ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ

https://nomothesia.isotita.gr/
Εκτύπωση
Ημερομηνία
04 / 10 / 2001
Νόμος / διάταξη που αφορά
Οδηγία 92/85/ΕΟΚ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Εγκυμονούσες εργαζόμενες

 

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα) της 4ης Οκτωβρίου 2001

Στην υπόθεση C-438/99,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Juzgado de lo Social Único de Algeciras (Ισπανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ MariaLuisaJiménezMelgarκαι AyuntamientodeLosBarrios, η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 10 της οδηγίας 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων (δέκατης ειδικής οδηγίας κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (ΕΕ L 348, σ. 1),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. La Pergola, πρόεδρο τμήματος, M. Wathelet (εισηγητή), P. Jann, L. Sevón και C. W. A. Timmermans, δικαστές,  γενικός εισαγγελέας: A. Tizzano γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,

λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

-    η Jiménez Melgar, εκπροσωπούμενη από τον J. R. Pérez Perea, abogado,

-    η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τη M. López-Monís Gallego,

-    η Ιρλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον L. A. Farrell, επικουρούμενο από την N. Hyland, BL,

-    η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενη από τον M. A. Fierstra,

-    η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τις H. Michard και I. Martínez del Peral,

έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,

αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Jiménez Melgar, της Ισπανικής Κυβερνήσεως, της Ιρλανδικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 29ης Μαρτίου 2001,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Ιουνίου 2001,

εκδίδει την ακόλουθη Απόφαση

1.    Με διάταξη της 10ης Νοεμβρίου 1999, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 17 Νοεμβρίου 1999, το Juzgado de lo Social Único de Algeciras υπέβαλε στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 10 της οδηγίας 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων (δέκατης ειδικής οδηγίας κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (ΕΕ L 348, σ. 1).

2.    Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Jiménez Melgar και του πρώην εργοδότη της, του Ayumtamiento de Los Barrios (Δήμου του Los Barrios, στο εξής: δήμος), κατόπιν της μη ανανεώσεως της συμβάσεως εργασίας της ορισμένου χρόνου.

Το νομικό πλαίσιο

Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση

3.    Η οδηγία 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/02, σ. 70), προβλέπει, στο άρθρο 3, παράγραφος 1:

«Η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, όσον αφορά τους όρους, συμπεριλαμβανομένων και των κριτηρίων επιλογής, προσβάσεως σε απασχολήσεις, σε θέσεις εργασίας, ανεξάρτητα από τομέα ή κλάδο δραστηριότητος, και για όλες τις βαθμίδες της επαγγελματικής ιεραρχίας.»

4.    Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας:

«Η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, όσον αφορά τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των όρων απολύσεως, συνεπάγεται την εξασφάλιση σε άνδρες και γυναίκες των αυτών όρων, χωρίς διάκριση βασιζόμενη στο φύλο.»

5.    Η οδηγία 92/85 αποβλέπει, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με τη δέκατη πέμπτη αιτιολογική της σκέψη, στην προστασία των εγκύων, λεχώνων ή γαλουχουσών εργαζομένων κατά του κινδύνου απολύσεως για λόγους που σχετίζονται με την κατάστασή τους, πράγμα που μπορεί να έχει ζημιογόνες επιπτώσεις στην ψυχική και φυσική τους κατάσταση.

6.    Συνεπώς, το άρθρο 10 της οδηγίας 92/85 προβλέπει:

«Προκειμένου να εξασφαλισθεί στις εργαζόμενες γυναίκες, κατά την έννοια του άρθρου 2, η άσκηση των δικαιωμάτων προστασίας της ασφάλειας και της υγείας τους, τα οποία αναγνωρίζονται στο παρόν άρθρο, προβλέπεται ότι:

1)    τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα μέτρα που απαιτούνται προκειμένου να απαγορευθεί η απόλυση των εργαζομένων γυναικών, κατά την έννοια του άρθρου 2, επί διάστημα εκτεινόμενο από την αρχή της εγκυμοσύνης τους ως το τέλος της άδειας μητρότητας [...], εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις που δεν συνδέονται με την κατάστασή τους και γίνονται δεκτές από τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές και, ενδεχομένως, εφόσον το εγκρίνει η αρμόδια αρχή·

2)     σε περίπτωση που απολυθεί εργαζόμενη γυναίκα, κατά την έννοια του άρθρου 2, κατά το διάστημα που προβλέπεται στο σημείο 1, ο εργοδότης πρέπει να δικαιολογήσει δεόντως την απόλυση γραπτώς·

3)     τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα μέτρα που απαιτούνται για να προστατευθούν οι εργαζόμενες γυναίκες, κατά την έννοια του άρθρου 2, από τις επιπτώσεις απόλυσης, η οποία είναι παράνομη δυνάμει του σημείου 1.»

