Έτος
2010
Νόμος / διάταξη που αφορά
αρθ 44 παρ 20,21 ν 1756/1988, αρθ 52, 53 Υπαλληλικού Κώδικα (3528/2007), αρθ 21 Σ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Άνδρες δικαστές

 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ  ΤΜΗΜΑ Γ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2010, με την εξής σύνθεση: Γ. Σταυρόπουλος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Γ` Τμήματος, Π. Καρλή, Β Καμπίτση, Σύμβουλοι, Π. Τσούκας, Μ. Σταματοπούλου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Τριάδη, Γραμματέας του Γ` Τμήματος. 
Για να δικάσει την από 27 Ιανουαρίου 2010 αίτηση: 
του ........., κατοίκου Πατρών (.........), ο οποίος παρέστη με τη δικηγόρο Αικ. – Λαμπρινή Ζάβου (Α.Μ. 21980), που τη διόρισε με πληρεξούσιο, κατά του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο οποίος παρέστη με τον Βασ. Καραγεώργο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. 
Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ` αριθμ. πρωτ. 141535/4.12.2009 απόφαση του Προϊσταμένου της Δ/νσης Λειτουργίας Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών. 
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Παρέδρου Π. Τσούκα. 
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξούσια του αιτούντος, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της. 
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και 
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα 
Σκέφθηκε κατά το Νόμο 
1. Επειδή, με την υπό κρίση αιτήσεως ακυρώσεως καταβλήθηκε το κατά νόμον παράβολο (υπ` αριθμ. 1096469/2010 ειδικό έντυπο παραβόλου). 
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της υπ. αριθμ. 141535/4.12.2009 πράξεως του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Λειτουργίας Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών του Υπουργείου Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με την οποία απορρίφθηκε η από 8.10.2009 αίτηση του ήδη αιτούντος, Πρωτοδίκη Διοικητικών Δικαστηρίων, με την οποία ζητούσε να του χορηγηθεί εννεάμηνη άδεια, με αποδοχές, για την ανατροφή του τέκνου του που είχε γεννηθεί στις 5 Μαΐου 2009. 
3. Επειδή, κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, η νομιμότητα της διοικητικής πράξης ή παράλειψης, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει το αντίθετο, κρίνεται με βάση το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά το χρόνο έκδοσης της πράξης ή συντέλεσης της σχετικής παράλειψης (βλ. ΣτΕ 2/2006 7μ., 208/2005 7μ., 1980/2005 Ολ.). 
4. Επειδή, στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. 2. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις.», στη δε διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 116 του Συντάγματος, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αναθεώρησή της με το Ψήφισμα της 6.4.2001 της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι: «2. Δεν αποτελεί διάκριση λόγω φύλου η λήψη θετικών μέτρων για την προώθηση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών. Το Κράτος μεριμνά για την άρση των ανισοτήτων που υφίστανται στην πράξη, ιδίως σε βάρος των γυναικών». Η παράγραφος αυτή, πριν από την αναθεώρησή της, όριζε ότι: «Αποκλίσεις από τους ορισμούς της παραγράφου 2 του άρθρου 4 επιτρέπονται μόνο για σοβαρούς λόγους, στις περιπτώσεις που ορίζει ειδικά ο νόμος». Περαιτέρω, στη μεν διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 21 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Η οικογένεια ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους, καθώς και ο γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους», στη δε διάταξη της παραγράφου 5 του ιδίου άρθρου, που προστέθηκε με το προαναφερθέν Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι: «Ο σχεδιασμός και η εφαρμογή δημογραφικής πολιτικής καθώς και η λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων αποτελεί υποχρέωση του Κράτους». 
5. Επειδή, εξάλλου, όπως συνάγεται από τις διατάξεις της Οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 9.2.1976 (L 39), όπως ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης, «τα κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υποχρεούνται να τηρούν την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, συμπεριλαμβανομένης και της επαγγελματικής προωθήσεως και την επαγγελματική εκπαίδευση, καθώς και τις συνθήκες εργασίας ....», απαγορευομένης «κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο είτε άμεσα, είτε έμμεσα, σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση», (βλ. άρθρα 1 παρ. 1 και 2 παρ. 1 της πιο πάνω οδηγίας) [βλ. σχετικά ΔΕΚ 18.3.2004, Gοmez, C-342/01, 3.2.2000, MahlbergC-207/98, 27.10.1998, M. BoyleC-411/96, κ.α.]. 
