Έτος
2009
Νόμος / διάταξη που αφορά
αρθ 3παρ 1 ν. 2622/1998, π.δ 311/1998, αρθ 4παρ 1&2Σ 116παρ 2Σ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Γυναίκες

 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ Γ΄ 
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2009, με την εξής σύνθεση: Γ. Σταυρόπουλος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Γ΄ Τμήματος, Π. Καρλή, Β. Καμπίτση, Σύμβουλοι, Δ. Μακρής, Π. Τσούκας, Πάρεδροι. Γραμματέας η Δ. Τετράδη-Χαρλαύτη. 
Για να δικάσει την από 16 Μαρτίου 2005 έφεση: 
του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως, ο οποίο παρέστη με την Αγγ. Αναστοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, κατά της ....... , κατοίκου Αγίας Βαρβάρας Αττικής, οδός ... , αρ. .. , η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Εμμ. Αγγελάκη (Α.Μ. 2146), που τον διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο, και κατά της υπ` αριθ. 556/2004 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. 
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Παρέδρου Π. Τσούκα. 
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους εφέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεση και τον πληρεξούσιο της εφεσίβλητης, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 
Αφού μελέτησε  τα  σχετικά  έγγραφα 
Σκέφθηκε κατά το Νόμο 
1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση εφέσεως δεν απαιτείται η καταβολή παράβολου. 
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η εξαφάνιση της υπ` αριθμ. 556/2004 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 17.10.2002 αίτηση ακυρώσεως της ήδη εφεσίβλητης και ακυρώθηκαν η υπ` αριθμ. Φ.6000/2/800-μζ/21.8.2002 πράξη του Αναπληρωτή Προϊσταμένου του Κλάδου Διοικητικού του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας (ΕΛ.ΑΣ.) (Φ.Ε.Κ. Γ΄ 186/21.8.2002) και η υπ` αριθμ. 6000/2/800-ξδ/3.9.2002 πράξη του Προϊσταμένου του Κλάδου Διοικητικού του Αρχηγείου της ΕΛ.ΑΣ. (Φ.Ε.Κ. Γ΄ 200/4.9.2002), καθ` ό μέρος με τις πράξεις αυτές εκδηλώθηκε παράλειψη της Διοικήσεως να θεωρήσει την ήδη εφεσίβλητη ως επιτυχούσα στον διαγωνισμό για την πρόσληψη συνοριακών φυλάκων, ο οποίος είχε προκηρυχθεί με την υπ` αριθμ. 6000/2/800-γ/2.7.2002 πράξη του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ. 
3. Επειδή, στο άρθρο 1 του ν. 2622/1998 (Α` 138), όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 2 του ν. 2838/2000 (Α` 179) και το άρθρο 78 παρ. 1 του ν. 2910/2001 (Α` 91), ορίζονται τα εξής : «1. Στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης συνιστώνται, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του παρόντος άρθρου, κεντρική και περιφερειακές Αστυνομικές Υπηρεσίες Συνοριακής Φύλαξης και Δίωξης Λαθρομετανάστευσης με αποστολή την αποτροπή παράνομης εισόδου αλλοδαπών στη χώρα, τον εντοπισμό και τη σύλληψη των παρανόμως εργαζομένων ανά την επικράτεια και την παραπομπή τους στη δικαιοσύνη ή την επαναπροώθηση αλλοδαπών καθώς και τον εντοπισμό και τη σύλληψη προσώπων που διευκολύνουν την παράνομη είσοδο και εργασία αλλοδαπών και την παραπομπή τους στη δικαιοσύνη, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. 2. Υπηρεσίες συνοριακής φύλαξης και δίωξης λαθρομετανάστευσης μπορεί να ιδρύονται κυρίως σε παραμεθόριους και όμορους αυτών νομούς ή σε νησιά που βρίσκονται εγγύς των θαλασσίων συνόρων της χώρας, καθώς και σε οποιονδήποτε άλλο νομό παρατηρείται αυξημένη παράνομη εγκατάσταση και απασχόληση αλλοδαπών. Η ίδρυση, η οργάνωση, η λειτουργία και οι αρμοδιότητες των Υπηρεσιών Συνοριακής Φύλαξης και Δίωξης Λαθρομετανάστευσης καθορίζονται με προεδρικό διάταγμα, που προτείνεται από τους Υπουργούς Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης».