7.    Κατά το άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85, τα κράτη μέλη όφειλαν να θεσπίσουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν με την εν λόγω οδηγία το αργότερο δύο έτη μετά την έκδοσή της, δηλαδή στις 19 Οκτωβρίου 1994.

Οι εθνικές διατάξεις

8.    Το άρθρο 14 του ισπανικού Συντάγματος, της 27ης Δεκεμβρίου 1978, καθιερώνει την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω φύλου, ορίζοντας τα εξής:

«Οι Ισπανοί είναι ίσοι ενώπιον του νόμου χωρίς καμία διάκριση λόγω γεννήσεως, φυλής, φύλου, θρησκείας, πεποιθήσεως ή οποιασδήποτε άλλης προϋποθέσεως ή προσωπικής ή κοινωνικής περιστάσεως.»

9.    Το άρθρο 55, παράγραφοι 5 και 6, του Estatuto de los Trabajadores (κώδικας περί των εργαζομένων) προβλέπει όσον αφορά την απόλυση:

«5.    Είναι άκυρη οποιαδήποτε απόλυση που γίνεται για λόγους δυσμενούς διακρίσεως απαγορευομένους από το Σύνταγμα ή τον νόμο, ή που συνιστά προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων και δημοσίων ελευθεριών που αναγνωρίζονται στους εργαζομένους.

6.    Η ακυρότητα της απολύσεως έχει ως αποτέλεσμα την άμεση επαναπρόσληψη του εργαζομένου, με καταβολή των μη εισπραχθέντων μισθών.»

10.    Τα άρθρα 108, παράγραφος 2, στοιχείο d, και 113, παράγραφος 1, του Ley de Procedimiento Laboral (δικονομικού νόμου στον τομέα του εργατικού δικαίου) επαναλαμβάνουν αντιστοίχως, με όρους σχεδόν πανομοιότυπους, τη διατύπωση των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 55 του Estatuto de los Trabajadores. Εξάλλου, το άρθρο 96 του εν λόγω νόμου ορίζει:

«Στις υποθέσεις στις οποίες, από τους ισχυρισμούς του ενάγοντος δύναται να συναχθεί η ύπαρξη τεκμηρίων δυσμενούς διακρίσεως λόγω φύλου, εναπόκειται στον αντίδικο να παράσχει αντικειμενική και εύλογη αιτιολογία, στηριζόμενη σε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ως προς τα θεσπισθέντα μέτρα και την αναλογικότητά τους.»

11.    Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι, κατά τον χρόνο των περιστατικών της κύριας δίκης, η οδηγία 92/85 δεν είχε ακόμη μεταφερθεί στην ισπανική έννομη τάξη.

12.    Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο νόμος 33/1999, της 5ης Νοεμβρίου 1999, para promover la Conciliación de la Vida familiar y laboral de las Personas trabajadoras (λήψη μέτρων για τη διευκόλυνση της οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής των εργαζομένων), της 5ης Νοεμβρίου 1999, επέφερε τροποποιήσεις, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 55 του Estatuto de los Trabajadores (ΒΟΕ αριθ. 266, της 6ης Νοεμβρίου 1999).

13.    Το νέο άρθρο 55, παράγραφος 5, του Estatuto de los Trabajadores έχει ως εξής:

«Είναι άκυρη οποιαδήποτε απόλυση που γίνεται για λόγους δυσμενούς διακρίσεως απαγορευομένους από το Σύνταγμα ή τον νόμο ή που συνιστά προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων και δημοσίων ελευθεριών που αναγνωρίζονται στους εργαζομένους.

Η απόλυση είναι επίσης άκυρη στις εξής περιπτώσεις:

Η απόλυση του εργαζομένου κατά τη διάρκεια της περιόδου αναστολής της συμβάσεως εργασίας για λόγους μητρότητας, κινδύνου κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης [...] ή όταν η απόλυση κοινοποιείται σε ημερομηνία περιλαμβανόμενη στην προθεσμία προειδοποιήσεως που λήγει εντός της περιόδου αυτής.

Η απόλυση εγκύων εργαζομένων, από την ημέρα ενάρξεως της εγκυμοσύνης έως την ημέρα ενάρξεως της περιόδου αναστολής που ορίζει το προηγούμενο εδάφιο [...].

Τα οριζόμενα στις προηγούμενες παραγράφους έχουν εφαρμογή εκτός αν, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η απόφαση περί απολύσεως κριθεί έγκυρη για λόγους άσχετους προς την εγκυμοσύνη [...]».

14.    Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι οι διατάξεις αυτές δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη στην υπόθεση της κύριας δίκης, βάσει της αρχής της μη αναδρομικότητας του νόμου.

