Έτος
2010
Νόμος / διάταξη που αφορά
αρθ 1Π.δ. 90/2003, αρθ 20 ν. 3103/2003 αρθ 4παρ 1&2 Σ, αρθ 116 Σ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Άνδρες

 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ Γ 
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2008, με την εξής σύνθεση: Ν. Σακελλαρίου, Σύμβουλος της Επικρατείας, Α. Καραμιχαλέλης, Γ. Τσιμέκας, Σύμβουλοι, Μ. Παπαδοπούλου, Μ. Σταματοπούλου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Τριάδη, Γραμματέας του Γ’ Τμήματος. 
Για να δικάσει την από 27 Οκτωβρίου 2006 έφεση: του Υπουργού Εσωτερικών (πρώην Δημόσιας Τάξης), ο οποίος παρέστη με τον Περικλή Αγγέλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, κατά της ....... ......., κατοίκου Πατρών, οδός ......... αρ. .., ο οποίος παρέστη με το δικηγόρο Εμμανουήλ Αγγελάκη (Α.Μ. 2146) που τον διόρισε με πληρεξούσιο, και κατά της υπ’ αριθμ. 3357/2005 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Συμβούλου Αθ. Καραμιχαλέλη. 
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους εφέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεση και τον πληρεξούσιο της εφεσιβλήτου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της. 
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα 
Σκέφθηκε κατά το Νόμο 
1. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση, η οποία ασκείται κατά νόμο χωρίς την καταβολή παραβόλου ζητείται, παραδεκτώς, η εξαφάνιση της 3357/2005 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή αίτηση ακυρώσεως της εφεσιβλήτου και ακυρώθηκε η άρνηση της Διοικήσεως να επιτρέψει τη συμμετοχή της στο διαγωνισμό επιλογής σπουδαστών για τη Σχολή Αστυφυλάκων και τη Σχολή Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας για το ακαδημαϊκό έτος 2005-2006, η οποία εκδηλώθηκε με την 6000/2/24/87-α/16.5.2005 πράξη του Αστυνομικού Τμήματος Πατρών, με την οποία επεστράφησαν σ’ αυτήν τα σχετικά δικαιολογητικά συμμετοχής στον εν λόγω διαγωνισμό επειδή δεν είχε το απαιτούμενο από την σχετική νομοθεσία ελάχιστο ανάστημα (1,70 μ.) 
2. Επειδή, με το άρθρο 1 του Π.Δ. 205/2007 (231/19.9.2007 τ. Α΄) ορίστηκε ότι το Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης συγχωνεύονται στο Υπουργείο Εσωτερικών (παρ. 1) και ότι όπου σε διατάξεις της κειμένης νομοθεσίας αναφέρεται ο Υπουργός Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης ή ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης νοείται εφεξής ο Υπουργός Εσωτερικών (παρ. 5). Επομένως, νομίμως δύναται να παραστεί ως εκκαλών κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, ο Υπουργός Εσωτερικών αντί του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως που διετέλεσε διάδικος στην πρωτόδικη ακυρωτική δίκη και άσκησε την κρινόμενη έφεση. 
3. Επειδή, μετά την άσκηση της κρινόμενης εφέσεως εκδόθηκε η 6000/2/1650/1-ρλθ/29.9.2006 ( ΦΕΚ Γ΄334) απόφαση του Προϊσταμένου Κλάδου Οργάνωσης και Ανθρώπινου Δυναμικού του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, με την οποία, αποφασίσθηκε η εισαγωγή στην Σχολή Αστυφυλάκων ως δοκίμου αστυφύλακα της εφεσίβλητης, για την οποία ορίστηκε ότι, σε συμμόρφωση προς την εκκαλούμενη απόφαση, λογίζεται ως καταταχθείσα από 7.10.2005 ημερομηνία κατά την οποία κατετάγησαν οι επιτυχόντες του διαγωνισμού του εκπαιδευτικού έτους 2005-2006. Η νεώτερη αυτή πράξη, η οποία εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την εκκαλούμενη απόφαση, δεν στέρησε το Δημόσιο από το έννομο συμφέρον για την άσκηση της υπό κρίση εφέσεως (βλ. Σ.τ.Ε. 1247/2008 7/μ.). 