6. Επειδή, περαιτέρω, όπως συνάγεται από τις διατάξεις της Οδηγίας 96/34/Ε.Κ. του Συμβουλίου της 3.6.1996 (L 145), σχετικά με την υλοποίηση της συμφωνίας – πλαισίου για τη γονική άδεια, η οποία συνάφθηκε στις 14.12.1995 από τις διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα (UNICE, CEEP και CES), όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 97/75/ΕΚ του Συμβουλίου της 15.12.1997 (L 10/16.1.1998), καθιερώνεται στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στις διατάξεις της Οδηγίας αυτής, η αρχή της εναρμόνισης (συμφιλίωσης) της επαγγελματικής με την οικογενειακή ζωή, ως φυσικό συμπλήρωμα της αρχής της ίσης μεταχείρισης μεταξύ ανδρών και γυναικών, αλλά και ως μέσο για την ουσιαστική εφαρμογή της, με την αναγνώριση στους εργαζόμενους τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, άνδρες και γυναίκες, αντίστοιχου προσωπικού δικαιώματος να λαμβάνουν γονική άδεια, για να μπορούν να ασχοληθούν με την ανατροφή των τέκνων τους, ώστε να καθίσταται στην πράξη εφικτός, τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες, ο συνδυασμός των επαγγελματικών τους ευθυνών με τις οικογενειακές τους υποχρεώσεις και ειδικότερα να ενθαρρυνθούν οι άνδρες «να αναλάβουν ίσο μέρος των οικογενειακών ευθυνών», λαμβάνοντας γονική άδεια για να ασχοληθούν και αυτοί με την ανατροφή των τέκνων τους (βλ. ΔΕΚ 18.3.2004, GοmezC-342/2001, 17.6.1998, Ηill, C-243-95, 2.10.1997 Gerster, C-1/95, κ.α.). 
7. Επειδή, στα άρθρα 51 (§§ 1 1, 2), 52 (§§ 1, 2), 53 (§§ 1, 2, 3, 4) του εφαρμοστέου εν προκειμένω Ν. 3528/2007 (Υ.Κ.) ορίζονται τα εξής: «Άρθρο 51 Αδειες χωρίς αποδοχές 1. Επιτρέπεται η χορήγηση στον υπάλληλο, μετά από αίτησή του, άδειας χωρίς αποδοχές, εφόσον οι ανάγκες της υπηρεσίας το επιτρέπουν. Η άδεια αυτή δεν μπορεί να υπερβεί τον ένα (1) μήνα εντός του ίδιου ημερολογιακού έτους. 2. Στους υπαλλήλους επιτρέπεται η χορήγηση άδειας χωρίς αποδοχές συνολικής διάρκειας έως δύο (2) ετών, ύστερα από αίτησή τους και γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου, για σοβαρούς ιδιωτικούς λόγους. Άρθρο 52 Άδειες μητρότητας. 1. Στις υπάλληλους οι οποίες κυοφορούν, χορηγείται άδεια μητρότητας με πλήρεις αποδοχές δύο (2) μήνες πριν και τρεις (3) μήνες μετά τον τοκετό. Σε περίπτωση απόκτησης τέκνου πέραν του 3oυ, η μετά τον τοκετό άδεια προσαυξάνεται κάθε φορά κατά δύο (2) μήνες. Η άδεια λόγω κυοφορίας χορηγείται ύστερα από βεβαίωση του θεράποντος ιατρού για τον πιθανολογούμενο χρόνο τοκετού. 2. Οταν ο τοκετός πραγματοποιείται σε χρόνο μεταγενέστερο από αυτόν που είχε πιθανολογηθεί αρχικά, η άδεια που είχε χορηγηθεί, παρατείνεται μέχρι την πραγματική ημερομηνία του τοκετού, χωρίς αυτή η παράταση να συνεπάγεται αντίστοιχη μείωση του χρόνου της άδειας που χορηγείται μετά τον τοκετό. Όταν ο τοκετός πραγματοποιηθεί σε χρόνο προγενέστερο από αυτόν που είχε αρχικά πιθανολογηθεί, το υπόλοιπο άδειας χορηγείται μετά τον τοκετό, ώστε να εξασφαλιστεί συνολικός χρόνος άδειας πέντε (5) μηνών. Άρθρο 53 Διευκολύνσεις υπαλλήλων με οικογενειακές υποχρεώσεις. 1. Η προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρου 51 του παρόντος άδεια χορηγείται υποχρεωτικά, χωρίς γνώμη υπηρεσιακού συμβουλίου, όταν πρόκειται για ανατροφή παιδιού ηλικίας έως και έξι (6) ετών. Διάστημα τριών (3) μηνών της άδειας αυτής χορηγείται με πλήρεις αποδοχές στην περίπτωση γέννησης τρίτου (3ου) παιδιού και άνω. 2. Ο χρόνος εργασίας του γονέα υπάλληλου μειώνεται κατά δύο (2) ώρες ημερησίως εφόσον έχει τέκνα ηλικίας έως δύο (2) ετών και κατά μία (1) ώρα, εφόσον έχει τέκνα ηλικίας από δύο (2) έως τεσσάρων (4) ετών. Ο γονέας υπάλληλος δικαιούται εννέα (9) μήνες άδεια με αποδοχές για ανατροφή παιδιού, εφόσον δεν κάνει χρήση του κατά το προηγούμενο εδάφιο μειωμένου ωραρίου.