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

15.    Το Ιούνιο του 1998, η Jiménez Melgar προσελήφθη από τον δήμο, ως μισθωτή εργαζομένη, προς εκτέλεση καθηκόντων οικιακής βοηθού για συνταξιούχους χωρίς οικογένεια, με εργάσιμο χρόνο είκοσι ώρες εβδομαδιαίως. Η σύμβαση, συναφθείσα αρχικά για διάρκεια τριών μηνών, ανανεώθηκε δύο φορές, έως και τις 2 Δεκεμβρίου 1998.

16.    Στις 3 Δεκεμβρίου 1998, συνήφθη μεταξύ του δήμου και της Jiménez Melgar νέα σύμβαση ορισμένου χρόνου και με μειωμένο ωράριο, με σκοπό την παροχή βοήθειας για τις οικιακές εργασίες και τη φροντίδα παιδιών σχολικής ηλικίας κατά τις σχολικές διακοπές Δεκεμβρίου 1998/Ιανουαρίου 1999 για οικογένειες που αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσχέρειες. Η σύμβαση αυτή, η οποία δεν περιελάμβανε ημερομηνία λήξεως, έλαβε τέλος στις 2 Φεβρουαρίου 1999.

17.    Μια τρίτη σύμβαση ορισμένου χρόνου και με μειωμένο ωράριο συνήφθη στις 3 Φεβρουαρίου 1999 με αντικείμενο τη φροντίδα και βοήθεια κατ' οίκον για παιδιά που αντιμετώπιζαν δυσχέρειες στη μετακίνησή τους προς το σχολείο, κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους 1998/1999. Η σύμβαση αυτή, η οποία επίσης δεν περιελάμβανε ημερομηνία λήξεως, έλαβε τέλος στις 2 Μα.ου 1999.

18.    Στις 3 Μα.ου 1999, η Jiménez Melgar υπέγραψε τέταρτη σύμβαση ορισμένου χρόνου με μειωμένο ωράριο προς εκτέλεση υπηρεσίας «κατ' οίκον παροχής βοηθείας στις πολυμελείς οικογένειες που αντιμετώπιζαν δυσχέρειες στην παρακολούθηση των τέκνων τους προσχολικής ηλικίας, για τη μετακίνησή τους προς τα δημόσια σχολεία της περιοχής τους, κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους 1998/1999». .πως και οι προηγούμενες, η σύμβαση αυτή δεν περιελάμβανε ημερομηνία λήξεως. Ωστόσο, στις 12 Μα.ου 1999, η Jiménez Melgar έλαβε έγγραφο του δήμου που έχει ως εξής:

«[Σ]ύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στη σύμβασή σας, αυτή θα λήξει στις 2 Ιουνίου 1999. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της νόμιμης προθεσμίας προειδοποιήσεως για τη λήξη της συμβάσεώς σας, θα σας γνωστοποιήσουμε τη δυνατότητα, αν υπάρχει τέτοια, παρατάσεως ή ανανεώσεως της συμβάσεως, οπότε οφείλεται να εμφανιστείτε στα γραφεία προσωπικού προκειμένου να προβείτε, στην περίπτωση αυτή, στην υπογραφή της αντίστοιχης παρατάσεως ή ανανεώσεως πριν τις 2 προσεχούς Ιουνίου ή να εισπράξετε τα ποσά που δικαιούστε λόγω της λήξεως της συμβάσεώς σας εργασίας [...].»

19.    Η φρασεολογία του εγγράφου αυτού ήταν ταυτόσημη με εκείνη των εγγράφων που είχαν απευθυνθεί προηγουμένως στη Jiménez Melgar για να της ανακοινώσουν τη λήξη των τριών προηγούμενων συμβάσεων.

20.    Στο μεταξύ, η κατάσταση εγκυμοσύνης της Jiménez Melgar ανακοινώθηκε στον δήμο, όμως η ακριβής ημερομηνία της ανακοινώσεως αυτής δεν προκύπτει από τον φάκελο. Το τέκνο γεννήθηκε στις 16 Σεπτεμβρίου 1999.

21.    Αφού η σύμβαση εργασίας της Jiménez Melgar έληξε στις 2 Ιουνίου 1999, επομένως, κατά την ημερομηνία αυτή τερματίστηκε η σχέση εργασίας μεταξύ της τελευταίας και του δήμου.