4. Επειδή, στο άρθρο 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. 2. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις 3……». Εξ άλλου, στην παρ. 2 του άρθρου 116 του Συντάγματος, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αναθεώρησή της με το Ψήφισμα της 6.4.2001 της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζονται τα εξής: «Δεν αποτελεί διάκριση λόγω φύλου η λήψη θετικών μέτρων για την προώθηση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών. Το Κράτος μεριμνά για την άρση των ανισοτήτων που υφίστανται στην πράξη, ιδίως σε βάρος των γυναικών». Η παράγραφος αυτή, πριν από την αναθεώρησή της, όριζε ότι «αποκλίσεις από τους ορισμούς της παραγράφου 2 του άρθρου 4 επιτρέπονται μόνο για σοβαρούς λόγους, στις περιπτώσεις που ορίζει ειδικά ο νόμος». Στην παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή της με το παραπάνω Ψήφισμα, ορίζονται τα εξής: «1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας». Εξ άλλου, η Οδηγία 76/207/ΕΟΚ «περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας» (Ε.Ε. αριθ. Ν 39/40 της 14.2.1976) ορίζει, μεταξύ άλλων, στην παρ. 1 του άρθρου 2 ότι «…..η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο είτε άμεσα είτε έμμεσα…..» και στην παρ. 1 του άρθρου 3 ότι «η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, όσον αφορά τους όρους, συμπεριλαμβανομένων και των κριτηρίων επιλογής, προσβάσεως σε απασχολήσεις, σε θέσεις εργασίας, ανεξάρτητα από τομέα ή κλάδο δραστηριότητος, και για όλες τις βαθμίδες της επαγγελματικής ιεραρχίας». Τέλος, στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 2 της ίδιας οδηγίας ορίζεται ότι «η παρούσα Οδηγία δεν θίγει την ευχέρεια που έχουν τα Κράτη μέλη να αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής της τις επαγγελματικές δραστηριότητες, και ενδεχομένως, την εκπαίδευση που απαιτείται για την πρόσβαση σ’ αυτές, εφ’ όσον λόγω της φύσεως ή των συνθηκών ασκήσεώς τους, το φύλο συνιστά παράγοντα αποφασιστικής σημασίας» (παρ. 2) και ότι «η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις διατάξεις που αφορούν την προστασία της γυναίκας, ιδίως όσον αφορά την εγκυμοσύνη και την μητρότητα» (παρ. 3). 
5. Επειδή, η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 4 του Συντάγματος θεσπίζει, μεταξύ άλλων, την αρχή της ισότητας των δύο φύλων κατά την πρόσβαση στα διάφορα επαγγέλματα καθώς και στην εκπαίδευση που είναι αναγκαία για την άσκηση των επαγγελμάτων αυτών. Για την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική εφαρμογή της αρχής αυτής, η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 116 του Συντάγματος, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 25 του Συντάγματος, όπως οι διατάξεις αυτές ισχύουν μετά την αναθεώρηση του 2001, υποχρεώνει το νομοθέτη αλλά και τα λοιπά όργανα του Κράτους, όταν διαπιστώνουν ότι εις βάρος ενός φύλου έχουν αναμφισβήτητα δημιουργηθεί στην πράξη τέτοιες διακρίσεις ώστε η απαρέγκλιτη εφαρμογή της αρχής της ισότητας κατά την πρόσβαση στα διάφορα επαγγέλματα και στην εκπαίδευση που είναι αναγκαία για την άσκηση των επαγγελμάτων αυτών να καταλήγει σε μία κατ’ επίφαση μόνον ισότητα ενώ, ουσιαστικά, παγιώνει και διαιωνίζει μια υφιστάμενη άνιση κατάσταση υπέρ του ενός φύλου, να θεσπίζουν υπέρ του υποαντιπροσωπευομένου φύλου και ιδίως των γυναικών θετικά μέτρα που είναι πρόσφορα και αναγκαία, για ορισμένο χρονικό διάστημα, ώστε να μειώνονται οι ανισότητες μέχρις ότου εγκαθιδρυθεί μία πραγματική ισότητα μεταξύ των δύο φύλων στη συγκεκριμένη επαγγελματική δραστηριότητα καθώς και στην εκπαίδευση που είναι αναγκαία για την πρόσβαση σ’ αυτή. Περαιτέρω, όμως, ο συντακτικός νομοθέτης, όπως συνάγεται από την ως άνω διάταξη της παρ. 2 άρθρου 116 