Για το γονέα που είναι άγαμος ή χήρος ή διαζευγμένος ή έχει αναπηρία 67% και άνω, το κατά μία ώρα μειωμένο ωράριο του πρώτου εδαφίου ή η άδεια του προηγούμενου εδαφίου προσαυξάνονται κατά έξι (6) μήνες ή ένα (1) μήνα αντίστοιχα. Στην περίπτωση γέννησης 4ου τέκνου, το μειωμένο ωράριο εργασίας παρατείνεται για δύο (2) ακόμα έτη. 3. Αν και οι δύο γονείς είναι υπάλληλοι, με κοινή τους δήλωση που κατατίθεται στις υπηρεσίες τους, που καθορίζεται ποιος από τους δύο θα κάνει χρήση του μειωμένου ωραρίου ή της άδειας ανατροφής, εκτός αν με την ανωτέρω κοινή τους δήλωση καθορίσουν χρονικά διαστήματα που ο καθένας θα κάνει χρήση, αλλά πάντοτε διαδοχικώς και μέσα στα χρονικά όρια της προηγούμενης παραγράφου. Αν η σύζυγος του υπαλλήλου ή ο σύζυγος της υπαλλήλου εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα, εφόσον δικαιούται όμοιων ολικώς ή μερικώς διευκολύνσεων, ο σύζυγος ή η σύζυγος υπάλληλος δικαιούται να κάνει χρήση των διευκολύνσεων της παραγράφου 2 κατά το μέρος που η σύζυγος αυτού ή ο σύζυγος αυτής δεν κάνει χρήση των δικών της ή των δικών του δικαιωμάτων ή κατά το μέρος που αυτά υπολείπονται των διευκολύνσεων της παραγράφου 2. Αν η σύζυγος του υπαλλήλου δεν εργάζεται ή δεν ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα, ο σύζυγος δεν δικαιούται να κάνει χρήση των διευκολύνσεων της παραγράφου 2, εκτός αν λόγω σοβαρής πάθησης ή βλάβης κριθεί ανίκανη να αντιμετωπίζει τις ανάγκες ανατροφής του παιδιού, σύμφωνα με βεβαίωση της Δευτεροβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής στην αρμοδιότητα της οποίας υπάγεται ο υπάλληλος». Τέλος, στην παράγραφο 20 του άρθρου 44 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988, Α` 35) ορίζεται ότι: «Η δικαστική λειτουργός που κυοφορεί έχει δικαίωμα άδειας μετά τον τοκετό, κατά τις διατάξεις που ισχύουν για τους πολιτικούς διοικητικούς υπαλλήλους του Κράτους». 
8. Επειδή, όπως έχει ήδη κριθεί, η ανωτέρω διάταξη του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων, ερμηνευόμενη υπό το φως του άρθρου 21 του Συντάγματος και του Κοινοτικού Δικαίου, πρέπει να θεωρηθεί ότι παραπέμπει όχι μόνο στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 52 παρ. 1 του Υπαλληλικού Κώδικα, που προβλέπει άδεια μητρότητας δύο μήνες πριν και τρεις μήνες μετά τον τοκετό, αλλά και στη διάταξη του άρθρου 53 παρ. 2 υποπαρ. β` του ίδιου Κώδικα, καθ` ο μέρος είναι εφικτή η εφαρμογή της στις μητέρες δικαστικές λειτουργούς, καθ` ο μέρος δηλαδή προβλέπεται από αυτή δικαίωμα εννεάμηνης ειδικής άδειας με αποδοχές για ανατροφή τέκνου (βλ. ΣτΕ 3216/2003, Ολομ. 1, 2/2006, 7μ., 1550/2006, 437, 893/2007, 3307/2008 κ.ά). 
