Έτος
2009
Νόμος / διάταξη που αφορά
αρθ 12 παρ 12 ν. 2713/1999, αρθ 116παρ 2
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Άνδρες
Σημασία απόφασης
Πρόκειται για απόφαση που ξεκαθαρίζει το ζήτημα του εννόμου συμφέροντος στις περιπτώσεις των θετικών μέτρων

 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ 
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 16 Ιανουαρίου 2009, με την εξής σύνθεση: Μ. Βροντάκης, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αντικατάσταση του Προέδρου και των αρχαιοτέρων αυτού Αντιπροέδρων, που είχαν κώλυμα, Ε. Γαλανού, Γ. Παπαμεντζελόπουλος, Αγγ. Θεοφιλοπούλου, Δ. Πετρούλιας, Ν. Ρόζος, Αθ. Ράντος, Ε. Δανδουλάκη, Γ. Παπαγεωργίου, Μ. Καραμανώφ, Αικ. Σακελλαροπούλου, Αικ. Χριστοφορίδου, Μ.-Ε. Κωνσταντινίδου, Γ. Ποταμιάς, Ε. Νίκα, Ε. Αντωνόπουλος, Ι. Ζόμπολας, Σπ. Μαρκάτης, Β. Καμπίτση, Β. Γρατσίας, 
Α. Ντέμσιας, Φ. Ντζίμας, Σ. Χρυσικοπούλου, Η. Τσακόπουλος, Β. Καλαντζή, Μ. Σταματελάτου-Μπεριάτου, Σύμβουλοι, Α.-Μ. Παπαδημητρίου, Δ. Εμμανουηλίδης, Χ. Σιταρά, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Β. Μανωλόπουλος. 
Για να δικάσει την από 8 Οκτωβρίου 2001 έφεση : 
του ....... ... .........., κατοίκου Θεσσαλονίκης, οδός ... .... αρ. ... - ......., ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Ε. Σούσουρα (Α.Μ. 4940 Δ.Σ. Θεσσαλονίκης), που τον διόρισε με πληρεξούσιο, 
κατά του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, ο οποίος παρέστη με τον Παν. Παναγιωτουνάκο, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, 
και κατά της υπ’ αριθμ. 301/2001 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. 
Η πιο πάνω έφεση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ΄ αριθμ. 2551/2006 αποφάσεως του Γ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση. 
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέση εισηγήσεως από τον Εισηγητή Σύμβουλο, Γ. Ποταμιά. 
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του εκκαλούντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους εφέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεση και τον εκπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της. 
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και 
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα 
Σκέφθηκε κατά το Νόμο 
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης εφέσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (αριθμ. γραμμ. 3160526, 3160178, 9871278/01). 
2. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση, η οποία, παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας με την υπ΄ αριθμ. 2551/2006 απόφαση του Γ΄ Τμήματος αυτού σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 100 του Συντάγματος, ζητείται η εξαφάνιση της υπ΄ αριθμ. 301/2001 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε αίτηση ακυρώσεως του εκκαλούντος, τέκνου πολυτέκνου, υποψηφίου για κατάληψη θέσεως δοκίμου πυροσβέστη στο διαγωνισμό που προκηρύχθηκε με την υπ΄ αριθμ. 23468/Φ.300.2/28-5-1999 απόφαση του Αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος, κατά, α) της υπ΄ αριθμ. 50675/φ.300.2/15-10-1999 πράξεως του Αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση θεραπείας του κατά των πινάκων κατατάξεως και επιτυχόντων της κατηγορίας Α΄ για την πόλη της Θεσσαλονίκης, β) της υπ΄ αριθμ. 56001/Φ.300.2/3-12-1999 πράξεως του αυτού Αρχηγού, με την οποία κυρώθηκαν οι πίνακες των επιτυχόντων στον ως άνω διαγωνισμό (ΦΕΚ, τ. ΠΡΤΜ. 92/15-12-1999) και γ) της υπ΄ αριθμ. 56015/Φ.300.2/15-2-1999 αποφάσεως του Υπουργού Δημόσιας Τάξης (ΦΕΚ, τ.Γ., 255/20-12-1999), με την οποία κλήθηκαν οι επιτυχόντες προς κατάταξη, καθ΄ ό μέρος στις ως άνω, υπό β) και γ) πράξεις, δεν περιελήφθη ο εκκαλών. 