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 4 του Συντάγματος, δεν απαγόρευσε απολύτως, σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από τη συνδρομή συγκεκριμένων και σοβαρών (αποχρώντων) λόγων, που ανάγονται στη φύση ή τις συνθήκες ασκήσεως της συγκεκριμένης επαγγελματικής δραστηριότητας, οποιαδήποτε απόκλιση από την πιο πάνω αρχή της ισότητας των φύλων. Μια απόλυτη απαγόρευση θα έπρεπε να ορίζεται ρητά ή, τουλάχιστον, να συνάγεται σαφώς από τις οικείες συνταγματικές διατάξεις, δεδομένου άλλωστε ότι δικαιολογημένες αποκλίσεις δεν απαγορεύονται, κατ’ αρχήν, ούτε από τις προεκτεθείσες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Εν όψει των ανωτέρω, αποκλίσεις από την αρχή αυτή, εκτός από την περίπτωση των θετικών μέτρων, είναι, κατ’ εξαίρεση, συνταγματικά θεμιτές μόνον εφ’ όσον προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου και προκύπτει από τον νόμο αυτό ή τις προπαρασκευαστικές εργασίες του, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι οι αποκλίσεις αυτές θεσπίστηκαν με βάση συγκεκριμένα και πρόσφορα κριτήρια, τα οποία επιτρέπουν στα δικαστήρια να ελέγχουν, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αν οι εισαγόμενες αποκλίσεις δικαιολογούνται πλήρως από τη φύση ή τις συνθήκες ασκήσεως της εργασίας και είναι απολύτως αναγκαίες και πρόσφορες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού (Σ.τ.Ε. Ολ. 1986/2005). 
6. Επειδή, στο άρθρο 1 του Ν. 2226/1994 «εισαγωγική εκπαίδευση και μετεκπαίδευση στις Σχολές της Αστυνομικής Ακαδημίας και στο Τμήμα Ανθυποπυραγών της Πυροσβεστικής Ακαδημίας και άλλες διατάξεις» (Α΄ 122), όπως το δεύτερο εδάφιο της περ. α΄ της παρ. 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 2713/1999 (Α΄ 89), ορίζονται τα εξής: «1. Η εισαγωγή σπουδαστών στη Σχολή Αστυφυλάκων και στη Σχολή Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας γίνεται με το σύστημα των γενικών εξετάσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν. 1351/1983 (ΦΕΚ 56 Α΄) «Εισαγωγή σπουδαστών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και άλλες διατάξεις», όπως έχουν τροποποιηθεί και συμπληρωθεί μεταγενέστερα και ισχύουν κάθε φορά και με τις ειδικότερες ρυθμίσεις που αναφέρονται στις ακόλουθες παραγράφους του παρόντος άρθρου. 2.α. Ο αριθμός των εισαγομένων σε υφιστάμενες κατά το χρόνο αποφοίτησής τους κενές θέσεις σε καθεμιά από τις παραπάνω Σχολές καθορίζεται κατ’ έτος με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Τάξης, Εθνικής Άμυνας και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, με βάση τις ανάγκες κάθε φορά της Ελληνικής Αστυνομίας. Το ποσοστό των εισαγόμενων στις Αστυνομικές Σχολές γυναικών καθορίζεται σε 15% επί του συνολικού αριθμού εισακτέων. Το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί στον αριθμό του αστυνομικού προσωπικού που ασκεί δραστηριότητες διοικητικής υποστήριξης, διαβατηριακού ελέγχου, τροχαίας, εφαρμογής τουριστικών και αγορανομικών διατάξεων και ορισμένες ανακριτικές δραστηριότητες, για την άσκηση των οποίων ο παράγων φύλο δεν ασκεί επιρροή, ενώ το λοιπό αστυνομικό προσωπικό, λόγω της φύσης της αποστολής της Ελληνικής Αστυνομίας, εκτελεί, κάτω από δυσμενείς τοπικές και χρονικές συνθήκες, δραστηριότητες που αφορούν στην αντιμετώπιση πράξεων βίας, στην τήρηση ή αποκατάσταση της τάξης σε μαζικές εκδηλώσεις και συναθροίσεις, στη δίωξη και σύλληψη επικίνδυνων κακοποιών, στην εξουδετέρωση εκρηκτικών μηχανισμών, στη φύλαξη και μεταγωγή ανδρών κρατουμένων, στην προστασία υψηλών προσώπων, στη δίωξη ζωοκλοπής, στην επαναπροώθηση λαθρομεταναστών και σε ορισμένες τεχνικές εφαρμογές, οι οποίες για την άσκησή τους απαιτούν αυξημένο επίπεδο μυϊκής δύναμης, ταχύτητας και αντοχής, κριτήρια τα οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής λογικής και πείρας, διαθέτουν, λόγω βιολογικών ιδιαιτεροτήτων, οι άνδρες. Κατά τον καθορισμό του αριθμού που αντιστοιχεί στο ποσοστό αυτό, τα κλασματικά υπόλοιπα δεν λαμβάνονται υπ’ όψη. Από τον αριθμό των εισακτέων που καθορίζεται για τη Σχολή Αξιωματικών, ποσοστό 50% προέρχεται υποχρεωτικά, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, από Ανθυπαστυνόμους, Αρχιφύλακες και Αστυφύλακες, που εισάγονται στο Γ΄ εξάμηνο. Το ανωτέρω ποσοστό μειώνεται κατά 5% κατ’ έτος και μέχρι να φθάσει τελικά στο 20%. β…..