρες των θανόντων πολιτικών συνταξιούχων. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. β' του π.δ. 166/2000, που θεσπίζει πρόσθετες προϋποθέσεις για τη συνταξιοδότηση του άρρενος τέκνου και απαιτεί εκτός από την αγαμία, που ισχύει για τα θήλεα τέκνα, και ανικανότητα για εργασία κατά ποσοστό τουλάχιστον 50%, αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας των δύο φύλων. Με βάση τις παραδοχές αυτές ακυρώθηκε η προσβαλλόμενη με την έφεση 1426/15.10.2003 απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων (ΕΕΠΚΣ) και παραπέμφθηκε ο συνταξιοδοτικός φάκελος στην ως άνω αρμόδια 42η Διεύθυνση του Γ.Λ.Κ., προκειμένου να του κανονιστεί σύνταξη σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ίσχυαν για τις άγαμες θυγατέρες. Ετσι, όμως κρίνοντας η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 περ. β' του του Συνταξιοδοτικού Κώδικα (π.δ. 166/2000) σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 2 του Συντάγματος, αφού, όπως εκτέθηκε στη σκέψη V, η διάταξη που απονέμει σύνταξη στις θυγατέρες των θανόντων υπαλλήλων ή συνταξιούχων του Δημοσίου με μόνο προσόν την αγαμία είναι εξαιρετική και δεν μπορεί να επεκταθεί και στα άρρενα ενήλικα τέκνα αυτών.

VIII. Κατ' ακολουθίαν, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια, επειδή η υπόθεση χρειάζεται διερεύνηση κατά το πραγματικό της μέρος, πρέπει να αναπεμφθεί στο αρμόδιο ΙΙ Τμήμα προκειμένου να εξετασθεί εκ νέου στην ουσία υπό διαφορετική σύνθεση (άρθρα 58 παρ. 4 του π.δ. 774/1980 και 116 του π.δ. 1225/1981).

Για τους λόγους αυτούς

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της 193/2007 απόφασης του ΙΙ Τμήματος του Δικαστηρίου αυτού.

Αναιρεί την ανωτέρω απόφαση.

Αναπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ΙΙ Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με διαφορετική σύνθεση.