9. Επειδή, με το άρθρο 1 του ν. 3258/2004, (Α` 144/29.7.2004), με τις διατάξεις του οποίου εισήχθη, για πρώτη φορά - ενόψει των κριθέντων με την 3216/2003 απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου (βλ. τη σχετική εισηγητική έκθεση) - ευθεία ρύθμιση για τη χορήγηση της εννεάμηνης άδειας ανατροφής τέκνου με αποδοχές και για τις μητέρες δικαστικούς λειτουργούς (βλ. ΣτΕ: επταμελούς συνθέσεως 1, 2/2006, 178/2006, κ.α.), ορίζονται τα εξής: «Άδεια στις μητέρες δικαστικές λειτουργούς για την ανατροφή των τέκνων τους. Στο άρθρο 44 του Κώδικα Οργανισμού των Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 1756/1988 (ΦΕΚ 35 Α`), προστίθενται μετά την παράγραφο 20, δύο (2) παράγραφοι με αριθμό 21 και 22 και οι παράγραφοι 21 και 22 αριθμούνται ως παράγραφοι 23 και 24: «21. Στη μητέρα δικαστική λειτουργό χορηγείται, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και ύστερα από αίτησή της, άδεια εννέα (9) μηνών με αποδοχές για ανατροφή παιδιού. Η ημερομηνία έναρξής της ορίζεται: α) από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης, σε όσα Δικαστήρια διευθύνονται από Τριμελές Συμβούλιο, β) από τον προϊστάμενο του Δικαστηρίου ή της Εισαγγελίας ή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων σε κάθε άλλη περίπτωση και πρέπει να προσδιορίζεται το συντομότερο δυνατόν, οπωσδήποτε, όμως, μέσα σε δύο (2) μήνες από το πέρας της άδειας που έλαβε η ίδια δικαστική λειτουργός λόγω της κυοφορίας της. Κατ` εξαίρεση, η μητέρα δικαστική λειτουργός, η οποία έλαβε άδεια λόγω κυοφορίας που έληξε οποτεδήποτε, εντός πάντως του έτους 2004 και μέχρι το χρόνο της έναρξης της ισχύος του νόμου αυτού, δικαιούται να λάβει πλήρη άδεια για ανατροφή παιδιού. 22. Στις Ειρηνοδίκες και Πταισματοδίκες η άδεια της προηγούμενης παραγράφου χορηγείται: 1) από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης για το Ειρηνοδικείο Αθηνών, 2) από τον διευθύνοντα το δικαστήριο, αν υπηρετούν πέντε (5) τουλάχιστον Ειρηνοδίκες ή Πταισματοδίκες σε αυτό και 3) από τον Πρόεδρο του οικείου Πρωτοδικείου στις λοιπές περιπτώσεις. Οι παραπάνω ορίζουν και την ημερομηνία έναρξης της άδειας». Περαιτέρω, με το άρθρο 7 του ίδιου ως άνω ν. 3258/2004 ορίζεται ότι η ισχύς των διατάξεων του άρθρου 1 αυτού, αρχίζει από τη δημοσίευση του νόμου τούτου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (29.7.2004).