22.    Στις 7 Ιουνίου 1999, πραγματοποιήθηκε συνάντηση με τη Jiménez Melgar προκειμένου να ανανεωθεί η σχέση εργασίας της με την υπογραφή πέμπτης συμβάσεως εργασίας με μειωμένο ωράριο για την αντικατάσταση, κατά τη διάρκεια των διακοπών, μισθωτών της κατηγορίας των κατ' οίκον βοηθών. Η σύμβαση αυτή έπρεπε να αρχίσει να ισχύει από τις 3 Ιουνίου. Ωστόσο, η Jiménez Melgar αρνήθηκε να την υπογράψει και, την επομένη της συναντήσεως αυτής, απέστειλε στον δήμο επιστολή διαμαρτυρίας με την οποία ισχυρίστηκε ότι η προηγούμενη σύμβασή της με τον δήμο δεν είχε λήξει, καθόσον αυτή είχε απολυθεί κατά τρόπο που συνιστούσε δυσμενή διάκριση και προσβολή των θεμελιωδών της δικαιωμάτων. Κατά συνέπεια, κατ' αυτήν, δεν έπρεπε να υπογραφεί νέα σύμβαση, αλλά απλώς να επανενταχθεί στη θέση εργασίας της.

23.    Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, η Jiménez Melgar άσκησε αγωγή κατά του δήμου ενώπιον του Juzgado de lo Social Único de Algeciras.

24.    Το τελευταίο, μολονότι επιφυλάχθηκε να εξετάσει ενδεχομένως τούτο αργότερα, δεν εξέτασε το ζήτημα αν, ενόψει του ισπανικού δικαίου, η σχέση εργασίας που συνέδεε τη Jiménez Melgar με τον δήμο έπρεπε να θεωρηθεί ως αορίστου χρόνου, λαμβανομένων υπόψη των εν προκειμένω περιστάσεων και, ειδικότερα, της διαχρονικής συνέχειας και της ομοιογένειας της εκτελούμενης εργασίας. Αντιθέτως, εξέτασε την ενδεχόμενη ύπαρξη δυσμενούς διακρίσεως λόγω φύλου θέτοντας το ζήτημα αν η απόλυση αιτιολογήθηκε από την κατάσταση εγκυμοσύνης της ενάγουσας της κύριας δίκης. Ειδικότερα, το εθνικό δικαστήριο διατύπωσε αμφιβολίες σχετικά με την απευθείας εφαρμογή και το περιεχόμενο του άρθρου 10 της οδηγίας 92/85.

25.    Ενόψει των σκέψεων αυτών, το Juzgado de lo Social Único de Algeciras αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:

«1)    Είναι το άρθρο 10 της οδηγίας 92/85/ΕΟΚ αρκούντως σαφές, συγκεκριμένο και ανεπιφύλακτο ώστε να αναπτύσσει άμεσο αποτέλεσμα;

2)    Ορίζοντας ότι ”τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα μέτρα που απαιτούνται προκειμένου να απαγορευθεί η απόλυση των εργαζομένων γυναικών [...] [εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών] επί διάστημα εκτεινόμενο από την αρχή της εγκυμοσύνης τους ως το τέλος της άδειας μητρότητας [...], εκτόςαπό εξαιρετικές περιπτώσεις που δεν συνδέονται με την κατάστασή τους”, το άρθρο 10 της οδηγίας υποχρεώνει τα κράτη μέλη να ορίζουν με συγκεκριμένες και ρητές διατάξεις τους λόγους για τους οποίους μπορεί να απολυθεί έγκυος, λεχώνα ή γαλουχούσα γυναίκα, θεσπίζοντας στην εθνική τους νομοθεσία, παράλληλα προς το γενικό καθεστώς λύσεως της συμβάσεως εργασίας, άλλο ειδικό καθεστώς, κατά παρέκκλιση και περιορισμένης ισχύος, για εκείνες τις περιπτώσεις στις οποίες η εργαζομένη είναι έγκυος, λεχώνα ή γαλουχούσα;

3)    Τι επίπτωση έχει το άρθρο 10 της οδηγίας στην εκ μέρους του εργοδότη μη ανανέωση - υπό περιστάσεις ίδιες με εκείνες των προγενεστέρων συμβάσεων - συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου εργαζομένης εγκύου γυναίκας; Επηρεάζει το άρθρο 10 της οδηγίας την προστασία της εργαζομένης εγκύου γυναίκας στο πλαίσιο της σχέσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, και σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, πώς, υπό ποιες παραμέτρους και σε ποιο βαθμό;

4)    .ταν το άρθρο 10 της οδηγίας ορίζει ότι η απόλυση εγκύου, λεχώνας ή γαλουχούσας εργαζομένης μπορεί να πραγματοποιηθεί, ”ενδεχομένως, εφόσον τοεγκρίνει η αρμόδια αρχή” νοείται ότι η οδηγία επιβάλλει όπως η απόλυση εγκύου, λεχώνας ή γαλουχούσας εργαζομένης πραγματοποιείται μόνον κατόπιν ειδικής διαδικασίας κατά την οποία η αντίστοιχη αρμόδια αρχή παρέχει προηγουμένως την έγκρισή της για την απόλυση την οποία ζητεί ο εργοδότης;»

Επί του παραδεκτού της προδικαστικής παραπομπής

26.    Η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή αμφιβάλλουν ως προς το λυσιτελές των προδικαστικών ερωτημάτων για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης. Πράγματι, αφενός, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις της διαφοράς, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να χαρακτηρίσει εκ νέου τη σχέση εργασίας μεταξύ της Jiménez Melgar και του δήμου ως σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, οπότε η πραγματοποιηθείσα απόλυση θα ήταν παράνομη ενόψει του εσωτερικού δικαίου.

