ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ

http://nomothesia.isotita.gr/
Εκτύπωση

Η μελέτη αυτή αποτελεί μία προσπάθεια έμφυλης ανάγνωσης της νομολογίας των ελληνικών δικαστηριών ποινικού ενδιαφέροντος με στόχο τη συλλογή και το συνθετικό σχολιασμό όλου του νομολογιακού υλικού που άμεσα ή έμμεσα αφορά την ισότητα των φύλων.

Η συλλογή των αποφάσεων και βουλευμάτων ποινικού ενδιαφέροντος των ελληνικών δικαστηρίων  περιόδου 1983- 2011 έγινε με βάση τους εξής περιορισμούς:

Με αυτούς τους περιορισμούς αναζητήθηκε το νομολογιακό υλικό μετά το 1983  κυρίως από την Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του Δικηγορικού Συλλόγου της Αθήνας, την Τράπεζα Νομικών πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, τα περιοδικά Νομικό Βήμα, Ποινικά Χρονικά, Αρμενόπουλος.

Η κύρια συνθήκη με βάση την οποία μελετήθηκε το νομολογιακό υλικό ήταν η έμφυλη σημαντικότητα των αποφάσεων και των βουλευμάτων των ποινικών μας δικαστηρίων είτε σε επίπεδο εφαρμογής του ισχύοντος νομικού πλαισίου είτε σε επίπεδο ερμηνείας του. Πρωτεύων στόχος της μελέτης ήταν η επίρρωση των συμπερασμάτων που διατυπώθηκαν για τις νομικές πλημμέλειες του ποινικού μας δικαίου που σχετίζονται με διατάξεις που αφορούν τη γυναίκα είτε ως θύμα είτε ως δράστιδα.

Το νομολογιακό υλικό έχει πολύ μεγάλη αξία δεδομένου ότι αφενός εφαρμόζει, αφετέρου ερμηνεύει το νόμο. Ως προς το πρώτο σκέλος τής σημαντικότητας του νομολογιακού υλικού, η εφαρμογή του νόμου αποτελεί το μεγαλύτερο κεφάλαιο μίας δημοκρατικά ευνομούμενης πολιτείας. Σήμερα δε που η χώρα μας προσπαθεί να απαγκιστρωθεί από τα σκάνδαλα και τη διαφθορά η εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία του συστήματος της απονομής της δικαιοσύνης καθίσταται επιτακτική ανάγκη. Η προβληματική της επιτάχυνσης απονομής της δικαιοσύνης έχει ήδη αποτελέσει μία από τις προτεραιότητες του μεγάλου εγχειρήματος της σημερινής εποχής που είναι η διοικητική μεταρρύθμιση και αναδιάρθρωση της χώρας. Η ποιοτικότερη και ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης θα ενισχύσει το καταρρακωμένο από τη συνεχή διαφθορά και αδιαφάνεια αίσθημα περί δικαίου των πολιτών, συμβάλλοντας στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς και το πολίτευμα.

Ως προς το δεύτερο σκέλος, η νομολογία ερμηνεύει το γράμμα του νόμου. Μέσα από τη συσταλτική ή τη διασταλτική ερμηνεία του νόμου εννοιολογούνται αξιολογικές έννοιες, διαμορφώνονται νομικές αξιολογήσεις, διαπλάθονται νομικά μορφώματα. Για παράδειγμα, στη με αρ. 844/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου που αφορά υπόθεση σεξουαλικής παρενόχλησης στο χώρο εργασίας οι Ανώτατοι Δικαστές μας προσπαθούν να αναλύσουν το βάναυσο της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου προκειμένου να αιτιολογήσουν την εφαρμογή της διάταξης του αρ. 337 παρ. 1. που προβλέπει ότι  «όποιος με ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις προσβάλλει βάναυσα την αξιοπρέπεια άλλου στο πεδίο της γενετήσιας ζωής του». Το παρακάτω απόσπασμα είναι ιδιαιτέρως χαρακτηριστικό: «…Έτσι, δεν προκύπτει σαφώς αν το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων έπιασε προκλητικά το στήθος της παθούσης ή άπλωσε το χέρι του στο ύψος της μέσης, κάτω από το στήθος της, χωρίς να το πιάσει προκλητικά, η ασάφεια δε αυτή επεκτείνεται αναγκαίως και στην παραδοχή του δικαστηρίου, ότι η, από τις πράξεις αυτές του αναιρεσείοντος, προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας της παθούσης ήταν βάναυση».

Η ενδελεχής μελέτη των δικαστικών αποφάσεων  αναδεικνύει ενδεχόμενες στερεοτυπικές αντιλήψεις των εφαρμοστών δικαίου. Ειδικότερα δε για τα ζητήματα της έμφυλης εγκληματικότητας και θυματοποίησης, οι διερευνήσεις αυτές που κινούνται στη σφαίρα του συλλογικού ασυνείδητου έχουν πολύ μεγάλη θεωρητική και πρακτική σημασία. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι η ισότητα των φύλων κατοχυρώθηκε συνταγματικά με το Σύνταγμα του 1974, αλλά ο δημόσιος διάλογος ξεκίνησε πολύ αργότερα τη δεκαετία του 1980. Τότε σημαντικά δικαιώματα κατοχυρώθηκαν. Σήμερα μετά από τριάντα χρόνια αναδεικνύεται ακόμη ανάγλυφη η ανάγκη εφαρμογής του υλοποιούμενου «Εθνικού Προγράμματος για την ουσιαστική ισότητα των φύλων 2010-2013» με ιδιαίτερο βάρος στην «Πρόληψη και αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών. Το Πρόγραμμα αυτό, που σχεδιάστηκε και υλοποιείται από τη Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων, περιλαμβάνει αφενός νομοθετικές παρεμβάσεις ενίσχυσης του θεσμικού πλαισίου, αφετέρου δράσεις και μέτρα πρόληψης και υποστήριξης των θυμάτων βίας.

