Έτος
2007
Νόμος / διάταξη που αφορά
44 παρ 20,21 ν 1756/1988, , αρθ 4 Σ, 21 Σ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Γυναίκες δικαστικοί

 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Απριλίου 2003, με την εξής σύνθεση: Χ. Γεραρής, Πρόεδρος, Α. Τσαμπάση, Ι. Μαρή, Γ. Παναγιωτόπουλος, Σ. Καραλής, Ε. Γαλανού, Π.Ν. Φλώρος, Φ. Αρναούτογλου, Γ. Παπαμεντζελόπουλος, Π. Πικραμμένος, Α. Θεοφιλοπούλου, Θ. Παπαευαγγέλου, Δ. Πετρούλιας, Ν. Ρόζος, Α. Ράντος, Δ. Μπριόλας, Ε. Δανδουλάκη, Ε. Σαρπ, Χ. Ράμμος, Ν. Μαρκουλάκης, Σ. Χαραλάμπους, Π. Κοτσώνης, Γ. Παπαγεωργίου, Μ. Καραμανώφ, Ι. Μαντζουράνης, Σύμβουλοι, Κ. Βιολάρης, Ι. Γράβαρης, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Μ. Καλαντζής.Για  να δικάσει την από 2 Νοεμβρίου 2001 αίτηση:της ...........η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Ιω. Μαντζουράνη (Α.Μ. 7349), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,κατά του........., ο οποίος παρέστη με τον Γ. Πουλάκο, Αντιπρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ` αριθμ. 3697/2002 παραπεμπτικής αποφάσεως του Γ` Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση.
Με την αίτηση αυτή η αιτούσα επιδιώκει να ακυρωθεί η σιωπηρή άρνηση του 
Υπουργού Δικαιοσύνης να της χορηγήσει την ειδική εννεάμηνη άδεια με αποδοχές 
για ανατροφή τέκνου.
Ο Εισηγητής, Σύμβουλος, Δ. Μπριόλας, άρχισε τη συζήτηση της υποθέσεως με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία αποτελεί και την εισήγηση του Τμήματος.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αιτούσης, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού  μελέτησε  τα  σχετικά  έγγραφα
Σκέφθηκε κατά το Νόμο
1. Επειδή, για την κρινόμενη αίτηση έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ` αριθμ. 1171061, 2529730, 4549424-25/2001 διπλότυπα είσπραξης της Δ.Ο.Υ. Δικαστικών Εισπράξεων Αθηνών).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή η αιτούσα, δικαστική λειτουργός του Συμβουλίου της Επικρατείας με το βαθμό του Εισηγητή, ζητεί την ακύρωση της σιωπηρής άρνησης του Υπουργού Δικαιοσύνης να της χορηγήσει την ειδική εννεάμηνη άδεια με αποδοχές για ανατροφή τέκνου, που παρέχεται στις μητέρες δημοσίους υπαλλήλους σύμφωνα με το άρθρο 53 παραγρ. 2 εδαφ. β` του Υπαλληλικού Κώδικα. Η σχετική άρνηση εκδηλώθηκε με την άπρακτη πάροδο τριμήνου από την υποβολή της από 6.6.2001 σχετικής αιτήσεώς της προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης.
3. Επειδή, η υπόθεση εισήχθη στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου μετά την 3697/2002 παραπεμπτική απόφαση του Γ` Τμήματος, λόγω μείζονος σπουδαιότητας.
4. Επειδή, στο άρθρο 44 παραγρ. 20 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και κατάστασης Δικαστικών λειτουργών" (ν. 1756/1988, Α` 35), ορίζεται ότι : "Η δικαστική λειτουργός που κυοφορεί έχει δικαίωμα άδειας πριν και μετά τον τοκετό, κατά τις διατάξεις που ισχύουν για τους πολιτικούς διοικητικούς υπαλλήλους του κράτους". Εξάλλου, στον ισχύοντα Υπαλληλικό Κώδικα (ν. 2683/1999, Α` 19), και στο Κεφάλαιο ΣΤ αυτού που τιτλοφορείται "Άδειες διευκολύνσεων", ορίζεται σχετικώς, στο άρθρο 52 παραγρ. 1, με τίτλο "Άδειες μητρότητας", ότι: "Στις υπαλλήλους οι οποίες κυοφορούν χορηγείται άδεια μητρότητας με πλήρεις αποδοχές δύο (2) μήνες πριν και τρεις (3) μήνες μετά τον τοκετό. Η άδεια λόγω κυοφορίας χορηγείται ύστερα από βεβαίωση του θεράποντα γιατρού για τον πιθανολογούμενο χρόνο τοκετού", και στο επόμενο άρθρο 53 παραγρ. 2, με τίτλο "Διευκολύνσεις υπαλλήλων με οικογενειακές υποχρεώσεις" ότι : "Στις μητέρες υπαλλήλους ο χρόνος εργασίας μειώνεται κατά δύο (2) ώρες ημερησίως, εφόσον έχουν τέκνα ηλικίας έως δύο (2) ετών, και κατά μία (1) ώρα, εφόσον έχουν τέκνα ηλικίας από δύο (2) έως τεσσάρων (4) ετών. Η μητέρα υπάλληλος δικαιούται εννέα (9) μήνες άδεια με αποδοχές για ανατροφή παιδιού, εφόσον δεν κάνει χρήση του κατά το προηγούμενο εδάφιο μειωμένου ωραρίου". Τέλος, το άρθρο 21 του ισχύοντος Συντάγματος, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά την πρόσφατη αναθεώρησή του (ψήφισμα της 6/4/2001 της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων), ορίζει στην παραγρ. 1 ότι: Η οικογένεια ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους, καθώς και ο γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους", και στην παράγρ. 5  ότι : "Ο σχεδιασμός και η εφαρμογή δημογραφικής πολιτικής, καθώς και η λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων αποτελεί υποχρέωση του Κράτους".