γ…..δ….ε…..3…….4. Οι υποψήφιοι για τις Σχολές Αστυφυλάκων και Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας πρέπει να έχουν τα προβλεπόμενα προσόντα, που καθορίζονται από τις διατάξεις του νόμου και τους οικείους κανονισμούς. 5. Οι υποψήφιοι ιδιώτες υποβάλλονται επιπλέον σε "προκαταρκτικές εξετάσεις" (αθλητικές, υγειονομικές και ψυχοτεχνικές δοκιμασίες), που γίνονται με μέριμνα του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και σύμφωνα με όσα καθορίζονται από τις οικείες διατάξεις του νόμου και τους κανονισμούς. Στις εξετάσεις αυτές ο υποψήφιος πρέπει να κριθεί ικανός κατά το έτος υποβολής της υποψηφιότητας για να έχει δικαίωμα συμμετοχής στην επιλογή. Οι αστυνομικοί υποψήφιοι υποβάλλονται μόνο σε υγειονομικές εξετάσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του οικείου κανονισμού. 6……..7…….». Ακολούθως, με το άρθρο 20 του Ν. 3103/2003 (ΦΕΚ 23/29.1.2003 τ. Α΄) ορίστηκε ότι: «Το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο εδάφιο της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του Ν. 2226/1994 (ΦΕΚ 122 A), όπως τροποποιήθηκαν με την παράγραφο 1 του άρθρου 12 του Ν. 2713/1999 (ΦΕΚ 89 Α), αντικαθίστανται ως εξής: "Στις εν λόγω Σχολές εισάγονται άνδρες και γυναίκες. Τα προσόντα των υποψηφίων και οι προκαταρκτικές εξετάσεις, στις οποίες υποβάλλονται, είναι κοινές και για τα δύο φύλα." Κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 11 παρ. 1 εδ. στ΄ και η΄ και 53 του Ν. 1481/1984 (Α΄ 152), όπως το άρθρο 11 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 1590/1986 (Α΄ 149), και του άρθρου 1 παρ. 4 και 5 του Ν. 2226/1994 (Α΄ 122), εκδόθηκε το Π.Δ. 4/1995 «προσόντα ιδιωτών υποψηφίων αξιωματικών και αστυφυλάκων» (Α΄ 1), το οποίο ορίζει στο άρθρο 2 τα εξής: «1. Οι ιδιώτες υποψήφιοι για τις Σχολές Αξιωματικών και Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας πρέπει να έχουν τα ακόλουθα προσόντα: α. Να μην υπερβαίνουν το 26ο έτος της ηλικίας τους κατά την 31η Δεκεμβρίου του έτους διενέργειας των εξετάσεων. β. Να είναι κάτοχοι τίτλου σπουδών που τους επιτρέπει τη συμμετοχή σε εξετάσεις για την εισαγωγή στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Ε.Ι.), της χώρας. γ. Να έχουν υγεία και άρτια σωματική διάπλαση, διαπιστούμενη από την αρμόδια υγειονομική επιτροπή κατάταξης σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις για τη σωματική ικανότητα υποψήφιων των Σχολών Στρατού Ξηράς. δ. Να έχουν σωματικά, ψυχικά και διανοητικά προσόντα, ανταποκρινόμενα στις απαιτήσεις του αστυνομικού έργου. ε…........στ. Να έχουν ανάστημα τουλάχιστον 1,70 μ. οι άνδρες και 1,65 μ. οι γυναίκες, χωρίς υποδήματα και στηθική περίμετρο οι άνδρες τουλάχιστον 0,83 μ.». Με την παρ. 1 του άρθρου 1 του Π.Δ.. 90/2003 (Α΄ 82/10.4.2003) η περίπτωση στ΄ αντικαταστάθηκε ως εξής: «Να έχουν ανάστημα (άνδρες και γυναίκες) τουλάχιστο 1,70 μ. χωρίς υποδήματα». Τέλος, στο άρθρο 4 του Π.Δ. 4/95 ορίζεται ότι: «1. Οι ιδιώτες υποψήφιοι υποβάλλουν αυτοπροσώπως στα Αστυνομικά Τμήματα του τόπου κατοικίας ή διαμονής τους τα δικαιολογητικά του άρθρου 3 παρ. 1 του παρόντος, μέσα στις προθεσμίες που ορίζει η προκήρυξη. 