Έτος
2010
Νόμος / διάταξη που αφορά
Άρθρο 28 παρ. 6 ΑΝ 1846/51
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Σύνταξη ανδρών λόγω θανάτου της συζύγου

 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ Α

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2009, με την εξής σύνθεση: Γ. Παπαμεντζελόπουλος, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Ε. Δανδουλάκη, Δ. Μαρινάκης, Σύμβουλοι, Χρ. Σιταρά, Σ. Κτιστάκη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Κολιοπούλου. 

Για να δικάσει την από 5 Νοεμβρίου 2004 αίτηση: του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.), το οποίο παρέστη με την Π. Ασημακοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, 

κατά του ............................., κατοίκου Νάουσας (................), ο οποίος δεν παρέστη. 

Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ίδρυμα επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 2386/2003 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. 

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Ε. Δανδουλάκη

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Ιδρύματος, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση. 

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα Σκέφθηκε κατά το Νόμο 

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται κατά νόμον καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 2386/2003 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος Ιδρύματος κατά της 2896/2000 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την τελευταία αυτή απόφαση έγινε δεκτή προσφυγή του αναιρεσιβλήτου, ακυρώθηκε η 716/94/6.10.1998 απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής (Τ.Δ.Ε.) του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Θεσσαλονίκης και αναγνωρίστηκε ότι αυτός δικαιούται σύνταξη λόγω θανάτου της συζύγου του.

2. Επειδή, νομίμως χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης του Ι.Κ.Α., του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται από το Ν.Σ.Κ. (άρθρα 7, 8 και 11 του ν.δ. 2698/1953, Α΄ 315, και άρθρ. 2 π.δ. 282/1996, Α΄ 199, βλ. και άρ. 2 παρ. 1β΄ και 17 του ν. 3086/2002, Α΄ 324), παρότι η κατατεθείσα 117/26.1.2005 γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ. είναι αρνητική, διότι η υπόθεση αφορά περιοδικές παροχές, δεν έχει δε περιέλθει στο Δικαστήριο έγκριση από τον Υπουργό Οικονομικών της εν λόγω αρνητικής γνωμοδότησης (βλ. ΑΕΔ 32/1999, πρβλ. ΣτΕ 1139/2001, 1483/2005, βλ. ΣτΕ 834/2004, 454/2002, 4003/2001).

3. Επειδή, το Σύνταγμα ορίζει στο μεν άρθρο 4 ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου (παρ. 1) και ότι οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις (παρ. 2), στο δε άρθρο 116 ότι οι υφιστάμενες διατάξεις που είναι αντίθετες στο άρθρο 4 παρ. 2 εξακολουθούν να ισχύουν ώσπου να καταργηθούν με νόμο, το αργότερο μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 1982 (παρ. 1). Η προεκτεθείσα παράγρ. 2 του άρθρου 4 του Συντάγματος αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της γενικής αρχής της ισότητας (παρ. 1 του ίδιου άρθρου). Με τη ρύθμιση της διάταξης αυτής, που αφορά προδήλως και τις σχέσεις κοινωνικής ασφάλισης, αφενός μεν απαγορεύεται η διαφοροποίηση του νομικού καθεστώτος των πολιτών με βάση τη διαφορά του φύλου, αφετέρου δε επιβάλλεται η παροχή ίσων δυνατοτήτων και στα δύο φύλα. Αποκλίσεις από την πιο πάνω γενική αρχή επιτρέπονται μόνο εφόσον τίθενται ευθέως ή προβλέπονται συγκεκριμένα από ειδική διάταξη τυπικού νόμου και δικαιολογούνται από αποχρώντες λόγους.