5. Επειδή η παρατεθείσα διάταξη του άρθρου 44 παραγρ. 20 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, ερμηνευομένη ενόψει του ανωτέρω άρθρου 21 του Συντάγματος που θέτει την μητρότητα και την παιδική ηλικία υπό την προστασία του Κράτους και αποσκοπεί στην αντιμετώπιση του οξυμένου δημογραφικού προβλήματος της χώρας, έχει την έννοια ότι παραπέμπει στις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για τους δημοσίους υπαλλήλους οι οποίες προβλέπουν όχι μόνον τις άδειες μητρότητας (κύησης και λοχείας, βλ. και άρθρο 105 προϊσχύσαντος Υπαλληλικού Κώδικα - π. δ/γμα 611/1977, Α` 198), αλλά και κάθε άλλη άδεια που αποβλέπει στην προστασία της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας. Η ερμηνεία αυτή επιβάλλεται και από το γεγονός ότι, ο έλληνας νομοθέτης δεν έχει προβλέψει ειδικά ρυθμίσεις για την ανατροφή των τέκνων των δικαστικών λειτουργών που προσιδιάζουν στις συνθήκες άσκησης του λειτουργήματός των, όπως έχει θεσπίσει για τις περισσότερες κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων, σε εκπλήρωση της υποχρεώσεως που απορρέει τόσο από το άρθρο 21 του Συντάγματος, όσο και από την αρχή του κοινοτικού δικαίου περί συμφιλιώσεως της οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής, που εκφράζεται και με τις διατάξεις της Οδηγίας 96/34/ΕΚ του Συμβουλίου της 3.6.1996, (ΕΕ αριθ. L 145 της 19.6.1996, όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 97/75/ΕΚ του Συμβουλίου της 15.12.1997 (ΕΕ αριθ. L 10 της 16.1.1998), όπου προβλέπεται χορήγηση γονικής άδειας σε όλους τους εργαζομένους. Κατ` ακολουθία, η ανωτέρω διάταξη του Κώδικα, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα των ανωτέρω διατάξεων του Συντάγματος και του κοινοτικού δικαίου, πρέπει να θεωρηθεί ότι παραπέμπει, όχι μόνο στη διάταξη του άρθρου 52 παρ. 1 του ισχύοντος Υπαλληλικού Κώδικα που προβλέπει άδεια μητρότητας δύο μήνες πριν και τρεις μήνες μετά τον τοκετό, αλλά και στη διάταξη του άρθρου 53 παρ. 2 του τελευταίου, κατά το μέρος που είναι εφικτή η εφαρμογή της στις μητέρες δικαστικές λειτουργούς, κατά το μέρος δηλαδή που προβλέπει δικαίωμα εννεάμηνης ειδικής άδειας, με αποδοχές, για ανατροφή τέκνου. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Γ. Παπαμεντζελόπουλος, Ν. Ρόζος, Α. Ράντος, Χ. Ράμμος, Ν. Μαρκουλάκης, Π. Κοτσώνης και Μ. Καραμανώφ, οι οποίοι έχουν τη γνώμη ότι η παραπομπή που γίνεται από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 44 παρ. 20 στις "διατάξεις που ισχύουν για τους πολιτικούς διοικητικούς υπαλλήλους του κράτους", αναφέρεται μόνο στη διάταξη του άρθρου 52 παραγρ. 1 του Υπαλληλικού Κώδικα, που προβλέπει τη χορήγηση των αδειών μητρότητας πριν και μετά τον τοκετό και δεν καταλαμβάνει και τη ρύθμιση της παραγρ. 2 του άρθρου 53 του ίδιου Κώδικα, σχετικά με το δικαίωμα λήψης της ειδικής εννεάμηνης άδειας με αποδοχές για ανατροφή τέκνου, η χορήγηση της οποίας προϋποθέτει την ύπαρξη θεσμοθετημένου ωραρίου εργασίας, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένοι σε κάθε περίπτωση να τηρούν οι δικαστές κατά την άσκηση του λειτουργήματός τους. Τέλος, οι Σύμβουλοι Φ. Αρναούτογλου και Π. Πικραμμένος διατύπωσαν την ακόλουθη γνώμη : Ναι μεν η παραπομπή του άρθρου 44 παρ. 20 του Κώδικα Εργ. Δικ. και Κατ. Δικ. Λειτ., που