2. Το Αστυνομικό Τμήμα που δέχεται τα δικαιολογητικά: α. Ελέγχει αυτά για την εμπρόθεσμη υποβολή τους, καθώς και για την ακρίβεια, την πληρότητα και τη σύνταξή τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος και τις σχετικές διαταγές και οδηγίες. β. Μετράει το ανάστημα κάθε υποψηφίου και συντάσσει σχετική βεβαίωση που επισυνάπτει στα δικαιολογητικά. γ. Επιστρέφει, χωρίς άλλη διατύπωση, τα δικαιολογητικά στους υποψήφιους, που δεν έχουν το απαιτούμενο ανάστημα ή το όριο ηλικίας, πλην αυτών που συνέταξε η Υπηρεσία. Σε περίπτωση αμφισβητήσεως του υποψηφίου, το Αστυνομικό Τμήμα διαβιβάζει στις Υπηρεσίες του εδαφίου δ΄ του παρόντος άρθρου τα δικαιολογητικά, μαζί με τη βεβαίωση που συνέταξε για το ανάστημα του υποψηφίου. Οι Υπηρεσίες αποφαίνονται με πράξη τους οριστικώς επί της αμφισβητήσεως. δ. Υποβάλλει το ανωτέρω δικαιολογητικά στην προϊσταμένη Αστυνομική Διεύθυνση ή Διεύθυνση Αστυνομίας». 
7. Επειδή, στην αιτιολογική έκθεση για το άρθρο 20 του Ν. 3103/2003 διαλαμβάνονται τα εξής: «1. Όπως είναι γνωστό, με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο (δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του Ν. 2226/1994, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του Ν. 2713/1999) καθορίζεται ποσοστό 15%, επί του συνολικού αριθμού εισακτέων, των γυναικών που εισάγονται στις Σχολές Αστυφυλάκων και Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας. 2. Με την 1918/1998 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας διεγνώσθη η αντισυνταγματικότητα των διατάξεων της περίπτ. α΄ της παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν. 2226/1994, όπως ίσχυσαν πριν την τροποποίηση τους με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του Ν. 2713/1999, κατά το μέρος που θεσπίζονταν μ` αυτές περιορισμοί, με τη μορφή ποσοστώσεων, στην πρόσβαση των γυναικών στο αστυνομικό επάγγελμα. Κατά τη γνώμη της (ισχυρής) μειοψηφίας, στα πλαίσια λήψης της εν λόγω απόφασης, άνδρες και γυναίκες, ενόψει της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να έχουν ίση πρόσβαση στις δημόσιες Υπηρεσίες, η οποία περαιτέρω, διασφαλίζεται με την πρόβλεψη κοινών προσόντων και δοκιμασιών, κατά περίπτωση, των υποψηφίων για πρόσληψη στις Υπηρεσίες αυτές. 3. Η νεότερη και ισχύουσα σχετικά διάταξη της παρ. Ι του άρθρου 12 του Ν.2713/1999 δεν έχει κριθεί ακόμη υπό το καθεστώς των αναθεωρημένων διατάξεων του άρθρου 116 παρ. 2 του Συντάγματος. Όμως ήδη αμφισβητείται από θεσμοθετημένους κοινωνικούς φορείς (Επιτροπή Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ίσων Ευκαιριών, Γενική Γραμματεία Ισότητας, Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου κ.ά.), ενώ και η Κυβερνητική Επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη στην πρόσφατη Σύνοδό της, υιοθετώντας την αρνητική κρίση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κοινωνικών Δικαιωμάτων για τη μη συμμόρφωση της Χώρας μας στις επιταγές των διατάξεων της παρ. 2 τοι άρθρου 1 του Χάρτη, εισηγήθηκε την επιβολή Σύστασης στη Χώρα μας από την Επιτροπή των Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης. 4. Επισημαίνεται, ότι με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 6 του Ν. 2913/2001 έχουν καταργηθεί οι ποσοστώσεις γυναικών για την εισαγωγή στις Ανώτατες Στρατιωτικές Σχολές και τις Στρατιωτικές Σχολές Υπαξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων. Για την άρση των προαναφερομένων αμφισβητήσεων, οι οποίες διατυπώνονται σε εσωτερικό και διεθνές επίπεδο, με τις διατάξεις της παρούσας, επιχειρείται η κατάργηση των ποσοστώσεων κατά την εισαγωγή γυναικών στις Σχολές Αστυφυλάκων και Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας και η θεσμοθέτηση ενιαίων κριτηρίων (σωματικών προσόντων και αθλητικών, υγειονομικών και ψυχοτεχνικών δοκιμασιών) εισαγωγής των υποψήφιων (ανδρών και γυναικών) στις εν λόγω Σχολές». 