4. Επειδή εξ άλλου, με τη διάταξη του άρθρου 28 παρ. 6 του αν.ν. 1846/1951 (Α΄ 179), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 παρ. 3 του ν.δ. 4104/1960 (Α΄ 147) και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 27 παρ. 1 περ. 6 α΄ του ν. 1902/1990 (Α΄ 138), ορίζονται τα ακόλουθα: «Σε περίπτωση θανάτου συνταξιούχου λόγω γήρατος ή αναπηρίας οποιασδήποτε βαθμίδας, ή επιδοματούχου λόγω αναπροσαρμογής ή ασφαλισμένου που έχει πραγματοποιήσει τουλάχιστον χίλιες πεντακόσιες (1.500) ημέρες εργασίας, από τις οποίες τριακόσιες (300) τουλάχιστον κατά τα πέντε (5) έτη που προηγούνται άμεσα του έτους που επήλθε ο θάνατος, ή ασφαλισμένου που έχει πραγματοποιήσει τον απαιτούμενο κατά περίπτωση από την παράγραφο 4 εδάφιο α΄ αριθμό ημερών εργασίας, έχουν δικαίωμα για σύνταξη κατά τα επόμενα εδάφια: α) Η χήρα ή ο χήρος, του οποίου η συντήρηση εβάρυνε κυρίως τη θανούσα και εφ’ όσον είναι ανάπηρος κατά την έννοια της παραγράφου 5 εδάφιο β΄ του παρόντος β) … γ) … δ) …». Η διάταξη αυτή προβλέπει διαφορετική μεταχείριση του χήρου ασφαλισμένου ή συνταξιούχου του Ι.Κ.Α. σε σχέση με τη χήρα ασφαλισμένη ή συνταξιούχο του Ιδρύματος, με τη θέσπιση για τον χήρο πρόσθετων προϋποθέσεων συνταξιοδότησης. Η διαφοροποίηση όμως αυτή σε βάρος του χήρου έναντι της χήρας δεν δικαιολογείται, ενόψει και των σύγχρονων κοινωνικοοικονομικών δεδομένων και αντιλήψεων, από αποχρώντες λόγους αναφερόμενους στη διαφορά του φύλου. Η διάταξη, άρα, αυτή είναι ανίσχυρη, ως αντικείμενη στο άρθρο 4 παρ. 2 του Συντάγματος, κατά το μέρος που θεσπίζει ως πρόσθετες προϋποθέσεις για τη συνταξιοδότηση του χήρου ασφαλισμένης ή συνταξιούχου του Ι.Κ.Α. να είναι ανάπηρος και η συντήρησή του να βάρυνε κυρίως τη θανούσα. Συνεπώς και προς αποκατάσταση της επιβαλλόμενης εν προκειμένω ίσης μεταχείρισης των δύο φύλων, εφαρμοστέο είναι, από την εξεταζόμενη άποψη, για τον χήρο ασφαλισμένης ή συνταξιούχου του Ι.Κ.Α., το συνταξιοδοτικό καθεστώς που ισχύει για τη χήρα ασφαλισμένου ή συνταξιούχου του Ιδρύματος (πρβλ. Σ.τ.Ε. 2435/1997 7μ., 2978/1997, 1379/1998, 243/2000, 760, 940, 3634/2001, ΟλΣτΕ 1467/2004, ΣτΕ 3822/2004, 167, 1156/2005).

5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: Η σύζυγος του αναιρεσιβλήτου, ασφαλισμένη στο ΙΚΑ, λάμβανε σύνταξη γήρατος από το έτος 1986. Μετά το θάνατό της, που επήλθε στις 14.8.1996, ο αναιρεσίβλητος, επίσης συνταξιούχος γήρατος του ΙΚΑ, υπέβαλε στο Περιφερ. Υποκατάστημα ΙΚΑ Θεσσαλονίκης την από 19.9.1997 αίτηση, με την οποία ζήτησε να του χορηγηθεί σύνταξη λόγω θανάτου της συζύγου του. Όπως προέκυψε από τα προσκομισθέντα στοιχεία, ο γάμος τους είχε γίνει στις 4.9.1955 στην Τασκένδη της τέως ΕΣΣΔ και ουδέποτε λύθηκε. Ο Διευθυντής του πιο πάνω Υποκαταστήματος με την 3696/24.2.1998 απόφασή του, μολονότι ο αναιρεσίβλητος, ενόψει της πιο πάνω αίτησής του, κρίθηκε με την 31/264/3.12.1997 γνωμάτευση της ΑΥΕ ανάπηρος σε ποσοστό 67% για το χρονικό διάστημα από 19.9.1997 έως 31.9.1999, απέρριψε το αίτημά του, με την αιτιολογία ότι «η θανούσα σύζυγός του δεν τον συντηρούσε κατά κύριο λόγο, αλλά συνέβαλλε στη συντήρησή του». Η Τ.Δ.Ε. του ως άνω Υποκαταστήματος με την 716/94/6.10.1998 απόφασή της απέρριψε τη σχετική ένσταση του ασφαλισμένου με την ίδια αιτιολογία. Προσφυγή του αναιρεσιβλήτου κατά της απόφασης αυτής έγινε δεκτή με την 2896/2000 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αφού έλαβε υπόψη τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, τις προδιαληφθείσες διατάξεις και ειδικότερα ότι για τη συνταξιοδότηση του αναιρεσιβλήτου αρκεί να πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη χήρα συνταξιούχου, χωρίς επιπλέον να συντρέχει αναπηρία αυτού και συντήρησή του από τη θανούσα ασφαλισμένη, καθώς και ότι οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη συνταξιοδότηση χήρας ασφαλισμένου συντρέχουν και στην περίπτωσή του (τέλεση νόμιμου γάμου που δεν λύθηκε), έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται σύνταξη λόγω θανάτου της συζύγου του, με τις σκέψεις δε αυτές απέρριψε την έφεση του ΙΚΑ κατά της πρωτόδικης απόφασης. Η κρίση αυτή του δικάσαντος διοικητικού εφετείου είναι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο εσφαλμένα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις, καθώς και ο ισχυρισμός ότι η ευμενέστερη μεταχείριση της χήρας και των τέκνων θανόντος ασφαλισμένου καθιερώνεται για λόγους μείζονος προστασίας τους σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ. 2 του Συντάγματος και όχι ως δυσμενής διάκριση σε βάρος του χήρου.

6. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

Διά ταύτα

Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση.