Ημερομηνία
26 / 07 / 2010
Νόμος / διάταξη που αφορά
Οδηγία 79/7/ΕΟΚ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Άνδρες γυναίκες / ίση μεταχείριση, υπολογισμός συντάξεων

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα) της 29ης Ιουλίου 2010 

Στην υπόθεση C‑577/08,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το arbeidshof te Antwerpen (Βέλγιο) με απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2008, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 29 Δεκεμβρίου 2008, στο πλαίσιο της δίκης Rijksdienst voor Pensioenen κατά Elisabeth Brouwer,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),

συγκείμενο από τους J.‑C. Bonichot, πρόεδρο τμήματος, C. Toader, K. Schiemann (εισηγητή), P. Kūris και L. Bay Larsen, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: N. Jääskinen

γραμματέας: R. Şereş, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 18ης Μαρτίου 2010,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

  • η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις L. Van den Broeck και C. Pochet, καθώς και από τον E. Pools,
  • η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον M. van Beek,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160).

2        Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο προσφυγής που άσκησε η Ε. Brouwer κατά του Rijksdienst voor Pensioenen (εθνικού οργανισμού συντάξεων, στο εξής: Rijksdienst) με αντικείμενο τον προβαλλόμενο ως εισάγοντα διακρίσεις υπολογισμό του ύψους της συντάξεως γήρατος που της χορηγήθηκε.

 Το νομικό πλαίσιο

 Η κοινοτική νομοθεσία

3        Η οδηγία 79/7 έχει ως αντικείμενο τη σταδιακή εξάλειψη των διακρίσεων λόγω φύλου σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, αυτής, εφαρμόζεται στα νομικά συστήματα που εξασφαλίζουν προστασία κατά, μεταξύ άλλων, του γήρατος.

4        Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής:

«Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση και ιδιαίτερα όσον αφορά:

[…]

–        τον υπολογισμό των παροχών, συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων λόγω συζύγου και προστατευομένου προσώπου και τις προϋποθέσεις διαρκείας και διατηρήσεως του δικαιώματος επί των παροχών.»

5        Το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της εν λόγω οδηγίας ορίζει ότι η οδηγία δεν θίγει την ευχέρεια που έχουν τα κράτη μέλη να αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής της:

«τον καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για την χορήγηση συντάξεων γήρατος και συντάξεων εν γένει και τις συνέπειες που είναι δυνατό να προκύψουν για άλλες παροχές».

 Η εθνική νομοθεσία

6        Το άρθρο 5, παράγραφος 7, του βασιλικού διατάγματος της 23ης Δεκεμβρίου 1996 περί εφαρμογής των άρθρων 15 έως 17 του νόμου της 26ης Ιουλίου 1996 σχετικά με τον εκσυγχρονισμό της κοινωνικής ασφαλίσεως και τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των προβλεπόμενων από τον νόμο συνταξιοδοτικών συστημάτων προβλέπει τα εξής:

«Εργαζόμενος βελγικής ιθαγένειας:

α)      ο οποίος έχει εργασθεί κατά συνήθη απασχόληση ως εργάτης, υπάλληλος ή εργάτης ανθρακωρυχείου σε χώρα όμορη με το Βέλγιο, υπό τον όρο ότι διατήρησε την κύρια κατοικία του στο Βέλγιο και επιστρέφει, κατ’ αρχήν, στη χώρα καθημερινώς,

β)      ή ο οποίος απασχολήθηκε στην αλλοδαπή ως εργάτης ή υπάλληλος για χρονικές περιόδους έκαστη των οποίων ήταν μικρότερη του έτους, για λογαριασμό εργοδότη εγκατεστημένου στη χώρα αυτή, για να πραγματοποιήσει μισθωτή εργασία ή εξομοιούμενη με αυτήν εποχιακού χαρακτήρα, υπό τον όρο ότι διατήρησε την κύρια κατοικία του στο Βέλγιο και η οικογένειά του συνέχισε να κατοικεί σε αυτό,

δικαιούται σύνταξη γήρατος η οποία ισούται προς τη διαφορά μεταξύ του ύψους της συντάξεως την οποία θα ελάμβανε αν είχε εργασθεί ως μισθωτός εργαζόμενος στο Βέλγιο και του ύψους της συντάξεως που θα ελάμβανε για την ίδια δραστηριότητα δυνάμει της νομοθεσίας της χώρας απασχολήσεως.»