3. Επειδή, με την υπ΄ αριθμ. 2551/2006 απόφαση του Γ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου για επίλυση το ζήτημα αν υφίσταται αντίθεση της διατάξεως του άρθρου 12 παρ. 2 του ν. 2713/1999 (Α΄ 89) προς την αρχή της ισότητας των δύο φύλων που κατοχυρώνει το Σύνταγμα. 
4. Επειδή, στο άρθρο 4 του Συντάγματος του 1975 ορίζεται ότι: «1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. 2. Έλληνες και Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις. 3. . . .». Εξάλλου, στο άρθρο 116 του Συντάγματος, ως είχε προ της αναθεωρήσεώς του με το ψήφισμα της 6-4-2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων και ίσχυε κατά την δημοσίευση του ν. 2713/1999, οριζόταν ότι: «1. Διατάξεις υφιστάμενες που είναι αντίθετες προς το άρθρο 4 παρ. 2 εξακολουθούν να ισχύουν ώσπου να καταργηθούν με νόμο, το αργότερο έως την 31 Δεκεμβρίου 1982. 2. Αποκλίσεις από τους ορισμούς της παρ. 2 του άρθρου 4 επιτρέπονται μόνο για σοβαρούς λόγους, στις περιπτώσεις που ορίζει ειδικά ο νόμος». Περαιτέρω, στο άρθρο 12 παρ. 2 και 3 του ν. 2713/1999 (Α, 89) ορίζεται ότι: «2. Στο συνολικό αριθμό θέσεων που προκηρύσσονται στις Σχολές της Πυροσβεστικής Ακαδημίας του Πυροσβεστικού Σώματος ποσοστό μέχρι και 10% καλύπτεται από γυναίκες υποψήφιες. Αν κατά τον υπολογισμό του ποσοστού αυτού προκύπτουν κλασματικά υπόλοιπα δεν λαμβάνονται υπόψη. Το ως άνω ποσοστό αντιστοιχεί στον αριθμό του πυροσβεστικού προσωπικού που ασκεί δραστηριότητες διοικητικής υποστήριξης, εφαρμογής της νομοθεσίας πυροπροστασίας και ανακριτικές, για την άσκηση των οποίων ο παράγων φύλο δεν ασκεί επιρροή, ενώ το λοιπό πυροσβεστικό προσωπικό, λόγω της φύσης της αποστολής του Πυροσβεστικού Σώματος, εκτελεί κάτω από δυσμενείς τοπικές και χρονικές συνθήκες δραστηριότητες που αφορούν την καταστολή των πυρκαγιών, την αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών, όπως σεισμών, θεομηνιών, πλημμυρών κ.ά. και τη διάσωση ατόμων και περιουσιακών στοιχείων από τις αιτίες αυτές, για την επιτυχή άσκηση των οποίων απαιτείται αυξημένο επίπεδο μυικής δύναμης, ταχύτητας και αντοχής, κριτήρια τα οποία κατά τα διδάγματα της κοινής λογικής και πείρας, διαθέτουν, λόγω βιολογικών ιδιαιτεροτήτων, οι άνδρες. 3. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται και στους διαγωνισμούς που προκηρύχθηκαν πριν την ισχύ του παρόντος νόμου αλλά δεν ολοκληρώθηκαν». 
