ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ

https://nomothesia.isotita.gr/
Εκτύπωση
Έτος
2004
Νόμος / διάταξη που αφορά
Άρθρα 5, 6, 10 Ν. 1414/84
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Εργαζόμενοι / καταγγελία σύμβασης λόγω ορίου ηλικίας

 

B2` Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Ρωμύλο Κεδίκογλου, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Δημήτριο Λοβέρδο, Γεώργιο Χλαμπουτάκη και Αναστάσιο Περίδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2004, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «........... ..................................... που εδρεύει στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, λειτουργεί δε και εκπροσωπείται νόμιμα και στην Ελλάδα. Στην παρούσα δίκη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Οικονόμου.

Της αναιρεσίβλητης : .................................. , κατοίκου Αγ. Παρασκευής Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στρατή Σταρόγιαννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Ιουνίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 492/2002 του ίδιου δικαστηρίου, 831/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10 Ιουνίου 2003 αίτησή της και τους από 5 Φεβρουαρίου 2004 πρόσθετους λόγους της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Λοβέρδος διάβασε την από 28 Σεπτεμβρίου 2004 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθoύν η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι της.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων της, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 669, 672, 673 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει και όταν, από τον κανονισμό ή τον οργανισμό λειτουργίας των υπηρεσιών του εργοδότη προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση του μισθωτού από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση ορισμένου ορίου ηλικίας, οπότε η σύμβαση μπορεί να λυθεί πριν από το χρόνο αυτό μόνο για σπουδαίο λόγο με την καταγγελία των μερών. Αν όμως συγχρόνως αναγνωρίζεται με τον κανονισμό ή τον οργανισμό το δικαίωμα των μερών να λύνουν τη σύμβαση οποτεδήποτε και πριν από το χρόνο συμπληρώσεως από το μισθωτό του ορισμένου ορίου ηλικίας, χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, τότε η σύμβαση, λόγω του ότι τελεί υπό διαλυτική αίρεση και συνεπώς εξαρτάται από μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός, το οποίο μόλις συμβεί παύει και η ενέργειά της και ανατρέπονται τα αποτελέσματα αυτής, λογίζεται αορίστου χρόνου αν λυθεί με καταγγελία πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας, ενώ λογίζεται ως ορισμένου χρόνου αν λήξει αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας του μισθωτού (ΑΠ 1110/1986, ΑΠ 1533/2000, ΑΠ 1199/1998). Εξάλλου, κατά το άρθρο 10 της από 27-7-1976 ΣΣΕ, περί του οργανισμού υπηρεσίας του προσωπικού της αναιρεσείουσας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την απόφαση Υπ. Εργασίας 39327/7832/14-9-76 (ΦΕΚ Β1135/1976), η μετά του προσωπικού της Τράπεζας σύμβαση εργασίας λύεται: «1) Δια του θανάτου του υπαλλήλου 2) Δια της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας κατά τα υπό της εργατικής νομοθεσίας οριζόμενα, κατόπιν εισηγήσεως του Πειθαρχικού Συμβουλίου 3) Αυτοδικαίως επί τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του άρρενος και του 60ου έτους της ηλικίας του θήλεος προσωπικού. Οι συμπληρούντες το ως άνω όριο ηλικίας αποχωρούν αυτοδικαίως εις το τέλος του μηνός κατά τον οποίο συνεπλήρωσαν τούτο». Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ.2 και 116 παρ.2 του Συντάγματος οι `Ελληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις και δεν αποτελεί διάκριση λόγω φύλου ή λήψη θετικών μέτρων για την προώθηση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών.