7        Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 25 του βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967, περί θεσπίσεως της γενικής κανονιστικής ρυθμίσεως περί συντάξεως γήρατος και επιζώντος για τους μισθωτούς εργαζομένους (Moniteur belge της 16ης Ιανουαρίου 1968), η αμοιβή η οποία πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό συντάξεως γήρατος που θα λάμβανε εργαζόμενος, ο οποίος εμπίπτει στο άρθρο 5, παράγραφος 7, του βασιλικού διατάγματος της 23ης Δεκεμβρίου 1996, αν η δραστηριότητα του μισθωτού εργαζομένου είχε ασκηθεί στο Βέλγιο ή για τον υπολογισμό της συντάξεως επιζώντος, καθορίζεται με βασιλικό διάταγμα για κάθε ημερολογιακό έτος, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων σχετικά με το προηγούμενο ημερολογιακό έτος όπως περιλαμβάνονται στην ατομική κατάσταση μισθοδοσίας.

Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

8        Η Ε. Brouwer, βελγικής ιθαγένειας και κάτοικος Βελγίου, εργάσθηκε στις Κάτω Χώρες ως μεθοριακή εργαζόμενη, από 15 Αυγούστου 1960 έως 31 Δεκεμβρίου 1998. Από 1ης Ιανουαρίου 1999, σταμάτησε να εργάζεται και έλαβε παροχές πρόωρης συνταξιοδοτήσεως στο Βέλγιο.

9        Καθώς είχε αξίωση για πλήρη σύνταξη γήρατος στο Βέλγιο μέχρι το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας της, τη δε επιβάρυνση αυτή έφερε ακολούθως το Βασίλειο των Κάτω Χωρών λόγω των περιόδων ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν στο κράτος αυτό, η Ε. Brouwer υπέβαλε, το 2003, αίτηση για χορήγηση συντάξεως γήρατος στον Rijksdienst. Η σύνταξη, υπολογιζόμενη κατ’ αναλογία των συμπληρωθεισών περιόδων ασφαλίσεως, ορίσθηκε στο ποσό των 11 724,61 ευρώ και της χορηγήθηκε από 1ης Μαΐου 2004.

10      Το ύψος της εν λόγω συντάξεως υπολογίσθηκε, σύμφωνα με την εφαρμοστέα βελγική νομοθεσία, και συγκεκριμένα σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 7, του βασιλικού διατάγματος της 23ης Δεκεμβρίου 1996, βάσει των πλασματικών ή/και κατ’ αποκοπήν ημερομισθίων που ορίζονται ετησίως με βασιλικό διάταγμα σύμφωνα με τον μέσο μισθό που έλαβαν οι εργαζόμενοι στο Βέλγιο κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους.

11      Την 1η Ιουνίου 2004, η Ε. Brouwer αμφισβήτησε το ύψος της συντάξεως που της χορηγήθηκε, υποστηρίζοντας ότι, για την περίοδο μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1968 και 31ης Δεκεμβρίου 1994, ο υπολογισμός του εν λόγω ποσού στηριζόταν σε πλασματικούς ή κατ’ αποκοπήν μισθούς οι οποίοι, κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, ήταν χαμηλότεροι για τις γυναίκες εργαζόμενες σε σχέση με εκείνους των ανδρών συναδέρφων τους.

12      Στις 5 Ιουλίου 2004, ο Rijksdienst γνωστοποίησε στην Ε. Brouwer ότι εμμένει στην αρχική του απόφαση, ισχυριζόμενος ότι, κατά τη διάρκεια της επίμαχης περιόδου, ο πραγματικός μέσος μισθός, επί τη βάσει του οποίου είχε υπολογισθεί η σύνταξη γήρατος, δεν ήταν ο ίδιος για τις γυναίκες και τους άνδρες εργαζομένους, και για τον λόγο αυτόν προέκυπταν οι διαφορές ως προς το ύψος των συντάξεων. Από το 1995, πάντως, το ημερομίσθιο κατέστη ίδιο για τους άνδρες και τις γυναίκες εργαζομένους. Η εξέλιξη αυτή επηρεάσθηκε από την προοδευτική εξίσωση των αμοιβών όπως επίσης και από το γεγονός ότι οι γυναίκες παραμένουν κατά τη διάρκεια των ετών όλο και περισσότερο χρόνο στην εργασία.