Εξάλλου, στο άρθρο 2 του πρ. δ/τος 170/1996 (Α΄, 131) ορίζεται ότι: «1. Για την αντιμετώπιση των υπηρεσιακών αναγκών σε προσωπικό των Υπηρεσιών του Πυροσβεστικού Σώματος προκηρύσσεται πανελλήνιος διαγωνισμός για την κάλυψη συγκεκριμένων θέσεων των Υπηρεσιών αυτού κατά πόλη. Ποσοστό μέχρι 10% του συνολικού αριθμού των θέσεων που προκηρύσσονται καλύπτεται από γυναίκες υποψήφιες. 2. . . . Πριν από την προκήρυξη του διαγωνισμού ο Αρχηγός του Πυροσβεστικού Σώματος με απόφασή του, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, ορίζει με γνώμονα τις υπηρεσιακές ανάγκες, πόσες από το σύνολο των κενών οργανικών θέσεων Πυροσβεστών Γενικών Υπηρεσιών κατά Κατηγορία θα καλυφθούν και σε ποιες Υπηρεσίες κατά πόλη . . . 3 . . .», ενώ στο άρθρο 3 ορίζει ότι: «1. Ο διαγωνισμός για την κατάταξη ιδιωτών, ως Δοκίμων Πυροσβεστών Γενικών Υπηρεσιών, προκηρύσσεται με απόφαση του Αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος. Στην απόφαση αυτή αναγράφονται. . . , οι θέσεις που θα καλυφθούν κατά φύλο, πόλη ή Κατηγορία ή ειδικότητα. . .» και στο άρθρο 7 ορίζει ότι: «1. Ο Αρχηγός του Πυροσβεστικού Σώματος μετά την ολοκλήρωση των εξετάσεων και διαδικασιών. . . με απόφασή του, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, κυρώνει τους πίνακες επιτυχόντων. . . 2. Μετά τη δημοσίευση των κυρωθέντων πινάκων επιτυχόντων, ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης, με 
απόφασή του που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, κατατάσσει στο Πυροσβεστικό Σώμα ονομαστικά και σύμφωνα με την σειρά επιτυχίας κατά κατηγορία και πόλη τον απαιτούμενο αριθμό επιτυχόντων. 3. . . . 4. . . . 5. Οι κατατασσόμενοι καλούνται να παρουσιασθούν στην Πυροσβεστική Ακαδημία, όπου δίδουν τον όρκο του Δημοσίου Υπαλλήλου ενώπιον του Διοικητή αυτής και στην συνέχεια αρχίζουν την προβλεπόμενη εκπαίδευσή τους. . .». Τέλος, στην παρ. 4 του ως άνω άρθρου 7, ορίζεται ότι «για τον υπολογισμό του αριθμού των επιτυχόντων που καλούνται για κατάταξη, λαμβάνονται υπόψη κατά φύλο, πόλη και κατηγορία και οι εκάστοτε ισχύουσες ευεργετικές διατάξεις, όπως οι διατάξεις περί πολυτέκνων, εθελοντών πυροσβεστών, οι οποίες ρητά ορίζονται κάθε φορά στην προκήρυξη του διαγωνισμού». Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 του π.δ/τος 53/1989 (Α΄ 26) «§1. Από τον αριθμό των δοκίμων που εισάγονται κάθε φορά στα Τμήματα της Πυροσβεστικής Σχολής, ποσοστό μέχρι 10% συνολικά καλύπτεται από τις παρακάτω κατηγορίες υποψηφίων με βάση τη σειρά επιτυχίας στο διαγωνισμό α) πολύτεκνοι και τέκνα πολυτέκνων β) τέκνα αναπήρων και θυμάτων πολέμου. . . γ) . . . δ) . . . §2. Κατά τον καθορισμό του αριθμού που αντιστοιχεί στο ποσοστό της προηγούμενης παραγράφου δεν λαμβάνονται υπόψη τα κλασματικά υπόλοιπα». 
5. Επειδή, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 2 του ν. 2713/1999, του πρ. δ/τος 170/1996 και του πρ. διατ/τος 53/1989, προκηρύχθηκε, με την υπ΄ αριθμ. 23468/Φ.300.2/28.5.1999 απόφαση του Αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος, διαγωνισμός για κατάταξη στο Πυροσβεστικό Σώμα χιλίων τετρακοσίων πενήντα (1.450) ιδιωτών ως δοκίμων πυροσβεστών γενικών υπηρεσιών. Στην προκήρυξη ορίστηκε ο αριθμός των υπό κατάταξη γυναικών σε ποσοστό 5% «σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 2713/1999 και για τους λόγους που αναφέρονται στον νόμο αυτό» και προσαρτήθηκε πίνακας στον οποίο αναγράφεται η κατανομή των ανωτέρω θέσεων πυροσβεστικού προσωπικού κατά φύλο, πόλη, κατηγορία και ειδικότητα, ειδικώς δε για την πόλη της Θεσσαλονίκης, προκηρύχθηκαν, στην κατηγορία Α΄, 9 θέσεις ανδρών και 1 θέση γυναίκας. 
Εξάλλου, σύμφωνα με την παρ. 5 της προκηρύξεως, «από το συνολικό αριθμό των θέσεων που προκηρύσσονται κατά φύλο, πόλη και κατηγορία, ποσοστό: 1) 10% θα καλυφθεί από τους επιτυχόντες υποψηφίους που είναι πολύτεκνοι και τέκνα πολυτέκνων, τέκνα αναπήρων. . . 2) 4% από υποψηφίους που υπηρέτησαν ως εθελοντές πενταετούς υποχρεώσεως, 3) 20% από υποψηφίους που υπηρέτησαν ως εθελοντές πυροσβέστες. . . Όπου κατά τον καθορισμό του αριθμού που αντιστοιχεί για κάθε κατηγορία των ευεργετικών διατάξεων κατά πόλη δε συμπληρώνεται μονάδα ή προκύπτει κλασματικό υπόλοιπο πέραν της ακεραίας μονάδας αυτό δεν λαμβάνεται υπόψη. Σε όποια πόλη αναλογεί, (στο σύνολο των θέσεων αυτής), μία θέση για υποψήφιο ευεργετικής διάταξης, η θέση καλύπτεται, κατά προτεραιότητα, από υποψήφιο της κατηγορίας που προκύπτει μεγαλύτερο κλασματικό υπόλοιπο. . .». 
6. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων, του άρθρου 7 παρ. 4 του πρ. δ/τος 170/1996 και του άρθρου 2 παρ. 1 και 2 του πρ. δ/τος 53/1989, όπως αυτή συνάγεται από την σαφή γραμματική τους διατύπωση και την συστηματική ερμηνεία τους, αλλά και όπως προκύπτει από την κατ΄ εφαρμογή αυτών συνταγείσα, και δεσμευτική, κατ΄ αρχήν, για την διεξαγωγή του διαγωνισμού, προκήρυξη, το ποσοστό των υποψηφίων που εισάγεται στα Τμήματα της Πυροσβεστικής Σχολής με βάση τις ευεργετικές διατάξεις (πρ. δ/γμα 53/1989) υπολογίζεται επί του συνολικού αριθμού των θέσεων που προκηρύσσεται κατά φύλο, πόλη και κατηγορία και όχι με βάση τον αριθμό θέσεων που προκηρύσσεται κατά πόλη και κατηγορία. Όθεν, εφόσον για την πόλη της Θεσσαλονίκης και για την κατηγορία Α΄, για την οποία έθεσε υποψηφιότητα ο εκκαλών, προκηρύχθηκαν εννέα θέσεις ανδρών και μία θέση γυναίκας, βάση υπολογισμού για το ποσοστό υποψηφίων που εισάγεται με τις ευεργετικές διατάξεις είναι ο αριθμός εννέα. Δεδομένου δε ότι κατά τον υπολογισμό του 10% επί των εννέα αυτών θέσεων προκύπτει κλασματικό υπόλοιπο μικρότερο της ακεραίας μονάδος (9x10% <1) για την κατηγορία Α στην πόλη της Θεσσαλονίκης δεν αντιστοιχεί καμμία θέση ευεργετουμένης κατηγορίας (θέση τέκνου πολυτέκνου). Επομένως, για την επίλυση της παρούσης διαφοράς παρίσταται λυσιτελής η εξέταση του παραπεμφθέντος στην Ολομέλεια ζητήματος της συνταγματικότητας ή μη της διατάξεως του άρθρου 12 παρ. 2 του ν. 2713/1999. Κατά τη γνώμη όμως των Συμβούλων, Ε. Γαλανού, Γ. Παπαμεντζελόπουλου, Δ. Πετρούλια, Ε. Σαρπ, Γ. Παπαγεωργίου, Αικ. Χριστοφορίδου, Γ. Ποταμιάς, Ι. Ζόμπολα, Σπ. Χρυσικοπούλου και Β. Καλαντζή, με την οποία συνετάχθη και ο Πάρεδρος Δ. Εμμανουηλίδης, από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι το ποσοστό των υποψηφίων που εισάγεται με βάση τις ευεργετικές διατάξεις (πρ. δ/γμα 53/1989) υπολογίζεται επί του συνολικού αριθμού των θέσεων που προκηρύσσεται κατά πόλη και κατηγορία. Όθεν, εφόσον για την πόλη της Θεσσαλονίκης και για την κατηγορία Α, για την οποία έθεσε υποψηφιότητα ο εκκαλών, προκηρύχθηκαν συνολικά δέκα θέσεις (εννέα ανδρών και μία γυναίκας) βάση υπολογισμού για το ποσοστό υποψηφίων που εισάγεται με τις ευεργετικές διατάξεις είναι ο αριθμός 10. Δεδομένου δε ότι από τον υπολογισμό του 10% επί των δέκα αυτών θέσεων προκύπτει ακεραία μονάδα (10x10%=1), για την κατηγορία Α στην πόλη της Θεσσαλονίκης αντιστοιχεί μία θέση ευεργετουμένης κατηγορίας (θέση τέκνου πολυτέκνου). Επομένως, κατά την μειοψηφήσασα αυτή γνώμη, η Διοίκηση κατ΄ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων δεν υπολόγισε το ποσοστό υποψηφίων που εισάγεται με τις ευεργετικές διατάξεις για την πόλη της Θεσσαλονίκης και για την κατηγορία Α επί των δέκα θέσεων, οπότε θα προέκυπτε μία θέση ευεργετουμένης κατηγορίας, που είναι η κατηγορία πολυτέκνων, την οποία, σύμφωνα με τον πίνακα επιτυχόντων, θα κατελάμβανε ο εκκαλών. Παρέλκει δε εν προκειμένω, κατά την μειοψηφήσασα αυτή γνώμη, για την επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς, η εξέταση του ζητήματος της συνταγματικότητας ή μη της διατάξεως του άρθρου 12 παρ. 2 του ν. 2713/1999. 
7. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση ο εκκαλών, μεταξύ άλλων, προβάλλει ότι η Διοίκηση έπρεπε να καταρτίσει ενιαίο πίνακα χωρίς διάκριση λόγω φύλου και οι υποψήφιοι έπρεπε να κατατάσσονται με βάση τη βαθμολογία τους και μόνο και ότι οι διατάξεις που προβλέπουν διαφορετικούς πίνακες ανδρών και γυναικών παραβιάζουν την ειδικότερη συνταγματική αρχή της ισότητας των φύλων. Ο ισχυρισμός αυτός του εκκαλούντος έχει την έννοια ότι η διάταξη του άρθρου 12 παρ. 2 του ν. 2713/1999 που ορίζει ότι «στο συνολικό αριθμό θέσεων που προκηρύσσονται στις Σχολές της Πυροσβεστικής Ακαδημίας του Πυροσβεστικού Σώματος ποσοστό μέχρι και 10% καλύπτεται από γυναίκες υποψήφιες. . .» καθώς και οι αντίστοιχες διατάξεις του πρ. δ/τος 170/1996 και της υπ΄ αριθμ. 23468/Φ.300.2/28-5-1999 αποφάσεως του Αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος, καθ΄ ό μέρος προβλέπουν την κατανομή των θέσεων που προκηρύσσονται κατά φύλο, ανά πόλη και κατηγορία και την κατάρτιση χωριστών πινάκων επιτυχόντων για άνδρες και γυναίκες, ανά πόλη και κατηγορία, θεσπίζουν δυσμενή διάκριση με κριτήριο το φύλο και ως εκ τούτου αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ. 2 και 116 παρ. 2 του Συντάγματος. 
8. Επειδή, οι συνταγματικές διατάξεις για την ισότητα των φύλων επιτάσσουν στον νομοθέτη την ισότιμη αντιμετώπιση προσώπων διαφορετικού φύλου και απαγορεύουν, κατ΄ αρχήν, κάθε διάκριση εις βάρος ενός από τα δύο φύλα. Έχουν δε τεθεί από τον συντακτικό νομοθέτη με σκοπό να παρέχεται στους εκπροσώπους του φύλου, που εκάστοτε φέρεται ως αδικούμενο από νομοθετικές ρυθμίσεις ή διοικητικές πρακτικές, η δυνατότητα να επιτυγχάνουν την άρση των παρατηρουμένων ανισοτήτων και την διόρθωση αποκλίσεων από την επιτασσόμενη από το Σύνταγμα ισότιμη μεταχείριση και όχι, βεβαίως, την επίτασή τους. Φορέας, δηλαδή, του οικείου ατομικού δικαιώματος είναι μόνον εκείνος που ανήκει στο εκάστοτε φερόμενο ως τιθέμενο σε μειονεκτική θέση φύλο, μόνος δε αυτός δικαιούται, ως εκ τούτου, να επικαλείται αντίστοιχες παραβιάσεις. Δεν είναι, επομένως, νοητή η επίκληση παραβιάσεως της αρχής αυτής από ανήκοντα στο ωφελούμενο από φερόμενη ως αντισυνταγματική διάταξη φύλο, εφ΄ όσον συνέπεια της παραδοχής του σχετικού ισχυρισμού θα είναι η αναγνώριση επί πλέον πλεονεκτήματος σε ανήκοντα στο φύλο αυτό, εις βάρος, ενδεχομένως, ανήκοντα στο φερόμενο ως αδικούμενο φύλο. Συνεπώς, δεν προβάλλεται παραδεκτώς από άρρενα υποψήφιο σε διαγωνισμό προς κατάληψη δημοσίας θέσεως ισχυρισμός, κατά τον οποίο οι διέπουσες τις προϋποθέσεις προς κατάληψη της σχετικής θέσεως νομοθετικές διατάξεις είναι αντίθετες προς την συνταγματική αρχή της ισότητος των φύλων, ως θεσπίζουσες δυσμενή ρύθμιση εις βάρος των γυναικών