Το κράτος μεριμνά για την άρση των ανισοτήτων που υφίστανται στην πράξη, ιδίως σε βάρος των γυναικών. Εξάλλου, με την οδηγία 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ορίζεται, στο άρθρο 2 ότι «κατά την έννοια των κατωτέρω διατάξεων, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση» (παρ.1) και ότι «η παρούσα οδηγία δεν θίγει την ευχέρεια που έχουν τα κράτη μέλη να αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής της τις επαγγελματικές δραστηριότητες και ενδεχομένως την εκπαίδευση που απαιτείται για την πρόσβαση σ` αυτές, εφόσον λόγω της φύσεως ή των συνθηκών ασκήσεώς τους το φύλο συνιστά παράγοντα αποφασιστικής σημασίας» (παρ.2), στο δε άρθρο 5 παρ.1 ότι «η εφαρμογή της ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των όρων απολύσεως, συνεπάγεται την εξασφάλιση σε άνδρες και γυναίκες των αυτών όρων, χωρίς διάκριση βασιζόμενη στο φύλο». Ετσι, για την εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της παραπάνω οδηγίας εκδόθηκε ο ν.1414/1984 «Εφαρμογή της ισότητας των φύλων στις εργασιακές σχέσεις», με τον οποίο ορίζεται, στο άρθρο 5 παρ.1 ότι «απαγορεύεται κάθε διάκριση με βάση το φύλο του εργαζομένου, όσον αφορά τους όρους, τις συνθήκες εργασίας και την επαγγελματική του εξέλιξη και σταδιοδρομία» και στο άρθρο 6 στοιχ. α` ότι «απαγορεύεται η καταγγελία της σχέσης εργασίας και α) για λόγους που αναφέρονται στο φύλλο», ενώ τέλος με το άρθρο 10 παρ.1 του ίδιου νόμου διαφυλάσσεται η ισχύς διατάξεων νόμων ή άλλων κανονιστικών πράξεων που εισάγουν διακριτική ρύθμιση επί θεμάτων στα οποία το φύλο «συνιστά παράγοντα αποφασιστικής σημασίας» και με το άρθρο 15 ορίζεται ότι «διατάξεις νόμων, διαταγμάτων, συλλογικών συμβάσεων εργασίας, διαιτητικών ή υπουργικών αποφάσεων, εσωτερικών κανονισμών ή οργανισμών επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων, όροι ατομικών συμβάσεων καθώς και διατάξεις που ρυθμίζουν την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος, εφόσον είναι αντίθετες με τις διατάξεις του νόμου αυτού καταργούνται». Από τις διατάξεις αυτές, του Συντάγματος και του ν.1414/1984 συνάγεται γενικότερα ότι απαγορεύονται οι υπέρ ή κατά του ενός φύλου αυθαίρετες, ευμενείς ή δυσμενείς νομοθετικές ή διοικητικές διακρίσεις και επιβάλλεται η νομοθετική επέκταση και σε περίπτωση παραλείψεως του νομοθέτη η αποκαταστατική εφαρμογή από το δικαστή των υπέρ του ενός μόνο φύλου ευνοϊκών διατάξεων και υπέρ του άλλου (ΑΠ Ολομ.3/1995, ΑΠ Ολομ.31/1993). Ειδικότερα δε ως προς τη λήξη της εργασιακής σχέσης, ότι διατάξεις νόμων, κανονιστικών διοικητικών πράξεων και συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων που προβλέπουν τη λύση της σχέσεως ή επιτρέπουν στον εργοδότη την καταγγελία της στην περίπτωση που η εργαζόμενη γυναίκα αποκτά δικαίωμα συνταξιοδότησης από το Δημόσιο ή άλλο φορέα κοινωνικής ασφάλισης λόγω συμπληρώσεως ορίου ηλικίας, το οποίο όμως ορίζεται στο νόμο διαφορετικό από το προβλεπόμενο για τους άνδρες συναδέλφους τους, εισάγουν διάκριση βασιζόμενη στο φύλλο χωρίς να δικαιολογείται από σοβαρό λόγο, αναγόμενο στις βιολογικές ή ψυχικές ιδιαιτερότητες της γυναίκας ή του άνδρα ώστε το φύλο να συνιστά παράγοντα αποφασιστικής σημασίας (ΑΠ Ολομ. 31/1993 και 7/1993, ΑΠ 266/1999, ΑΠ 1095/1998, ΑΠ 85/1995). Επομένως, το όριο ηλικίας που προβλέπεται από τις παραπάνω κανονιστικής ισχύος διατάξεως του άρθρου 10 του Οργανισμού της αναιρεσείουσας, για την αυτοδίκαιη λύση της συμβάσεως εργασίας είναι και για τις γυναίκες το 65ο έτος, όπως προβλέπεται για τους άνδρες, και όχι το 60ο έτος, όπως γι` αυτές. Κι` αυτό γιατί η εν λόγω