13      H E. Brouwer άσκησε ενώπιον του arbeidsrechtbank te Hasselt προσφυγή κατά της αποφάσεως του Rijksdienst. Με απόφαση της 16ης Ιουνίου 2006, το δικαστήριο αυτό ακύρωσε την εν λόγω απόφαση και υποχρέωσε το Rijksdienst να προβεί σε εκ νέου υπολογισμό της συντάξεως γήρατος της Ε. Brouwer βάσει των πλασματικών και/ή κατ’ αποκοπήν αποδοχών που εφαρμόζονταν για τους άνδρες μεθοριακούς εργαζομένους κατά τη χρονική περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1968 έως 31 Δεκεμβρίου 1994.

14      Το arbeidsrechtbank te Hasselt έκρινε ότι οι συνταγματικοί κανόνες περί ισότητας και απαγορεύσεως των διακρίσεων δεν αποκλείουν τη δυνατότητα διαφορετικής μεταχειρίσεως μεταξύ διαφόρων κατηγοριών προσώπων, εφόσον η διαφορά αυτή στηρίζεται σε αντικειμενικό κριτήριο, έχει νόμιμο σκοπό και βρίσκεται σε εύλογη σχέση προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις αυτές δεν συνέτρεχαν.

15      Κατά το arbeidsrechtbank te Hasselt, καίτοι, προηγουμένως, η διαφορετική μεταχείριση λόγω του φύλου απέρρεε από την πραγματική κατάσταση που ίσχυε άλλοτε και χαρακτηριζόταν από διαφορά μεταξύ του επιπέδου αμοιβών για τους άνδρες και τις γυναίκες, μία τέτοια κατάσταση δεν είναι συμβατή με το άρθρο 141 ΕΚ και την εξ αυτού απορρέουσα υποχρέωση περί εξασφαλίσεως της εφαρμογής της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας. Κατά συνέπεια, ο Βέλγος νομοθέτης δεν μπορεί πλέον να στηρίζεται σε ένα σύστημα, κατά το οποίο για τις γυναίκες λαμβάνεται υπόψη ένας χαμηλότερος πλασματικός μισθός κατά τον υπολογισμό της συντάξεώς τους ως μεθοριακών εργαζομένων γυναικών, υποστηρίζοντας ότι αυτό αντανακλά μια κατάσταση στην οποία οι γυναίκες λαμβάνουν, κατά μέσον όρο, χαμηλότερο μισθό απ’ ό,τι οι άνδρες εργαζόμενοι.

16      Ο Rijksdienst άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως της 16ης Ιουνίου 2006 ενώπιον του arbeidshof te Antwerpen.

17      Υπό τις περιστάσεις αυτές, το arbeidshof te Antwerpen αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Συνάδουν με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, τα βασιλικά διατάγματα των 01.12.1969, 18.06.1970, 08.06.1971, 14.09.1972, 31.07.1973, 12.07.1974, 13.02.1975, 28.11.1975, 26.11.1976, 26.09.1977, 31.07.1978, 31.08.1979, 02.12.1980, 13.01.1982, 14.03.1983. 11.01.1984, 30.11.1984, 24.01.1986, 30.12.1986, 06.01.1988, 02.12.1988, 30.11.1989, 10.12.1990, 01.06.1993, 08.12.1993, 19.12.1994 και 10.10.1995, που εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 25 του βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967, περί θεσπίσεως της γενικής κανονιστικής ρυθμίσεως περί συντάξεως γήρατος και επιζώντος για τους μισθωτούς, και με τα οποία, για τον υπολογισμό της συντάξεως γήρατος για τις γυναίκες μεθοριακές εργαζόμενες, καθορίσθηκαν χαμηλότερα πλασματικά ή/και κατ’ αποκοπήν ημερομίσθια απ’ ό,τι για τους άνδρες μεθοριακούς εργαζομένους;»

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

18      Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκκινεί από την παραδοχή κατά την οποία οι πραγματικοί μέσοι μισθοί των εργαζομένων στο Βέλγιο για τα έτη 1968 έως 1994, βάσει των οποίων υπολογίζονται οι συντάξεις γήρατος, αφορούν όμοια εργασία ή εργασία της αυτής αξίας. Η Επιτροπή εκτιμά ότι, δεδομένου ότι οι βελγικές αρχές δεν διόρθωσαν τις υπάρχουσες στην πράξη διαφορές στους μισθούς, οι διαφορές αυτές επηρέασαν τους πλασματικούς και/ή κατ’ αποκοπήν μισθούς που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της συντάξεως γήρατος.

19      Ισχυρίζεται ότι τέτοιου είδους υπολογισμός συνιστά άμεση διάκριση κατά το κοινοτικό δίκαιο, ασύμβατη με το άρθρο 4 της οδηγίας 79/7.