προβλέπει άδεια "πριν και μετά τον τοκετό", αναφέρεται μόνο στο άρθρο 52 παρ. 1 του Υπαλ. Κώδ. και όχι στο άρθρο 53 παρ. 2 του τελευταίου, που προϋποθέτει εργαζόμενες με ωράριο, όμως, εφόσον ο νομοθέτης, στο πλαίσιο των υποχρεώσεων που του επιβάλλει το άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος, έχει θεσπίσει με σειρά νομοθετημάτων άδειες διευκόλυνσης των μητέρων υπαλλήλων για την ανατροφή των τέκνων τους στο σύνολο, σχεδόν, του δημόσιου τομέα, η παράλειψή του να θεσπίσει τέτοιες άδειες και για τις μητέρες δικαστικές λειτουργούς ελέγχεται, ενόψει και του άρθρου 4 του Συντάγματος, ως αθέμιτη. Δεδομένου, όμως, ότι ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων που αφορούν τους δημοσίους υπαλλήλους δεν είναι δυνατή επί δικαστικών λειτουργών, γιατί δεν υπάρχει αναλογία συνθηκών εργασίας και καθηκόντων, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι από τις συνταγματικές διατάξεις (άρθρα 4 και 21) απορρέει υποχρέωση χορηγήσεως άδειας ανατροφής τέκνου και στις μητέρες δικαστικές λειτουργούς επί εύλογο χρόνο, ανάλογο με τις συνθήκες εργασίας και τα καθήκοντά τους.
6. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η αιτούσα δικαστική λειτουργός, Εισηγήτρια του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την υπ` αριθμ. πρωτ. Π. 2374/6.6.2001 αίτησή της προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης, ζήτησε να της χορηγηθεί η προβλεπόμενη στο άρθρο 52 του Υπαλληλικού Κώδικα τρίμηνη άδεια μητρότητας (λοχείας) από 31.5.2001, ημερομηνία γέννησης του δεύτερου τέκνου της, και εν συνεχεία η ειδική εννεάμηνη άδεια με αποδοχές για ανατροφή τέκνου, που παρέχεται στις μητέρες δημοσίους υπαλλήλους, σύμφωνα με το άρθρο 53 παραγρ. 2 του ίδιου Κώδικα. Με την υπ` αριθμ. 98683/26.7.2001 απόφαση της αναπληρώτριας προϊσταμένης της Διεύθυνσης Λειτουργίας Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών της χορηγήθηκε η αιτηθείσα τρίμηνη άδεια μητρότητας, όχι όμως και η εννεάμηνη άδεια ανατροφής τέκνου, την οποία η Διοίκηση αρνήθηκε σιωπηρά να της χορηγήσει με την άπρακτη πάροδο τριμήνου από την υποβολή στο Υπουργείο της ανωτέρω από 6.6.2001 αιτήσεώς της. Η άρνηση όμως της Διοικήσεως να χορηγήσει στην αιτούσα την εν λόγω εννεάμηνη άδεια ανατροφής τέκνου, την οποία αυτή δικαιούται, σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, δεν είναι νόμιμη και για το λόγο αυτό, βασίμως προβαλλόμενο, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και η προσβαλλόμενη άρνηση να ακυρωθεί. Κατά την ειδικότερη όμως, γνώμη των Συμβούλων Φ. Αρναούτογλου και Π. Πικραμμένου η προσβαλλόμενη άρνηση της Διοικήσεως είναι μεν ακυρωτέα, αλλά θα έπρεπε να χορηγηθεί στην αιτούσα, όχι η εννεάμηνη άδεια του άρθρου 53 παρ. 2 του Υπαλλ. Κώδικα, αλλά άδεια ανατροφής του τέκνου της επί εύλογο χρονικό διάστημα, ανάλογο με τις συνθήκες εργασίας της στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα καθήκοντά της. Τέλος, κατά γνώμη που μειοψήφησε, η κρινόμενη αίτηση θα έπρεπε να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη.
Διά  ταύτα
Δέχεται την κρινόμενη αίτηση.
Ακυρώνει τη σιωπηρή άρνηση του Υπουργού Δικαιοσύνης να χορηγήσει στην αιτούσα εννεάμηνη άδεια ανατροφής του τέκνου της σύμφωνα με το άρθρο 53 παρ. 2 του ισχύοντος Υπαλλ. Κώδικα.