27.    Αφετέρου, έστω και αν υποτεθεί ότι αποδεικνύεται ότι η απόλυση της Jiménez Melgar αιτιολογήθηκε από την κατάσταση εγκυμοσύνης της - πράγμα που, κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, δεν είναι καθόλου βέβαιο δεδομένου ότι ο δήμος, μετά τη διακοπή της τελευταίας συμβάσεως βάσει της οποίας είχε απασχοληθεί η ενάγουσα της κύριας δίκης, πρότεινε αμέσως στην τελευταία να υπογράψει νέα σύμβαση -, το εθνικό δίκαιο θα παρείχε τη δυνατότητα, χωρίς να είναι αναγκαία η επίκληση της οδηγίας 92/85, να προστατευθεί η ενδιαφερόμενη εξασφαλίζοντας σ' αυτήν την επανένταξή της στη θέση εργασίας της και να καταδικαστεί ο δήμος στην πληρωμή των μη εισπραχθέντων μισθών.

28.    Συναφώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, κατά πάγια νομολογία, απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρειτην ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman, Συλλογή 1995, σ. Ι-4921, σκέψη 59). Ωστόσο, το Δικαστήριο έκρινε ότι αδυνατεί να απαντήσει σε προδικαστικό ερώτημα υποβληθέν από εθνικό δικαστήριο όταν προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία ή η εκτίμηση του κύρους ενός κοινοτικού κανόνα που ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως και το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (βλ. αποφάσεις Bosman, προπαρατεθείσα, σκέψη 61, και της 13ης Ιουλίου 2000, C-36/99, Idéal tourisme, Συλλογή 2000, σ. Ι-6049, σκέψη 20).

29.    Εν προκειμένω, όμως, τίποτε στην διάταξη περί παραπομπής δεν επιτρέπει τον ισχυρισμό ότι τα προδικαστικά ερωτήματα, για τη χρησιμότητα των οποίων το εθνικό δικαστήριο παρέσχε άλλωστε εξηγήσεις, είναι προφανώς υποθετικά ή δεν έχουν σχέση με το υποστατό και το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης.

30.    Επομένως, πρέπει να δοθεί απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα.

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

Επί του πρώτου ερωτήματος

31.    Με το πρώτο του ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 10 της οδηγίας 92/85 μπορεί να αναπτύξει άμεσο αποτέλεσμα και πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι, ελλείψει μέτρων μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο ληφθέντων από κράτος μέλος εντός της προθεσμίας που επιβάλλει η οδηγία αυτή, παρέχει στους πολίτες δικαιώματα που αυτοί μπορούν να προβάλλουν ενώπιον εθνικού δικαστηρίου κατά των αρχών του κράτους αυτού.

32.    Συναφώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, κατά πάγια νομολογία, η απορρέουσα από οδηγία υποχρέωση των κρατών μελών να επιτύχουν το αποτέλεσμα που επιδιώκει η οδηγία αυτή, καθώς και το καθήκον που αυτά υπέχουν, από το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 10 ΕΚ), να λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση της υποχρεώσεως αυτής, επιβάλλονται σε όλες τις αρχές των κρατών μελών (αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1994, C-91/92, Faccini Dori, Συλλογή 1994, σ. Ι-3325, σκέψη 26, και της 4ης Μαρτίου 1999, C-258/97, HI, Συλλογή 1999, σ. Ι-1405, σκέψη 25) και, μεταξύ άλλων, στις αρχές της αυτοδιοικήσεως, όπως είναι οι Κοινότητες (αποφάσεις της 22ας Ιουνίου 1989, 103/88, Fratelli Costanzo, Συλλογή 1989, σ. 1839, σκέψη 32, και της 29ης Απριλίου 1999, C-224/97, Ciola, Συλλογή 1999, σ. Ι-2517, σκέψη 30).

33.    Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι διατάξεις του άρθρου 10 της οδηγίας 92/85 επιβάλλουν στα κράτη μέλη, ειδικότερα υπό την ιδιότητά τους ως εργοδοτών, συγκεκριμένες υποχρεώσεις οι οποίες δεν τους αφήνουν, προς εκτέλεση αυτών των υποχρεώσεων, κανένα περιθώριο εκτιμήσεως.