20      Η δε Βελγική Κυβέρνηση υποστήριξε στις γραπτές παρατηρήσεις της ότι δεν υπάρχει τέτοιου είδους διάκριση. Κατά την περίοδο 1968 έως 1994, υπήρχε αξιοσημείωτη διαφορά στις αμοιβές μεταξύ των ανδρών και των γυναικών που εργάζονταν σε διαφόρους τομείς, με συνήθως μειωμένο πρόγραμμα εργασίας για τις γυναίκες. Ως αποτέλεσμα οι αποδοχές που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των μέσων μισθών είναι διαφορετικές. Είναι, επομένως, φυσικό να υπάρχουν διαφορές στα πλασματικά και κατ’ αποκοπήν ημερομίσθια, γεγονός που επιφέρει διαφορές στο ύψος των συντάξεων. Από το 1995, το ημερομίσθιο είναι πλέον, κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, ίδιο για τις γυναίκες και τους άνδρες εργαζομένους διότι εξισώθηκαν οι μισθοί και οι γυναίκες δραστηριοποιούνται περισσότερο σε επαγγέλματα στα οποία παραδοσιακά απασχολούνταν άνδρες.

21      Επιβάλλεται, πάντως, η επισήμανση ότι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Βελγική Κυβέρνηση μετέβαλε δραστικά τη θέση της.

22      Πρώτον, αναγνώρισε την ύπαρξη άνισης μεταχειρίσεως και παρέθεσε διάφορα εγχειρήματα που ανέλαβε ώστε να διορθώσει την κατάσταση αυτή και να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της οδηγίας 79/7. Καταρτίσθηκε, μεταξύ άλλων, σχέδιο βασιλικού διατάγματος με αντικείμενο την εξίσωση των πλασματικών ημερομισθίων των γυναικών με εκείνα των ανδρών για την περίοδο μεταξύ 1984 και 1994. Η Βελγική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι το άρθρο 2 του σχεδίου αυτού προβλέπει ότι τα πρόσωπα που επιθυμούν να επωφεληθούν από την εν λόγω εξίσωση πρέπει να υποβάλουν αίτηση σύμφωνα με τον γενικό κανονισμό συντάξεων γήρατος και επιζώντος για τους εργαζομένους.

23      Δεύτερον, η Βελγική Κυβέρνηση ζήτησε από το Δικαστήριο να περιορίσει τα διαχρονικά αποτελέσματα της αποφάσεώς του, ώστε το αίτημα αυτό περιορισμού να αφορά μόνον την καταβολή των καθυστερουμένων και όχι των τόκων που οφείλονται επί των εν λόγω καθυστερουμένων. Η Βελγική Κυβέρνηση ζήτησε όλως ιδιαιτέρως να περιορισθεί το ευεργέτημα της καταβολής των τόκων αυτών στους δικαιούχους οι οποίοι έχουν κινήσει ένδικη διαδικασία προ της 18ης Δεκεμβρίου 2008, ημερομηνία υποβολής της εξεταζόμενης υποβληθείσας από το arbeidshof te Antwerpen αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.

24      Η Βελγική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι συντρέχουν οι δύο προϋποθέσεις που αναγνωρίζει η νομολογία του Δικαστηρίου για τον χρονικό περιορισμό των αποτελεσμάτων αποφάσεως του Δικαστηρίου.

25      Ως προς την πρώτη προϋπόθεση, ήτοι την ύπαρξη καλής πίστεως σε περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας διατάξεως του κοινοτικού δικαίου, εν προκειμένω του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7, η Βελγική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι είχε θεωρήσει τις διαφορές στις αμοιβές μεταξύ ανδρών και γυναικών ως δικαιολογημένες από αντικειμενικούς λόγους. Η Βελγική Κυβέρνηση στηρίχθηκε, συναφώς, στο γεγονός ότι καμία παρεμφερής υπόθεση δεν έχει υποβληθεί ενώπιον των βελγικών δικαστηρίων και καμία προσφυγή λόγω παραβάσεως ως προς το ζήτημα αυτό δεν έχει ασκηθεί από την Επιτροπή κατά του βελγικού Κράτους.

