ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ

https://nomothesia.isotita.gr/
Εκτύπωση
Έτος
1995
Νόμος / διάταξη που αφορά
Άρθρο 28 της 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς,
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Εργαζόμενοι / χορήγηση επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας

 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β Πολ. Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Νικόλαο Καβαλλιέρο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βελλή, Πολύβιο Μαντζιάρα, Ευάγγελο Κρουσταλάκη και Ευάγγελο Περλίγκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 9 Μαϊου 1995, με την παρουσία και της Γραμματέως Βασιλικής Σαμίου, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ε.Σ.Β.,..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση. Του αναιρεσιβλήτου: Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής (Ν.Π.Δ.Δ.), που εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Ζέρβα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11 Ιουλίου 1989 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1157/1990 του ίδιου Δικαστηρίου και 4369/1991 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8 Αυγούστου 1991 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Βελλής ανέγνωσε την από 23 Φεβρουαρίου 1993 έκθεση του κωλυόμενου να μετάσχει της συνθέσεως του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Δημητρίου Γουργουράκη, με την οποία εισηγήθηκε τη μερική παραδοχή της κρινομένης αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας δήλωσε ότι παραιτείται από τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και ζήτησε την παραδοχή αυτής κατά τους λοιπούς λόγους της και ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.-Επειδή η αναιρεσείουσα, με δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της ένδικης αναιρέσεως ως προς τον πρώτο λόγο της, ο οποίος έτσι θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και η προκείμενη δίκη καταργήθηκε ως προς αυτόν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297, 299 και 573 παρ. 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. ΙΙ.-Επειδή με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 8 του ΚΠολΔ, διότι, κατ` εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 361, 648 και 653 του ΑΚ και 25 παρ. 2 του ν.3239/1955, δέχθηκε ότι το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας που δικαιούται η αναιρεσείουσα ως καθαρίστρια του αναιρεσίβλητου νοσοκομείου συνίσταται σε ποσοστό 10% του βασικού μισθού της, ενώ το επίδομα αυτό, κατά τη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, ανερχόταν σε ποσοστό 15% του ανωτέρω μισθού, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από το αναιρεσίβλητο, το οποίο δεν έπληξε με λόγο εφέσεως την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που έκρινε ότι το ως άνω επίδομα ανερχόταν στο προαναφερόμενο ποσοστό 15% του βασικού μισθού. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως ως προς την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο προσδιόρισε το ως άνω επίδομα σε ποσοστό 10% του βασικού μισθού σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 28 εδ. β` στοιχ. α` της 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς, χωρίς να ασχοληθεί με την ύπαρξη ή μη ευνοϊκότερης για την αναιρεσείουσα ατομικής συμφωνίας των διαδίκων περί χορηγήσεως επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας ύψους 15% του ως άνω μισθού. Ως προς την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ ο ίδιος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί επίσης ως αβάσιμος, διότι σε σχέση προς τη μη λήψη υπόψη του αγωγικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας για την ύπαρξη της παραπάνω ατομικής συμφωνίας, από την ένδικη αγωγή δεν προκύπτει θεμελίωση της οικείας αξιώσεως σε συμφωνία των διαδίκων για τη χορήγηση επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας σε ποσοστό ανώτερο του καθοριζομένου από την παραπάνω διαιτητική απόφαση, ενώ εξάλλου το Εφετείο, ενόψει του περιεχομένου στην έφεση αιτήματος της για την εξ ολοκλήρου απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας, προήλθε στον κατά το νόμο προσδιορισμό του παραπάνω επιδόματος ύστερα από αυτεπάγγελτη εξέταση της νομιμότητας της αγωγής στο σύνολό της, χωρίς να υπερβεί με την κρίση του αυτή τα όρια των άρθρων 106 και 522 του ΚΠολΔ. ΙΙΙ.