34.    Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 10 της οδηγίας 92/85 έχει άμεσο αποτέλεσμα και πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, ελλείψει μέτρων μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο ληφθέντων από κράτος μέλος εντός της προθεσμίας που επιβάλλει η οδηγία αυτή, παρέχει στους πολίτες δικαιώματα που αυτοί μπορούν να επικαλούνται ενώπιον εθνικού δικαστηρίου κατά των αρχών του κράτους αυτού.

Επί του δευτέρου ερωτήματος

35.    Με το δεύτερο ερώτημά του, το εθνικό δικαστήριο ερωτά ουσιαστικά αν, επιτρέποντας παρεκκλίσεις από την απαγόρευση απολύσεως των εγκύων, λεχώνων ή γαλουχουσών εργαζομένων στις περιπτώσεις «που δεν συνδέονται με την κατάστασή τους και γίνονται δεκτές από τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές», το άρθρο 10, σημείο 1, της οδηγίας 92/85 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να εξειδικεύσουν τις αιτίες απολύσεως των εργαζομένων αυτών.

36.    Συναφώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, κατά το άρθρο 10, σημείο 1, της οδηγίας 92/85 «τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα μέτρα που απαιτούνται προκειμένου να απαγορευθεί η απόλυση των εργαζομένων γυναικών [...] επί διάστημα εκτεινόμενο από την αρχή της εγκυμοσύνης τους ως το τέλος της άδειας μητρότητας [...] εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις που δεν συνδέονται με την κατάστασή τους και γίνονται δεκτές από τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές και, ενδεχομένως, εφόσον το εγκρίνει η αρμόδια αρχή».

37.    Από τη φρασεολογία της διατάξεως αυτής προκύπτει σαφώς ότι η οδηγία 92/85 δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να καταρτίσουν ειδικό κατάλογο των λόγων απολύσεως οι οποίοι, κατ' εξαίρεση, γίνονται δεκτοί έναντι των εγκύων, λεχώνων ή γαλουχουσών εργαζομένων. Ωστόσο, η εν λόγω οδηγία, η οποία περιέχει τα κατώτατα όρια μέτρων προστασίας, ουδόλως αποκλείει την ευχέρεια των κρατών μελών να διασφαλίζουν υψηλότερη προστασία στις εν λόγω εργαζόμενες γυναίκες, θεσπίζοντας για τις τελευταίες ειδικό καθεστώς ως προς τους λόγους απολύσεως.

38.    Επομένως, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, επιτρέποντας παρεκκλίσεις από την απαγόρευση απολύσεως των εγκύων, λεχώνων ή γαλουχουσών εργαζομένων στις περιπτώσεις «που δεν συνδέονται με την κατάστασή τους και γίνονται δεκτές από τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές», το άρθρο 10, σημείο 1, της οδηγίας 92/85 δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη να εξειδικεύουν τους λόγους απολύσεως αυτών των εργαζομένων γυναικών.

Επί του τρίτου ερωτήματος

39.    Με το τρίτο ερώτημά του, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 10 της οδηγίας 92/85 απαγορεύει την εκ μέρους του εργοδότη μη ανανέωση της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου της εγκύου εργαζομένης.

40.    Η Jiménez Melgar υποστηρίζει ότι η προστασία που απορρέει από το άρθρο 10 της οδηγίας 92/85 καλύπτει τις γυναίκες που συνδέονται με τον εργοδότη τους τόσο με σύμβαση αορίστου χρόνου όσο και με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Αντίθετη ερμηνεία της διατάξεως αυτής θα ισοδυναμούσε με δημιουργία δυσμενούς διακρίσεως ασυμβίβαστης προς τον στόχο της εν λόγω οδηγίας.

41.    Κατά την ίδια έννοια, η Επιτροπή προβάλλει ότι η μη ανανέωση συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, εφόσον αποδεικνύεται ότι οφείλεται σε λόγους συνδεόμενους με την εγκυμοσύνη, συνιστά επίσης άμεση δυσμενή διάκριση βασιζόμενη στο φύλο. Πράγματι, η μη ανανέωση μιας τέτοιας συμβάσεως θα ισοδυναμούσε με άρνηση προσλήψεως εγκύου γυναίκας, πράγμα που είναι σαφώς αντίθετο προς τα άρθρα 2 και 3 της οδηγίας 76/207, όπως επανειλημμένως έκρινε ήδη το Δικαστήριο (αποφάσεις της 8ης Νοεμβρίου 1990, C-177/88, Dekker, Συλλογή 1990, σ. Ι-3941, σκέψη 12, και της 3ης Φεβρουαρίου 2000, C-207/98, Mahlburbg, Συλλογή 2000, σ. Ι-549, σκέψεις 27 έως 30).