υποψηφίων, έστω και αν έμμεση συνέπεια της παραδοχής του ανωτέρω ισχυρισμού είναι η εξ αντανακλάσεως ωφέλεια του προβάλλοντος τον ισχυρισμό, εις βάρος, μάλιστα, ενδεχομένως, γυναίκας υποψηφίου. Στην προκειμένη περίπτωση, ο εκκαλών είναι άρρην υποψήφιος στον οικείο διαγωνισμό, βάση δε του προβαλλομένου από αυτόν παραπόνου εις βάρος των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού είναι η, κατ΄ επίκληση άλλης συνταγματικής διατάξεως, εκείνης του άρθρου 21 παρ. 1 του Συντάγματος, αιτίαση ότι αυτός, ως πολύτεκνος, έπρεπε να θεωρηθεί ως κατά παρέκκλιση επιτυχών στον διαγωνισμό. Προς υποστήριξη δε αυτού του βασικού παραπόνου προβάλλει ότι η υπέρ του εφαρμογή των υπέρ των γυναικών διατάξεων θα απέληγε, κατά τον τρόπο που περιεγράφη στην σκέψη 7, (με την κατανομή των θέσεων που προκηρύσσονται ανά πόλη και κατηγορία, χωρίς διάκριση φύλου και αντιστοίχως την κατάρτιση πινάκων επιτυχόντων ανά πόλη και κατηγορία χωρίς διάκριση φύλου), στον διορισμό του. Ούτε, όμως, ο ίδιος ούτε η νομική και πραγματική κατάσταση, στην οποία αυτός διατελεί, ή εκείνη, στην οποία επιδιώκει να παρέμβει για να τη διαμορφώσει με ευνοϊκό γι΄ αυτόν τρόπο, σχετίζονται, ως προς αυτόν, καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, με την αρχή της ισότητος των φύλων. Η κατά τον τρόπο, επομένως, αυτό προβολή του ανωτέρω ισχυρισμού δεν είναι παραδεκτή και ο ισχυρισμός αυτός, αναποδείκτως υποθετικώς, άλλωστε, προβαλλόμενος ως προς την επίτευξη του επιδιωκομένου από τον αιτούντα αποτελέσματος, εφ΄ όσον αυτό συναρτάται και από άλλες προϋποθέσεις (ανασύνταξη πινάκων, ύπαρξη άλλων ενδιαμέσων στην σειρά κατατάξεως πολυτέκνων ή γυναικών υποψηφίων), η συνδρομή των οποίων ουδόλως είναι αποδεδειγμένη, πρέπει να απορριφθεί. Ο Αντιπρόεδρος Μ. Βροντάκης και οι Σύμβουλοι Δημ. Πετρούλιας, Γ. Ποταμιάς, Ι. Ζόμπολας, Β. Γρατσίας και Α. Ντέμσιας, οι οποίοι μειοψήφησαν, διετύπωσαν την ακόλουθη γνώμη: το τιθέμενο εν προκειμένω προς επίλυση ζήτημα με την παραπεμπτική απόφαση είναι ζήτημα κύρους των κριθέντων ως εφαρμοστέων στην επίδικη περίπτωση και εφαρμοσθέντων από την Διοίκηση κατά την έκδοση των προσβαλλομένων πράξεων κανόνων δικαίου, από απόψεως συμβατού αυτών προς τις περί ισότητος των φύλων συνταγματικές διατάξεις. Οι συνταγματικές αυτές διατάξεις, όπως άλλωστε και οι λοιπές συνταγματικές διατάξεις που προβλέπουν περί των ατομικών δικαιωμάτων, δεν περιορίζονται σε μόνη την κατοχύρωση τούτων ως συνταγματικών δικαιωμάτων υπέρ των φορέων τους αλλά επί πλέον, πέραν της συνταγματικής κατοχυρώσεως των δικαιωμάτων τούτων, θεσπίζουν, ως αντικειμενικώς ισχύουσα για όλους ρύθμιση, μια ανταποκρινόμενη στο περιεχόμενό τους συνταγματική δικαιοταξία, ως έννομη τάξη υπερκείμενη, από απόψεως