8. Επειδή, η ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 1 του Π.Δ. 90/2003, κατά την οποία τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες υποψήφιοι για εισαγωγή στις Αστυνομικές Σχολές πρέπει να έχουν το αυτό ελάχιστο ύψος 1,70 μ., η οποία εισήχθη εν όψει της διατάξεως του άρθρου 20 του Ν. 3103/2003, με την οποία καταργήθηκε η ποσόστωση επί των αριθμού των εισακτέων στις Σχολές αυτές για την εισαγωγή γυναικών που προέβλεπε το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς, όπως διαλαμβάνεται και στην παρατιθέμενη ανωτέρω οικεία αιτιολογική έκθεση, και ορίσθηκε ότι τα προσόντα των υποψηφίων ανδρών και γυναικών και οι προκαταρκτικές εξετάσεις, στις οποίες υποβάλλονται, είναι κοινές και για τα δύο φύλα, δεν συνιστά άμεση διάκριση φύλου, διότι εφαρμόζεται αδιακρίτως σε άνδρες και γυναίκες. Η έμμεση όμως διάκριση, η οποία προκύπτει από το δεδομένο της κοινής πείρας ότι οι άνδρες κατά μέσον όρο είναι υψηλότεροι των γυναικών, δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος άσχετους με το φύλο των υποψηφίων, συναπτόμενους προς τις απαιτήσεις του αστυνομικού επαγγέλματος, διότι αποτελεί προϋπόθεση αναγκαία και πρόσφορη για την αποτελεσματική εκτέλεση του έργου της Ελληνικής Αστυνομίας, δεδομένου ότι το αστυνομικό προσωπικό κατά την εκπλήρωση της αποστολής της αστυνομίας ασκεί δραστηριότητες που απαιτούν ιδιαίτερα φυσικά και σωματικά προσόντα, μεταξύ των οποίων και ορισμένο ελάχιστο ανάστημα. Ειδικότερα, η γενική αποστολή της Ελληνικής Αστυνομίας συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 2800/2000 (Α΄ 41), μεταξύ των άλλων, στην εξασφάλιση της δημόσιας ειρήνης και ευταξίας, την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος, την περιφρούρηση της έννομης τάξης στους δημόσιους χώρους και στις δημόσιες συγκεντρώσεις και συναθροίσεις και την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών. Για την εκπλήρωση της αποστολής αυτής απαιτείται η ανάπτυξη δραστηριοτήτων, κατά την εκτέλεση των οποίων τα σωματικά προσόντα διαδραματίζουν ως επί το πλείστον αποφασιστικό ρόλο, όπως στις περιπτώσεις αντιμετώπισης βιαιοτήτων σε δημόσιες συγκεντρώσεις, πράξεων βίας και τρομοκρατίας, επιτήρησης μεταγομένων κρατουμένων, προστασίας υψηλών προσώπων και δίωξης του κοινού εγκλήματος έχουν δε μειωμένο ρόλο ή ασκούν ασήμαντη επιρροή μόνο στις περιπτώσεις που ασκούνται ανακριτικές αρμοδιότητες ή αρμοδιότητες διοικητικής υποστήριξης, τροχαίας κινήσεως, καθώς και ελέγχου εφαρμογής αγορανομικών, τουριστικών και υγειονομικών διατάξεων. Οι ανωτέρω αρμοδιότητες της Ελληνικής Αστυνομίας και τα αντίστοιχα καθήκοντα του αστυνομικού προσωπικού, όπως και ο χαρακτήρας της ως στρατιωτικά οργανωμένου ένοπλου σώματος, καθώς και οι συνθήκες άσκησης των δραστηριοτήτων της, αποτελούν κριτήρια συγκεκριμένα και πρόσφορα που δικαιολογούν, κατά κοινή πείρα, τη θεσπιζόμενη ως άνω έμμεση διάκριση σε βάρος των γυναικών κατά την είσοδό τους στις Αστυνομικές Σχολές. Και τούτο διότι και οι γυναίκες υποψήφιες για εισαγωγή τους στις Αστυνομικές Σχολές πρέπει να έχουν τα αυτά σωματικά προσόντα με τους άνδρες ώστε να μπορούν να ασκούν, όπως και αυτοί, με την ίδια επιτυχία τα κύρια καθήκοντα των αστυνομικών υπαλλήλων. Το γεγονός ότι στο στράτευμα και σε άλλους κλάδους των σωμάτων ασφαλείας έχει ορισθεί ύψος αναστήματος διαφορετικό για άνδρες και γυναίκες δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας, διότι το στράτευμα και οι άλλοι κλάδοι των σωμάτων ασφαλείας τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες σε σχέση με την ΕΛ.