26      Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι τον κίνδυνο σοβαρών οικονομικών επιπτώσεων μίας τέτοιας αποφάσεως για το οικείο κράτος, η Βελγική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι μόνη η καταβολή των καθυστερουμένων, πλην των τόκων, αντιστοιχεί σε ιδιαίτερα σημαντική επιβάρυνση των βελγικών δημόσιων οικονομικών.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

27      Επισημαίνεται, κατ’ αρχάς, ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 234 ΕΚ, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί της συμβατότητας μιας εθνικής διατάξεως με το κοινοτικό δίκαιο και ότι, ως εκ τούτου, επιβάλλεται να αναδιατυπωθεί το προδικαστικό ερώτημα και να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ζητείται να διευκρινισθεί αν το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 απαγορεύει εθνική διάταξη δυνάμει της οποίας, για την περίοδο 1968 έως 1994, ο υπολογισμός της συντάξεως γήρατος για τις γυναίκες μεθοριακές εργαζόμενες στηριζόταν σε πλασματικά και/ή κατ’ αποκοπήν ημερομίσθια χαμηλότερα από εκείνα των ανδρών μεθοριακών εργαζομένων.

28      Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό επιβάλλεται, όπως ορθώς υποστήριξε η Επιτροπή, να υποδιαιρεθεί η περίοδος από το 1968 έως το 1994 στα διαστήματα που αποτελούν αντικείμενο της κύριας δίκης. Ειδικότερα, πρέπει να διακριθεί η περίοδος μεταξύ της 23ης Δεκεμβρίου 1984, ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 79/7, και της 31ης Δεκεμβρίου 1994 από την περίοδο μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1968 και 22ας Δεκεμβρίου 1984.

29      Ως προς την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1968 έως 22 Δεκεμβρίου 1984, δεδομένου ότι η οδηγία 79/7 εκδόθηκε μόλις το 1978 και η προθεσμία για τη μεταφορά της ορίσθηκε έως την 23η Δεκεμβρίου 1984, το συμβατό της επίμαχης εθνικής νομοθεσίας δεν μπορεί παρά να εξετασθεί σε σχέση με το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ (τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ αντικατέστησαν τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ). Διατάξεις, όμως, όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη, σχετικές με νομικά συστήματα συντάξεων βρίσκονται εκτός του πεδίου εφαρμογής του εν λόγω άρθρου και δεν μπορούσαν επομένως να θεωρηθούν ως μη συνάδουσες με αυτό (βλ., συναφώς, απόφαση της 25ης Μαΐου 1971, 80/70, Defrenne, Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 815, σκέψη 7).

30      Ως προς την περίοδο από 23 Δεκεμβρίου 1984 έως 31 Δεκεμβρίου 1994, διαπιστώνεται ότι το Βασίλειο του Βελγίου, όπως εξάλλου το ίδιο αναγνώρισε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν τήρησε τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της οδηγίας 79/7 όσον αφορά τον υπολογισμό των συντάξεων γήρατος εφαρμόζοντας, έως την 1η Ιανουαρίου 1995, μέθοδο υπολογισμού εισάγουσα διακρίσεις η οποία στηριζόταν σε πλασματικά και/ή κατ’ αποκοπήν ημερομίσθια για τους άνδρες μεθοριακούς εργαζομένους υψηλότερα από εκείνα για τις γυναίκες μεθοριακές εργαζόμενες, για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας.

31      Κατόπιν των προεκτεθέντων, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 απαγορεύει εθνική νομοθεσία δυνάμει της οποίας, για την περίοδο 1984 έως 1994, ο υπολογισμός της συντάξεως γήρατος των γυναικών μεθοριακών εργαζομένων στηριζόταν, όσον αφορά όμοια εργασία ή εργασία της αυτής αξίας, σε πλασματικά ή κατ’ αποκοπήν ημερομίσθια χαμηλότερα εκείνων των ανδρών μεθοριακών εργαζομένων.

32      Ως προς το αίτημα της Βελγικής Κυβερνήσεως περί χρονικού περιορισμού των αποτελεσμάτων της αποφάσεως, σε περίπτωση που το Δικαστήριο διαπίστωνε την ύπαρξη δυσμενούς διακρίσεως, επιβάλλονται οι κατωτέρω διαπιστώσεις.

33      Το Δικαστήριο, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρή αναστάτωση που ενδέχεται να προκαλέσει η απόφασή του ως προς τις διαμορφωθείσες κατά το παρελθόν καταστάσεις, είναι δυνατό να υποχρεωθεί να περιορίσει τη δυνατότητα των ενδιαφερομένων να επικαλούνται την ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο, αποφαινόμενο επί προδικαστικού ερωτήματος, σε διάταξη του δικαίου της Ένωσης (βλ. απόφαση της 17ης Μαΐου 1990, C‑262/88, Barber, Συλλογή 1990, σ. I‑1889, σκέψη 41).