διάκριση δεν δικαιολογείται, από σοβαρό λόγο, ώστε το φύλο να συνιστά παράγοντα αποφασιστικής σημασίας οπότε η διάκριση αυτή αντίκειται στις παραπάνω συνταγματικές διατάξεις και τις διατάξεις του ν. 1414/1984 με συνέπεια την αποκαταστατική εφαρμογή από το δικαστήριο της ευνοϊκής αυτής ρύθμισης για τους άνδρες και υπέρ των γυναικών. Η σύμβαση εργασίας μεταξύ της αναιρεσείουσας και των υπαλλήλων της ως ορισμένου χρόνου, εφόσον προβλέπεται όριο ηλικίας για την αυτοδίκαιη λύση της, μπορεί να λυθεί και πριν από το χρόνο αυτό αλλά μόνο για σπουδαίο λόγο, με την καταγγελία των μερών. Δεν παρέχεται δε, με τις παραπάνω διατάξεις του Οργανισμού της αναιρεσείουσας, δικαίωμα λύσεως της συμβάσεως από τον εργοδότη οποτεδήποτε κι` αν δε συντρέχει σπουδαίος λόγος, ώστε η σύμβαση να τελεί υπό διαλυτική αίρεση, κατά την ως άνω έννοια, και να καθίσταται αορίστου χρόνου. Τέτοιο δικαίωμα δεν παρέχεται στην αναιρεσείουσα-εργοδότρια ούτε από τις αναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 10 παρ.2 του οργανισμού της, εφόσον δεν υφίσταται η προβλεπόμενη από αυτές, έστω μη δεσμευτική, εισήγηση του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη επί πραγμάτων κρίση του, τα εξής: Η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα προσλήφθηκε την 15-12-1963 από την αναιρεσείουσα – εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως υπάλληλός της στην Ελλάδα και εργάστηκε σ` αυτή μέχρι την 22-5-2001, που η αναιρεσείουσα κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση και την απέλυσε, ενώ διήνυε το 59ο έτος της ηλικίας της. Στο έγγραφο-δήλωση της καταγγελίας αναφέρει ότι άσκησε νόμιμο δικαίωμά της, θεωρώντας τη σύμβαση με την αναιρεσίβλητη ως αορίστου χρόνου. Υπό τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κρίνοντας περαιτέρω ότι κατά τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 10 του υπηρεσιακού οργανισμού της αναιρεσείουσας η επίδικη σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, αφού λύεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 65ου έτους ηλικίας των εργαζομένων, ακόμη και των γυναικών, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, και όχι αορίστου χρόνου ώστε να παρέχεται το δικαίωμα λύσεως της συμβάσεως από τον εργοδότη με την καταγγελία της, οποτεδήποτε χωρίς σπουδαίο λόγο, και την καταβολή της νόμιμης, για την περίπτωση αυτή, αποζημίωσης, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία επιδικάσθηκαν οι αποδοχές υπερημερίας από την απόλυση μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας της αναιρεσίβλητης στο τέλος του έτους 2007. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και γι` αυτό οι λόγοι αναιρέσεως, μοναδικός του κυρίου δικογράφου και πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων υπο τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔικ, πρέπει να απορριφθούν ως κατ` ουσίαν αβάσιμοι ενώ ο τελευταίος πρόσθετος λόγος, υπό την απλή αριθμητική επίκληση και μόνο του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔικ, χωρίς να αναφέρονται ποια τα πράγματα-αυτοτελείς ισχυρισμοί που παρά το νόμο το δικαστήριο έλαβε υπόψη αν και δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αν και προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει να απορριφθεί, λόγω της αοριστίας του, ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση 714/12-6-2003 και τους πρόσθετους λόγους 27/6-2-2004 για αναίρεση της αριθ.831/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα να πληρώσει στην αναιρεσίβλητη τα δικαστικά έξοδα εξ επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.