ΑΣ εν όψει του ότι η στελέχωση αυτών γίνεται κατά διαφορετικό τρόπο και η εκτέλεση των καθηκόντων του προσωπικού τους γίνεται με άλλες μεθόδους (βλ. Σ.τ.Ε. 1247/2008 7/μ.). 
9. Επειδή, εν προκειμένω, με την 6000/2/1650-λβ/25.4.2005 απόφασή του, ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας, προκήρυξε διαγωνισμό επιλογής σπουδαστών για την εισαγωγή χωρίς διάκριση φύλου και ποσοστού θέσεων στην Σχολή Αστυφυλάκων και τη Σχολή Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας για το ακαδημαϊκό έτος 2005-2006 με το σύστημα του ενιαίου απολυτηρίου. Η προκήρυξη αυτή εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1 και 42 του Ν. 1481/1984, του Ν. 2226/1994, όπως οι διατάξεις αυτού και ειδικότερα η παράγραφος 2 του άρθρου 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 20 του Ν. 3103/2003, και του Π.Δ. 4/1995, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το Π.Δ. 90/2003. Στην ανωτέρω προκήρυξη είχαν ενσωματωθεί οι προαναφερθείσες διατάξεις του Π.Δ. 4/95, όπως αυτές τροποποιήθηκαν με το Π.Δ. 90/2003, περί ελάχιστου αναστήματος που πρέπει να διαθέτουν οι υποψήφιοι (άρθρο ΙΙ παρ. 6 προκηρύξεως) και περί του τρόπου ελέγχου του αναστήματος του υποψηφίου από τις αστυνομικές αρχές (άρθρο IV παρ. 3 περ. γ΄ και δ΄ της προκηρύξεως). Η εφεσίβλητη, υπέβαλε αίτηση συμμετοχής στον ανωτέρω διαγωνισμό και υπεβλήθη, περαιτέρω στο Αστυνομικό Τμήμα Πατρών σε μέτρηση του αναστήματός της και βρέθηκε να έχει ύψος 1,69 μ. αντί του προβλεπόμενου 1,70 μ. με αποτέλεσμα, με την 6000/2/24/87-α/16.5.2005 πράξη του Αστυνομικού Τμήματος Πατρών, να της επιστραφούν τα σχετικά δικαιολογητικά συμμετοχής στον εν λόγω διαγωνισμό. Την μέτρηση αυτή δεν αμφισβήτησε με ένσταση η εφεσίβλητη. Ακολούθως εκδόθηκε α) η Φ. 253.4/83770/Β6/25.8.2005 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων με την οποία κυρώθηκαν οι πίνακες εισαγομένων κατά το ακαδημαϊκό έτος 2005-2006 στα τμήματα και στις σχολές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, σε ποσοστό 90% των θέσεων εισακτέων, καθώς και β) η 6000/2/1650-ρξ/16.9.2005 απόφαση του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως με την οποία κλήθηκαν για φοίτηση στις Σχολές της ΕΛ.ΑΣ οι επιτυχόντες υποψήφιοι της γενικής σειράς και των ειδικών κατηγοριών για το ανωτέρω ακαδημαϊκό έτος. Με βάση τα δεδομένα αυτά, το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο, ερμηνεύοντας τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 2, 116 παρ. 2 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως οι διατάξεις αυτές ίσχυαν μετά την αναθεώρηση του 2001, έκρινε ως αντισυνταγματική και ως εκ τούτου ανίσχυρη την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 περιπτ. στ΄ του Π.Δ. 4/1995, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 του Π.