Εξ άλλου, στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου ορίζονται τα εξής : 
«1. Οι Υπηρεσίες Συνοριακής Φύλαξης στελεχώνονται η μεν κεντρική από αστυνομικό και πολιτικό προσωπικό του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, οι δε περιφερειακές από αστυνομικό προσωπικό και συνοριακούς φύλακες, χωρίς αύξηση των οργανικών θέσεων του αστυνομικού και πολιτικού προσωπικού. 2. Οι Συνοριακοί Φύλακες αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία προσωπικού του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, το οποίο προσλαμβάνεται με σχέση δημοσίου δικαίου επί 5ετή θητεία που μπορεί να ανανεώνεται μέχρι τη συμπλήρωση 35ετούς υπηρεσίας και σε κάθε περίπτωση μέχρι τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας τους. Το εν λόγω προσωπικό διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου και δεν εφαρμόζονται γι` αυτό οι διατάξεις για τους δημόσιους πολιτικούς υπαλλήλους.
Οι διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 3 του ν. 1481/1984 (Α` 152) εφαρμόζονται και στους Συνοριακούς Φύλακες ως προς την άσκηση των ειδικών καθηκόντων τους». Επίσης, στην παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 2622/1998, όπως το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκαν από την παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 2838/2000, ορίζονται τα εξής : «Για την εκπλήρωση της κατά το άρθρο 1 αποστολής των ως άνω Υπηρεσιών, η φύση και οι ιδιαιτερότητες της οποίας απαιτούν ιδιαίτερα φυσικά και σωματικά προσόντα, προσλαμβάνονται ως Συνοριακοί Φύλακες με σύστημα αντικειμενικών κριτηρίων (μόρια) Έλληνες πολίτες σε ποσοστό 90% άνδρες που έχουν εκπληρώσει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις και δεν έχουν υπερβεί το 32ο έτος της ηλικίας τους και σε ποσοστό 10% γυναίκες που δεν έχουν υπερβεί το 26ο έτος της ηλικίας τους. Οι συνοριακοί φύλακες προσλαμβάνονται για κάθε νομό ή νησί ξεχωριστά, από υποψηφίους που κατοικούν την τελευταία διετία ή κατοικούσαν από της γεννήσεώς τους και μέχρι τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας στο συγκεκριμένο νομό ή νησί, όπου λειτουργούν ή πρόκειται να λειτουργήσουν Υπηρεσίες Συνοριακής Φύλαξης και κατά προτίμηση ή αποκλειστικά στις περιοχές αυτών, που περιλαμβάνονται στην τοπική αρμοδιότητα των εν λόγω Υπηρεσιών. Με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης καθορίζεται κάθε φορά ο αριθμός των προσλαμβανομένων συνοριακών φυλάκων από κάθε νομό ή νησί ή από ορισμένες περιοχές αυτών». Περαιτέρω, η μεν διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1 του π.δ. 311/1998 (Α` 215), επαναλαμβάνοντας διατάξεις της παραπάνω παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 2622/1998, όρισε ότι : «Ως Συνοριακοί Φύλακες προσλαμβάνονται Έλληνες πολίτες σε ποσοστό 90% άνδρες που έχουν εκπληρώσει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις και δεν έχουν υπερβεί το 32ο έτος της ηλικίας τους και σε ποσοστό 10% γυναίκες που δεν έχουν υπερβεί το 26ο έτος της ηλικίας τους», η 
δε διάταξη του άρθρου 2 του ίδιου διατάγματος, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 2 του π.δ. 371/1998 (Α` 253), όρισε τα εξής :
«Ο αριθμός των προσλαμβανομένων εκάστοτε συνοριακών φυλάκων από κάθε Νομό, όπου έχουν συσταθεί ή πρόκειται να συσταθούν Υπηρεσίες Συνοριακής Φύλαξης καθορίζεται κατά φύλο και κατηγορία υποψηφίων με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης (άρθρο 3 Ν. 2622/98)». Ακόμη, με το π.δ/γμα 310/1998 (Α` 215) ιδρύθηκαν τμήματα συνοριακής φύλαξης στην Κεντρική και σε περιφερειακές υπηρεσίες του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και καθορίστηκαν οι αρμοδιότητες και η οργάνωσή τους. Τέλος, στο άρθρο 1 της υπ` αριθμ. 7002/13/3/1.7.2000 αποφάσεως του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, υπό τον τίτλο «Καθορισμός του αριθμού των προσλαμβανομένων Συνοριακών Φυλάκων από τον Ν. Αττικής» (Β` 824), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότησή της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 2622/1998, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 2838/2000, ορίζεται ότι : «Ο αριθμός των Συνοριακών Φυλάκων που θα προσληφθούν από το Νομό Αττικής για τη στελέχωση των Υπηρεσιών Συνοριακής Φύλαξης που λειτουργούν ή πρόκειται να λειτουργήσουν, καθορίζονται σε πεντακόσιους (500) εκ των οποίων τετρακόσιοι πενήντα (450) άνδρες και πενήντα (50) γυναίκες» ενώ κατά το άρθρο 2 της αυτής υπουργικής αποφάσεως, από τον ως άνω αριθμό, ποσοστό 20% (δηλ. 90 άνδρες και 10 γυναίκες) θα καλυφθεί από υποψηφίους κατόχους πτυχίου Τ.Ε.Λ. 