-Επειδή, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, με την αγωγή της η αναιρεσείουσα ζήτησε την επιδίκαση διορθωτικού ποσού δρχ. 3.500 μηνιαίως από 12.7.1986 και δρχ. 4.000 μηνιαίως από 1.1.1986. Επομένως, ενόψει των ορισμών των άρθρων 106, 216 παρ. 1 στοιχ. γ`, 223 και 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ, ο τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο διότι, κατά παραβίαση διατάξεων των μνημονευομένων διαιτητικών αποφάσεων, δεν επιδίκασε για τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα μηνιαίο διορθωτικό ποσό δρχ. 4.000 και 4.344 αντιστοίχως, ελέγχεται απορριπτέος προπαντός ως αλυσιτελής, αφού η παραδοχή του και η συνακόλουθη αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά το οικείο μέρος δεν μπορεί να οδηγήσει στον επιδιωκόμενη από την αναιρεσείουσα επιδίκαση διορθωτικού ποσού πέραν εκείνου που αποτέλεσε αντικείμενο της ένδικης αγωγής. IV.-Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 2, 22 παρ. 1 εδ. β` και 116 του Συντάγματος, 1 και 2 παρ. 1 της υπ` αριθ. 100 διεθνούς συμβάσεως εργασίας "περί της ισότητος αμοιβής μεταξύ των αρρένων και θηλέων εργαζομένων δι` εργασίαν ίσης αξίας", που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του νόμου 46/1975 και άρχισε να ισχύει από 6.7.1976, άρθρου δευτέρου του ως άνω κυρωτικού νόμου και άρθρου 119 της Συνθήκης της Ρώμης για την ίδρυση της ΕΟΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 της Οδηγίας 75/117/ΕΟΚ και τα άρθρα 4 παρ. 1 και 2 και 15 του νόμου 1414/1984, που εκδόθηκε κατά συμμόρφωση προς την ανωτέρω Οδηγία, συνάγεται ότι κατά το κρίσιμο στην προκείμενη περίπτωση χρονικό διάστημα από 1.1.1986 έως 31.7.1987 το επίδομα οικογενειακών βαρών (συζύγου και τέκνων), το οποίο προβλέπεται από την υπό στοιχείο β` διάταξη του κεφαλαίου των γενικών όρων της ανωτέρω υπ` αριθ. 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς, ενόψει του χαρακτήρα του ως αμοιβής (ανταλλάγματος) για την παροχή εργασίας, οφείλεται χωρίς διάκριση φύλου σε όλους όσους παρέχουν στον ίδιο εργοδότη εργασία ίσης αξίας και, επομένως, η παραπάνω διάταξη της διαιτητικής αποφάσεως κατά το μέρος που θέτει ως προϋπόθεση για την παροχή του οικογενειακού επιδόματος στις γυναίκες εργαζόμενες τη μη άσκηση βιοποριστικού επαγγέλματος από το σύζυγό τους και τη μη συνταξιοδότησή του, ενώ τέτοια προϋπόθεση δεν απαιτείται για τη λήψη του επιδόματος αυτού από τους άνδρες μισθωτούς της ίδιας κατηγορίας, είναι ανίσχυρη ως αντικείμενη στις ανωτέρω συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, από τις οποίες και επιβάλλεται η αποκαταστατική επέκταση της ευνοϊκής ρυθμίσεως και στις γυναίκες εργαζόμενες (Ολ. Α.Π. 3/1995, 31/1993, 7/1993). Το Εφετείο, επομένως, το οποίο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι στην περίπτωση των γυναικών που απασχολούνται, όπως και η αναιρεσείουσα, ως καθαρίστριες σε νοσηλευτικά ιδρύματα του Δημοσίου κλπ., για τη θεμελίωση του δικαιώματός τους προς λήψη του παραπάνω οικογενειακού επιδόματος απαιτείται να μη εργάζεται ούτε να συνταξιοδοτείται ο σύζυγός τους, παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου διά της μη επεκτάσεως και στις γυναίκες εργαζόμενες της πιο πάνω κατηγορίας της ευνοϊκής ρυθμίσεως που ισχύει για τους άνδρες συναδέλφους τους (καθαριστές) ως προς την παροχή του επίδικου οικογενειακού επιδόματος. Επομένως, ως προς το κεφάλαιο αυτό, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, κατά το βάσιμο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, δεύτερο λόγο αναιρέσεως. Ακολούθως η υπόθεση, κατά το μέρος που αφορά το ανωτέρω επίδομα, πρέπει να παραπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, δεδομένου ότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (ΚΠολΔ 580 παρ. 3, όπως ισχύει μετά τα άρθρα 31 παρ. 1 και 32 αριθ. 6 του ν.2172/1993). Τα δικαστικά έξοδα, κατανεμόμενα ανάλογα προς την έκταση της νίκης και της ήττας καθενός από τους διαδίκους, πρέπει να επιβληθούν εν μέρει εις βάρος του αναιρεσιβλήτου (ΚΠολΔ 178 παρ. 1 και 183). Για τους λόγους αυτούς Αναιρεί την 4369/1991 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ανωτέρω μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το οποίο και ορίζει σε δραχμές εκατό χιλιάδες (100.000). Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 1995. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 23 Ιουνίου 1995. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