Δ. 90/2003, με την αιτιολογία ότι δεν είναι συμβατή με τη συνταγματική αρχή της ισότητας των δύο φύλων και τούτο διότι η καθιέρωση με αυτές του αυτού ελαχίστου αναστήματος για την εισαγωγή ανδρών και γυναικών στις Αστυνομικές Σχολές, εξίσωσε αναιτιολόγητα τους υποψήφιους, άνδρες και γυναίκες, παρά την ύπαρξη της υφιστάμενης μεταξύ τους βιολογικής διαφοράς σε σχέση με το ανάστημα, αφού, σύμφωνα με τις επιστημονικές ανθρωπολογικές μελέτες, το μέσο ανάστημα για τον ανδρικό πληθυσμό της Ελλάδος όλων των ηλικιών ανέρχεται σε 1,67 μ., ενώ για το γυναικείο σε 1,55 μ.. Η κρίση όμως αυτή του Διοικητικού Εφετείου δεν είναι νόμιμη, διότι, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, ο καθορισμός του αυτού ελάχιστου αναστήματος για την εισαγωγή ανδρών και γυναικών στις Αστυνομικές Σχολές δεν συνιστά αδικαιολόγητη απόκλιση από την αρχή της ισότητας των φύλων. Για το λόγο αυτόν, βασίμως προβαλλόμενο, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, να εκδικασθεί ακολούθως η αίτηση ακυρώσεως και να απορριφθεί ο αντίστοιχος λόγος ακυρώσεως. 
10. Επειδή, η αιτούσα προβάλλει, περαιτέρω, ότι εν όψει της οριακής διαφοράς του ύψους της (1.69 μ.) από το 1,70 μ., θα έπρεπε από τα πρακτικά μέτρησης του αναστήματος να προκύπτει σαφώς ότι το ανάστημά της μετρήθηκε επανειλημμένα και μάλιστα σε ώρες της ημέρας, κατά τις οποίες το ύψος του ανθρώπου δεν υφίσταται μείωση. Όμως, όπως ήδη αναφέρθηκε, στην ανωτέρω προκήρυξη του διαγωνισμού για το ακαδημαϊκό έτος 2005-2006 που εξέδωσε ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας, είχαν ενσωματωθεί οι προαναφερθείσες διατάξεις του Π.Δ. 4/1995, όπως αυτές τροποποιήθηκαν με το Π.Δ. 90/2003, περί ελάχιστου αναστήματος που πρέπει να διαθέτουν οι υποψήφιοι (άρθρο ΙΙ παρ. 6 προκηρύξεως) και περί του τρόπου ελέγχου του αναστήματος του υποψηφίου από τις αστυνομικές αρχές (άρθρο IV παρ. 3 περ. γ΄ και δ΄ της προκηρύξεως), στη δε περ. δ΄ του άρθρου IV ορίζεται ότι, σε περίπτωση που ο υποψήφιος αμφισβητεί το ύψος που βεβαιώθηκε, το αστυνομικό τμήμα διαβιβάζει στην αστυνομική διεύθυνση τα δικαιολογητικά του υποψηφίου μαζί με τη βεβαίωση μέτρησης του αναστήματος, προκειμένου να αποφανθεί οριστικά επί της αμφισβητήσεως με σχετική πράξη της. Εν προκειμένω, όμως, η εφεσίβλητη δεν αμφισβήτησε την προαναφερθείσα μέτρηση του αναστήματός της, παρόλο που υφίσταται διαδικασία εκ νέου μετρήσεως του ύψους των υποψηφίων. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη πράξη του Αστυνομικού Τμήματος Χολαργού είναι επαρκώς αιτιολογημένη και όλοι οι περί του αντιθέτου προβαλλόμενοι ισχυρισμοί της αιτούσης με τους οποίους υποστηρίζεται, με την επίκληση διαφόρων επιχειρημάτων, το αντίθετο είναι απορριπτέοι. 
11. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και να απορριφθεί η αίτηση ακυρώσεως. Το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, κρίνει ότι η εφεσίβλητη πρέπει να απαλλαγεί από τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας. 
Διά ταύτα 
Δέχεται την κρινόμενη έφεση. 
Εξαφανίζει την 3357/2005 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. 
Δικάζει την αίτηση ακυρώσεως και την απορρίπτει.