42.    Κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της σχέσεως εργασίας ορισμένης διάρκειας που λαμβάνει τέλος με την κανονική της λήξη, στην οποία το άρθρο 10 της οδηγίας 92/85 δεν έχει εφαρμογή, και εκείνης που λαμβάνει τέλος κατόπιν μονομερούς καταγγελίας εκ μέρους του εργοδότη, η οποία καλύπτεται από την προστασία που προβλέπει η εν λόγω οδηγία.

43.    Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η οδηγία 92/85 δεν διακρίνει, όσον αφορά το περιεχόμενο της απαγορεύσεως απολύσεως των εγκύων, λεχώνων ή γαλουχουσών, αναλόγως της διάρκειας της σχέσεως εργασίας. Αν ο κοινοτικός νομοθέτης είχε θελήσει να εξαιρέσει από το πεδίο εφαρμογής των εν λόγω οδηγιών τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες αντιπροσωπεύουν σημαντικό τμήμα των σχέσεων εργασίας, θα το είχε διευκρινίσει ρητώς (απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2001, C-109/00, Tele Danmark, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 33).

44.    Επομένως, είναι προφανές ότι η απαγόρευση απολύσεως που διαλαμβάνει το άρθρο 10 της οδηγίας 92/85 έχει εφαρμογή τόσο στις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου όσο και στις συναφθείσες για αόριστο χρόνο.

45.    Είναι επίσης προφανές ότι η μη ανανέωση μιας συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά την προβλεπόμενη λήξη της ισχύος της, δεν μπορεί να εξομοιωθεί με απόλυση και, ως τέτοια, δεν μπορεί να είναι αντίθετη προς το άρθρο 10 της οδηγίας 92/85.

46.    Πάντως, όπως παρατήρησαν τόσο ο γενικός εισαγγελέας, στο σημείο 50 των προτάσεών του, όσο και η Επιτροπή, υπό ορισμένες περιστάσεις, η μη ανανέωση μιας συμβάσεως ορισμένου χρόνου μπορεί να αναλυθεί ως άρνηση προσλήψεως. Κατά πάγια όμως νομολογία, η άρνηση προσλήψεως εργαζόμενης γυναίκας, η οποία ωστόσο κρίθηκε ικανή να ασκεί τη δραστηριότητα για την οποία πρόκειται, λόγω της καταστάσεως της εγκυμοσύνης της συνιστά άμεση δυσμενή διάκριση βασιζόμενη στο φύλο, αντίθετη προς τα άρθρα 2, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207 (προπαρατεθείσες αποφάσεις Dekker, σκέψη 12, και Mahlburg, σκέψη 20). Στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να εξακριβώσει αν η μη ανανέωση της συμβάσεως εργασίας, όταν αυτή εντάσσεται σε μια διαδοχή συμβάσεων ορισμένης διάρκειας, όντως αιτιολογήθηκε από την κατάσταση εγκυμοσύνης της εργαζομένης.

47.    Κατά συνέπεια, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, μολονότι η απαγόρευση απολύσεως που προβλέπει το άρθρο 10 της οδηγίας 92/85 έχει εφαρμογή τόσο στις συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου όσο και στις συναφθείσες για ορισμένο χρόνο, η μη ανανέωση μιας τέτοιας συμβάσεως, κατά την προβλεπόμενη λήξη της ισχύος της, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απόλυση απαγορευόμενη από την εν λόγω διάταξη. Ωστόσο, στο μέτρο που η μη ανανέωση μιας συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου αιτιολογείται από την κατάσταση εγκυμοσύνης της εργαζομένης, συνιστά άμεση δυσμενή διάκριση βασιζόμενη στο φύλο, αντίθετη προς τα άρθρα 2, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207.

Επί του τετάρτου ερωτήματος

48.    Με το τέταρτο ερώτημά του, το εθνικό δικαστηρίο ερωτά αν, προβλέποντας ότι η απόλυση εγκύου, λεχώνας ή γαλουχούσας εργαζομένης μπορεί να πραγματοποιηθεί, «ενδεχομένως, εφόσον το εγκρίνει η αρμόδια αρχή», το άρθρο 10, σημείο 1, της οδηγίας 92/85 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να προβλέπουν την παρέμβαση εθνικής αρχής η οποία, αφού διαπιστώσει την ύπαρξη εξαιρετικής περιπτώσεως ικανής να αιτιολογήσει την απόλυση μιας εργαζομένης, παρέχει συναφώς την έγκρισή της πριν από τη σχετική απόφαση του εργοδότη.