10. Επειδή, οι διατάξεις της παρ. 21 του άρθρου 44 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988, Α` 35) που προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3258/2004 (Α` 144/29.7.2004) σε συνδυασμό με τις ανωτέρω διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 53 του Υ.Κ., ερμηνευόμενες υπό το φως τόσο της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής της ισότητας των δύο φύλων όσο και των προαναφερθεισών αρχών του κοινοτικού δικαίου περί της ίσης μεταχείρισης μεταξύ ανδρών και γυναικών αλλά και της εναρμόνισης (συμφιλίωσης) της επαγγελματικής με την οικογενειακή ζωή, έχουν εφαρμογή όχι μόνο για τη μητέρα δικαστική λειτουργό αλλά και για τον πατέρα δικαστικό λειτουργό, ο οποίος μπορεί επίσης να ζητήσει να του χορηγηθεί ειδική άδεια με αποδοχές διάρκειας εννέα μηνών, προκειμένου να ασχοληθεί με την ανατροφή του τέκνου του (βλ. ΣτΕ 2, 1550, 2357, 2358/2006, 120, 437, 893/2007 13/2008, 3307/2008). Περαιτέρω, από τη διάταξη της παρ. 21 του άρθρου 44 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ενόψει της ιδιαιτερότητας των συνθηκών εργασίας των δικαστικών λειτουργών και προς αποφυγή της δημιουργίας σημαντικών προβλημάτων κατά τη λειτουργία των δικαστηρίων της χώρας συνεπεία της χορήγησης μεγάλου αριθμού σχετικών αδειών, κατ` απόκλιση των προβλεπομένων για τους δημόσιους και τους δικαστικούς υπαλλήλους (βλ. και την εισηγητική έκθεση του ν. 3258/2004), ότι η ημερομηνία έναρξης της εν λόγω άδειας ανατροφής τέκνου, όταν το σχετικό αίτημα υποβάλλεται από μητέρα δικαστική λειτουργό, «πρέπει να προσδιορίζεται το συντομότερο δυνατόν, οπωσδήποτε όμως μέσα σε δύο (2) μήνες από το πέρας της άδειας που έλαβε η ίδια δικαστική λειτουργός λόγω της κυοφορίας της». Από την ίδια διάταξη συνάγεται επίσης ότι η σχετική αίτηση για τη χορήγηση της πιο πάνω άδειας σε πατέρα δικαστικό λειτουργό για την ανατροφή του τέκνου του πρέπει να υποβάλλεται το συντομότερο δυνατόν μετά τη λήξη της χορηγηθείσας στην εργαζομένη μητέρα του τέκνου του άδειας λόγω κυοφορίας (βλ. ΣτΕ 2/2006, 437, 893/2007, 3307/2008), σε περίπτωση δε που η σύζυγος του δικαστικού λειτουργού δεν λαμβάνει άδεια λόγω κυοφορίας, η αίτηση πρέπει να υποβάλλεται το συντομότερο δυνατό μετά την ημερομηνία κατά την οποία θα έληγε η άδεια λόγω κυοφορίας, την οποία, με βάση το χρόνο τοκετού, θα ελάμβανε μητέρα δικαστική λειτουργός (437, 893/2007, 3307/2008). 
11. Επειδή, εν προκειμένω, ο αιτών, με την από 8.10.2009 αίτησή του προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης ζήτησε να του χορηγηθεί εννεάμηνη άδεια μετ` αποδοχών για την ανατροφή του τέκνου του που είχε γεννηθεί στις 5 Μαΐου 2009. Με την αίτησή του αυτή επικαλέσθηκε ότι η σύζυγος του, υπάλληλος συμβολαιογραφείου, ζήτησε να λάβει την εν λόγω άδεια, πλην η εργοδότρια της συμβολαιογράφος αρνήθηκε τη χορήγησή της (βλ. υπ` αριθμ. 5287/28.9.2009 βεβαίωση του Προϊσταμένου του ΟΑΕΔ Τ.Υ. Αγ. Ανδρέα (Πατρών)]. Με την προσβαλλόμενη πράξη ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Λειτουργίας Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων απέρριψε την ως άνω αίτηση του ήδη αιτούντος, με την αιτιολογία ότι η ζητηθείσα άδεια «χορηγείται μόνο σε μητέρες δικαστικές λειτουργούς». 
12. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά ο αιτών εδικαιούτο, καταρχήν, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, να ζητήσει την επίδικη άδεια για την ανατροφή του προμνησθέντος τέκνου του, με βάση τις διατάξεις της παρ. 21 του άρθρου 44 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (που προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3258/2004) σε συνδυασμό με εκείνες της παρ. 2 υποπαρ. β` του άρθρου 53 του Υ.Κ., οι οποίες εφαρμόζονται για όσες πράξεις, όπως η προσβαλλόμενη, εκδόθηκαν από τις 29.7.2004 και εξής όχι μόνο για τη μητέρα αλλά και για τον πατέρα δικαστικό λειτουργό. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη πράξη δεν φέρει νόμιμη αιτιολογία, και για το λόγο αυτό, που προβάλλεται βάσιμα, πρέπει να ακυρωθεί, η δε υπόθεση να αναπεμφθεί στη Διοίκηση προκειμένου αυτή να προχωρήσει σε νέα εξέταση του αιτήματος του αιτούντος. 
Δια ταύτα 
Δέχεται την κρινόμενη αίτηση. 
Ακυρώνει την υπ` αριθμ. 141535/4.12.2009 πράξη του Αναπληρωτή Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Λειτουργίας Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών του Υπουργείου Δικαιοσύνης. 
Αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση για νέα, νόμιμη κρίση κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.