34      Πάντως, κατά πάγια νομολογία, οι οικονομικές συνέπειες που θα μπορούσε να έχει επί κράτους μέλους απόφαση εκδοθείσα επί προδικαστικής παραπομπής δεν δικαιολογούν καθαυτές τον χρονικό περιορισμό των αποτελεσμάτων της αποφάσεως αυτής (αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, C-184/99, Grzelczyk, Συλλογή 2001, σ. I‑6193, σκέψη 52· της 15ης Μαρτίου 2005, C-209/03, Bidar, Συλλογή 2005, σ. I-2119, σκέψη 68, και της 27ης Απριλίου 2006, C‑423/04, Richards, Συλλογή 2006, σ. I‑3585, σκέψη 41).

35      Ο περιορισμός των αποτελεσμάτων μιας αποφάσεως βάσει αυτής της συλλογιστικής και μόνο θα κατέληγε σε ουσιαστική μείωση της δικαστικής προστασίας των δικαιωμάτων που έλκουν οι ιδιώτες από το κοινοτικό δίκαιο (βλ., σχετικώς, απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1998, C‑35/97, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1998, σ. I‑5325, σκέψη 52).

36      Πέραν της υπάρξεως κινδύνου σοβαρών οικονομικών επιπτώσεων οφειλομένων ειδικότερα στον μεγάλο αριθμό των εννόμων σχέσεων που είχαν συσταθεί καλοπίστως βάσει ρυθμίσεως η οποία εθεωρείτο νομίμως ισχύουσα, ένας άλλος παράγοντας ο οποίος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη προκειμένου να δικαιολογηθεί ο χρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων της αποφάσεως είναι η ύπαρξη αντικειμενικής και σοβαρής αβεβαιότητας ως προς το περιεχόμενο των κοινοτικών διατάξεων (βλ., σχετικώς, προπαρατεθείσες αποφάσεις Bidar, σκέψη 69, και Richards, σκέψη 42).

37      Εν προκειμένω, όμως, οι βελγικές εθνικές αρχές δεν μπορούν να προβάλουν την ύπαρξη αντικειμενικής αβεβαιότητας ως προς το περιεχόμενο της υποχρεώσεως εξασφαλίσεως ίσης μεταχειρίσεως, της σαφώς απορρέουσας από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 κατά το οποίο η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τον υπολογισμό παροχών.

38      Εφόσον αποδειχθεί ότι πράγματι οι πλασματικοί και/ή κατ’ αποκοπήν μισθοί για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας ελήφθησαν υπόψη ως βάση υπολογισμού των συντάξεων γήρατος, ζήτημα που πρέπει να ερευνήσει το αιτούν δικαστήριο, οι βελγικές αρχές παρανόμως θεωρούσαν ότι το γεγονός ότι οι μισθοί των γυναικών εργαζομένων ήταν χαμηλότεροι εκείνων των ανδρών εργαζομένων ήταν συνέπεια της υπάρξεως αντικειμενικών λόγων και όχι απλώς μισθολογικής διακρίσεως.

39      Επιπλέον, το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν άσκησε σχετικώς προσφυγή λόγω παραβάσεως κατά του Βασιλείου του Βελγίου δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως σιωπηρή έγκριση εκ μέρους της Επιτροπής της μισθολογικής διακρίσεως την οποία ανέχθηκαν οι βελγικές αρχές για την περίοδο 1984 έως 1994 ως προς τον υπολογισμό των συντάξεων γήρατος των γυναικών μεθοριακών εργαζομένων.

40      Καθόσον η ύπαρξη αντικειμενικής αβεβαιότητας ως προς το περιεχόμενο του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 δεν αποδεικνύεται εν προκειμένω, η διαπίστωση αυτή επαρκεί για να αιτιολογήσει τον μη χρονικό περιορισμό των αποτελεσμάτων της παρούσας αποφάσεως.

 Επί των δικαστικών εξόδων

41      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, απαγορεύει εθνική νομοθεσία δυνάμει της οποίας, για την περίοδο 1984 έως 1994, ο υπολογισμός των συντάξεων γήρατος των γυναικών μεθοριακών εργαζομένων στηριζόταν, όσον αφορά όμοια εργασία ή εργασία της αυτής αξίας, σε πλασματικά ή κατ’ αποκοπήν ημερομίσθια χαμηλότερα εκείνων των ανδρών μεθοριακών εργαζομένων.