49.    Η Jiménez Melgar υποστηρίζει ότι η προστασία που διασφαλίζει η οδηγία 92/85 επιβάλλει να δοθεί στο ερώτημα αυτό καταφατική απάντηση.

50.    Συναφώς, η Ιρλανδική και η Ολλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, ορθώς παρατηρούν ότι η ίδια η διατύπωση του άρθρου 10, σημείο 1, της οδηγίας 92/85 εμποδίζει σαφώς την ερμηνεία που υποστήριξε η ενάγουσα της κύριας δίκης, δεδομένου ότι της φράσεως «εφόσον το εγκρίνει η αρμόδια αρχή» προηγείται το επίρρημα «ενδεχομένως».

51.    Στην πραγματικότητα, το άρθρο 10, σημείο 1, της οδηγίας 92/85 περιορίζεται στο να λάβει υπόψη την ενδεχόμενη ύπαρξη, στην έννομη τάξη ορισμένων κρατώνμελών, διαδικασιών προηγουμένης εγκρίσεως από την τήρηση των οποίων εξαρτάται η απόλυση εγκύου, λεχώνας ή γαλουχούσας εργαζομένης. Αν μια τέτοια διαδικασία δεν υπάρχει σε ένα κράτος μέλος, η εν λόγω διάταξη δεν επιβάλλει σ' αυτό το κράτος μέλος να τη θεσπίσει.

52.    Επομένως, στο τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, προβλέποντας ότι η απόλυση εγκύου, λεχώνας ή γαλουχούσας εργαζομένης μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να πραγματοποιηθεί, «ενδεχομένως, εφόσον το εγκρίνει η αρμόδια αρχή», το άρθρο 10, σημείο 1, της οδηγίας 92/85 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να προβλέπουν την παρέμβαση εθνικής αρχής η οποία, αφού διαπιστώσει την ύπαρξη εξαιρετικής περιπτώσεως ικανής να αιτιολογήσει την απόλυση αυτής της εργαζομένης, παρέχει συναφώς την έγκρισή της πριν από τη σχετική απόφαση του εργοδότη.

Επί των δικαστικών εξόδων

53.    Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ισπανική, η Ιρλανδική και η Ολλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 10ης Νοεμβρίου 1999 το Juzgado de lo Social Único de Algeciras, αποφαίνεται:

1)    Το άρθρο 10 της οδηγίας 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων (δέκατης ειδικής οδηγίας κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ), έχει άμεσο αποτέλεσμα και πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, ελλείψει μέτρων μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο ληφθέντων από κράτος μέλος εντός της προθεσμίας που επιβάλλει η οδηγία αυτή, παρέχει στους πολίτες δικαιώματα που αυτοί μπορούν να επικαλούνται ενώπιον εθνικού δικαστηρίου κατά των αρχών του κράτους αυτού.

2)    Επιτρέποντας παρεκκλίσεις από την απαγόρευση απολύσεως των εγκύων, λεχώνων ή γαλουχουσών εργαζομένων στις περιπτώσεις «που δεν συνδέονται με την κατάστασή τους και γίνονται δεκτές από τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές», το άρθρο 10, σημείο 1, της οδηγίας 92/85 δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη να εξειδικεύουν τους λόγους απολύσεως των εργαζομένων αυτών γυναικών.

3)    Μολονότι η απαγόρευση απολύσεως που προβλέπει το άρθρο 10 της οδηγίας 92/85 έχει εφαρμογή τόσο στις συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου όσο και στις συναφθείσες για ορισμένο χρόνο, η μη ανανέωση μιας τέτοιας συμβάσεως, κατά την προβλεπόμενη λήξη της ισχύος της, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απόλυση απαγορευόμενη από την εν λόγω διάταξη. Ωστόσο, στο μέτρο που η μη ανανέωση μιας συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου αιτιολογείται από την κατάσταση εγκυμοσύνης της εργαζομένης, συνιστά άμεση δυσμενή διάκριση βασιζόμενη στο φύλο, αντίθετη προς τα άρθρα 2, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας.

4)    Προβλέποντας ότι η απόλυση εγκύου, λεχώνας ή γαλουχούσας εργαζομένης μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να πραγματοποιηθεί, «ενδεχομένως, εφόσον το εγκρίνει η αρμόδια αρχή», το άρθρο 10, σημείο 1, της οδηγίας 92/85 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να προβλέπουν την παρέμβαση εθνικής αρχής η οποία, αφού διαπιστώσει την ύπαρξη εξαιρετικής περιπτώσεως ικανής να αιτιολογήσει την απόλυση αυτής της εργαζομένης, παρέχει συναφώς την έγκρισή της πριν από τη σχετική απόφαση του εργοδότη.