4. Επειδή, οι πιο πάνω διατάξεις του πρώτου και του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 2622/1998, όπως το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 2838/2000, και οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 του π.δ. 311/1998, όπως το τελευταίο άρθρο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του π.δ. 371/1998, οι οποίες, κατά το μέρος που προβλέπουν την κατανομή των θέσεων των εκάστοτε προσλαμβανομένων συνοριακών φυλάκων κατά φύλο, επαναλαμβάνουν κατ` ουσίαν τις παραπάνω ρυθμίσεις της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 2622/1998, θεσπίζουν κατά παρέκκλιση από την αρχή της ισότητας των δύο φύλων κατά την πρόσβαση στα διάφορα επαγγέλματα και στην εκπαίδευση που είναι αναγκαία για την άσκησή τους, περιορισμούς, υπό την μορφή ποσοστώσεων εις βάρος των γυναικών, κατά την πρόσληψη συνοριακών φυλάκων στις Υπηρεσίες Συνοριακής Φύλαξης του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης. Όπως δε έχει κριθεί (Σ.τ.Ε. Ολομ. 1986-1990/2005), οι ανωτέρω διατάξεις που θεσπίζουν ποσοστώσεις αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ. 2 και 116 παρ. 2 του Συντάγματος (όπως το τελευταίο άρθρο ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το Ψήφισμα της 6.4.2001 της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων), αφού εισάγουν αποκλίσεις από την αρχή της ισότητας των δύο φύλων χωρίς να λαμβάνουν υπόψη και να συνεκτιμούν συγκεκριμένα και πρόσφορα κριτήρια. Ειδικότερα, ενόψει των ποικίλων αρμοδιοτήτων και καθηκόντων των Υπηρεσιών Συνοριακής Φύλαξης και των συνοριακών φυλάκων, αντιστοίχως, κατά τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν. 2622/1998, καθώς και των διαφορετικών συνθηκών υπό τις οποίες τα καθήκοντα αυτά μπορεί να ασκούνται, δηλαδή άλλοτε υπό συνθήκες μικρότερης και άλλοτε μεγαλύτερης έντασης ή βίας, «η αποστολή των παραπάνω υπηρεσιών» και «η φύση και οι ιδιαιτερότητες» αυτής, οι οποίες «απαιτούν ιδιαίτερα φυσικά και σωματικά προσόντα» (βλ. το πιο πάνω άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 2622/1998), δεν αποτελούν, λόγω της γενικότητάς τους, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, κριτήρια συγκεκριμένα και πρόσφορα να δικαιολογήσουν τις θεσπιζόμενες με τις προαναφερθείσες διατάξεις ποσοστώσεις εις βάρος των γυναικών κατά την πρόσβασή τους στο επάγγελμα του συνοριακού φύλακα και δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να ελέγξει αν το ποσοστό που επιφυλάσσεται στους άνδρες (90%) ανταποκρίνεται πράγματι στις ειδικές δραστηριότητες των Υπηρεσιών Συνοριακής Φύλαξης και στα ειδικά καθήκοντα των συνοριακών φυλάκων για την άσκηση των οποίων το φύλο αποτελεί παράγοντα αποφασιστικής σημασίας. Τέτοια δε κριτήρια συγκεκριμένα και πρόσφορα να δικαιολογήσουν τις ανωτέρω ποσοστώσεις δεν προκύπτουν ούτε από την εισηγητική έκθεση του ν. 2622/1998 και τις σχετικές συζητήσεις στη Βουλή. 
Υπό τα δεδομένα αυτά, οι ως άνω διατάξεις που θεσπίζουν ποσοτικούς περιορισμούς υπό μορφή ποσοστώσεων εις βάρος των γυναικών κατά την πρόσβασή τους στο επάγγελμα του συνοριακού φύλακα αντιβαίνουν στις προαναφερθείσες συνταγματικές διατάξεις και είναι για το λόγο αυτό ανίσχυρες. 