τυπικής ισχύος, της υπόλοιπης που συγκροτείται από τους λοιπούς κανόνες δικαίου, οι οποίοι ως εκ τούτου, για να είναι έγκυροι, επιβάλλεται να θεσπίζουν ρύθμιση συμβατή προς εκείνη των συνταγματικών διατάξεων. Εξ άλλου, τυχόν αντίθεση της ρυθμίσεως νόμου ή κανονιστικής πράξεως - κατά παρεμπίπτοντα έλεγχο του κύρους της προκειμένης εφαρμογής της - προς τη ρύθμιση συνταγματικής διατάξεως, γεγονός που κρίνεται αντικειμενικώς μετά από αντιπαραβολή του περιεχομένου των ρυθμίσεων τούτων, επάγεται ακυρότητα και εντεύθεν ανίσχυρον του εν λόγω υποδεεστέρου από απόψεως τυπικής ισχύος κανόνα δικαίου και τον καθιστά ανεφάρμοστο. Αυτή δε η αντικειμενικώς διαγιγνωσκόμενη ακυρότητα του κανόνα τούτου, μη θεσπίζοντος έγκυρη ρύθμιση, είναι απόλυτη, ισχύουσα έναντι πάντων και δυναμένη να τύχει επικλήσεως παρά πάντων προς αποκλεισμό της εφαρμογής του, λαμβάνεται δε υπόψη αυτεπαγγέλτως από τον δικαστή, όταν καλείται σε συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμόσει τον κανόνα τούτο, ως διέποντα την ένδικη σχέση. Δεν προαπαιτείται δηλαδή προς τούτο επίκληση της αντισυνταγματικότητας του κανόνα τούτου εκ μέρους εκείνου που είναι φορέας συνταγματικώς κατοχυρουμένου δικαιώματος, ως εάν η ακυρότητα του κανόνα τούτου λόγω αντιθέσεώς του προς συνταγματική διάταξη που κατοχυρώνει ατομικό δικαίωμα ήταν σχετική και όχι απόλυτη. Την αυτεπάγγελτη άλλωστε εξέταση της συνταγματικότητας και τον συνακόλουθο αποκλεισμό της εφαρμογής νόμου που διαγιγνώσκεται ότι αντιβαίνει στο Σύνταγμα ρητώς επιβάλλει στο δικαστή η διάταξη του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγματος. Επομένως, στην επίδικη περίπτωση, η εξέταση της προβαλλομένης εκ μέρους του εκκαλούντος αντισυνταγματικότητας της επίμαχης ρυθμίσεως - που έτυχε εν προκειμένω εφαρμογής από την Διοίκηση κατά την έκδοση των προσβαλλομένων πράξεων- ως μη συμβατής προς τις συνταγματικές διατάξεις που κατοχυρώνουν την ισότητα των φύλων ουδόλως αποκλείεται και παύει να είναι επιβεβλημένη κατά το άρθρο 93 παρ. 4 Συντ. εκ του γεγονότος ότι εκείνος που προβάλλει αυτή την αντισυνταγματικότητα της επίμαχης ρυθμίσεως για να αποκλείσει εν προκειμένω την – βλαπτική για αυτόν - εφαρμογή της, συμβαίνει να είναι άνδρας. 
9. Επειδή, μετά την επίλυση του ζητήματος που παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια, η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στο Γ΄ Τμήμα για την περαιτέρω εκδίκασή της. 
Διά ταύτα 
Επιλύει το ζήτημα που παραπέμφθηκε, σύμφωνα με το αιτιολογικό, και 
Αναπέμπει την υπόθεση στο Γ΄ Τμήμα για την περαιτέρω εκδίκασή της. 
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου και 7 Απριλίου 2009 
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 9ης Οκτωβρίου 2009.