5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου και την εκκαλούμενη απόφαση, η εφεσίβλητη, κάτοχος πτυχίου Τ.Ε.Λ., έλαβε μέρος στο διαγωνισμό για την πρόσληψη συνοριακών φυλάκων, που προκηρύχθηκε με την υπ` αριθμ. 6000/2/800-γ/2.7.2002 απόφαση του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ. για το Νομό Αττικής, συγκέντρωσε 2.153,333 μόρια και κατατάχθηκε 23η (επιλαχούσα) στον πίνακα γυναικών με απολυτήριο λυκείου. Η Διοίκηση είχε καταρτίσει τους πίνακες επιτυχόντων της κατηγορίας με απολυτήριο λυκείου σύμφωνα με τους ορισμούς του ν. 2622/1998 και της προκήρυξης, περιλαμβάνοντας σε αυτούς 90 άνδρες (μεταξύ των οποίων και άνδρες με βαθμολογία μικρότερη της εφεσίβλητης) και 10 γυναίκες. Επί τη βάσει των πινάκων αυτών εκδόθηκαν η υπ` αριθμ. 6000/2/8000-ξδ/3.9.2002 πράξη του Προϊσταμένου του Κλάδου Διοικητικού του Αρχηγείου της ΕΛ.ΑΣ. και η υπ` αριθμ. Φ. 6000/2/800-μζ/21.8.2002 πράξη του Αναπληρωτή Προϊσταμένου του Κλάδου Διοικητικού του αυτού Αρχηγείου, με τις οποίες προσελήφθησαν άνδρες και γυναίκες στις θέσεις συνοριακών φυλάκων που είχαν προκηρυχθεί για το Νομό Αττικής. Η ήδη εφεσίβλητη άσκησε αίτηση ακυρώσεως κατά των πράξεων αυτών, ζητώντας να ακυρωθεί η παράλειψη πρόσληψής της που εκδηλώθηκε με αυτές και να καταρτισθούν νέοι πίνακες κατά φθίνουσα βαθμολογική σειρά, αδιακρίτως φύλου, διότι οι παραπάνω διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 του ν. 2622/1998 και 2 του π.δ. 311/1998, βάσει των οποίων συντάχθηκαν οι πίνακες και διενεργήθηκαν οι προσλήψεις, εισάγουν κατά παράβαση των άρθρων 4 παρ. 2 και 116 παρ. 2 του Συντάγματος ανεπίτρεπτες αποκλίσεις από την αρχή της ισότητας των δύο φύλων, υπό τη μορφή ποσοστώσεων εις βάρος των γυναικών, κατά την πρόσληψη σε θέσεις συνοριακών φυλάκων. Το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι οι διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 του ν. 2622/1998 και 2 του π.δ. 311/1998 εισάγουν απόκλιση από την αρχή της ισότητας των δύο φύλων κατά την πρόσληψη συνοριακών φυλάκων στις Υπηρεσίες Συνοριακής Φύλαξης του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και έκρινε περαιτέρω ότι οι προσβαλλόμενες με την αίτηση ακυρώσεως πράξεις είναι μη νόμιμες, διότι βασίζονται αφενός μεν στις αντικείμενες στα άρθρα 4 παρ. 2 και 116 παρ. 2 του Συντάγματος, και συνεπώς ανίσχυρες, διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 2622/1998, όπως το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 2838/2000, και των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 του π.δ. 311/1998, αφετέρου δε στις μη νόμιμες διατάξεις της προμνησθείσας 7002/13-3-2002 αποφάσεως του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, οι οποίες, ενόψει της αντισυνταγματικότητας των ανωτέρω διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 2622/1998, βάσει των οποίων εκδόθηκε η απόφαση αυτή, θεσπίσθηκαν χωρίς νόμιμο εξουσιοδοτικό έρεισμα. Ενόψει αυτών, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών έκρινε ότι οι προσβληθείσες πράξεις, με τις οποίες εκδηλώθηκε η παράλειψη της Διοίκησης να θεωρήσει την ήδη εφεσίβλητη ως επιτυχούσα υποψήφια για την πλήρωση θέσεων συνοριακών φυλάκων στην Υπηρεσία Συνοριακής Φύλαξης του Νομού Αττικής και να την καλέσει για πρόσληψη στην ως άνω υπηρεσία είναι, κατά το μέρος αυτό, μη νόμιμες και ακυρωτέες. Η κρίση αυτή του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών είναι νόμιμη, σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται στην προηγούμενη σκέψη, πρέπει δε να απορριφθούν ως αβάσιμα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη έφεση, η οποία είναι απορριπτέα στο σύνολό της. 
Διά ταύτα 

Απορρίπτει την υπό κρίση έφεση.