Σε θέματα ποινικού δικαίου η έμφυλη διάσταση σημαντικών νόμων όπως η ποινικοποίηση της σεξουαλικής παρενόχλησης στο χώρο εργασίας τροφοδοτεί συζητήσεις οι οποίες ξεφεύγουν από τη σφαίρα της αυστηρής νομικής προβληματικής εντασσόμενες στο πεδίο της αναζήτησης του αξιακού συστήματος ως βάση για τη θεμελίωση των νέων νομικών θεσμίσεων. Για παράδειγμα, η ποινικοποίηση του αδικήματος της σεξουαλικής παρενόχλησης στο χώρο εργασίας, ρύθμιση η οποία υπάρχει στις περισσότερες δυτικοευρωπαϊκές χώρες στην Ελλάδα, μεταξύ σοβαρού και αστείου, καταγράφηκε ως ποινικοποίηση του φλερτ στον εργασιακό χώρο.

Με βάση τις παραπάνω σκέψεις η ανάγκη μελέτης του νομολογιακού υλικού έχει κομβική σημασία για την άντληση ασφαλών συμπερασμάτων σε σχέση με την ανάγκη εμφυλοποίησης διατάξεων του Ποινικού Κώδικα. Οι διατάξεις που επελέγησαν να μελετηθούν νομολογιακά χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: 1) διατάξεις οι οποίες πρέπει να τροποποιηθούν ή να καταργηθούν και 2) διατάξεις οι οποίες δεν έχουν ανάγκη για αλλαγή του νομικού πλαισίου όμως παρουσιάζουν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον.

Στην πρώτη κατηγορία (διατάξεις οι οποίες πρέπει να τροποποιηθούν ή να καταργηθούν) εντάσσονται οι παρακάτω διατάξεις του Ποινικού Κώδικα:

Στη δεύτερη κατηγορία εντάσσονται τα εγκλήματα του βιασμού και της σωματεμπορίας. Το νομικό πλαίσιο ρύθμισης αυτών των εγκλημάτων είναι μεν επαρκές, αλλά για την αποτελεσματική λειτουργία του απαιτείται η δημιουργία δομών πλαισίωσης του συστήματος απονομής της ποινικής δικαιοσύνης.

Με βάση τους παραπάνω περιορισμούς μελετήθηκε το νομολογιακό υλικό που αφορούσε τα παρακάτω εγκλήματα: παιδοκτονία (αρ. 303 Π.Κ), ακούσια απαγωγή (327 Π.Κ), εκούσια απαγωγή (αρ. 328 Π.Κ), απατηλή επίτευξη συνουσίας (αρ. 341 Π.Κ), εγκατάλειψη εγκύου (αρ. 359 Π.Κ), εκμετάλλευση πόρνης (αρ. 350 Π.Κ), τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης ( 304 Π.Κ), ενδοοικογενειακή βία μεταξύ συζύγων (Ν. 3500/06), βιασμός (336 Π.Κ), σωματεμπορία (353 Π.Κ), παρά φύση ασέλγεια (336 Π.Κ) και σεξουαλική παρενόχληση στο χώρο εργασίας (337 παρ. 5 Π.Κ).

Ειδικότερα το νομολογιακό υλικό αποτελείται από 7 αποφάσεις ή βουλεύματα που αφορούν το έγκλημα της παιδοκτονίας (αρ. 303 Π.Κ), 11 αποφάσεις και βουλεύματα που αφορούν την ακούσια απαγωγή (αρ. 327 Π.Κ), 5 αποφάσεις και βουλεύματα που αφορούν υποθέσεις εκούσιας απαγωγής (αρ. 328 Π.Κ), 2 αποφάσεις που αφορούν το έγκλημα της απατηλής επίτευξης συνουσίας (αρ. 341 Π.Κ) οι οποίες μάλιστα είναι πολύ παλαιές (η τελευταία εκδόθηκε το 1979), 11 αποφάσεις και βουλεύματα για το αδίκημα της εγκατάλειψης εγκύου (αρ. 359 Π.Κ), 4 αποφάσεις και βουλεύματα για το έγκλημα της εκμετάλλευσης πόρνης (αρ. 350 Π.Κ), 6 αποφάσεις για το έγκλημα της τεχνητής διακοπής της εγκυμοσύνης (αρ. 304 Π.Κ), 7 αποφάσεις για εγκλήματα ενδοοικογνειακής βίας προβλεπόμενα από το Ν. 3500/06 «Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας και άλλες διατάξεις», 13 αποφάσεις για το έγκλημα του βιασμού (αρ. 336 Π.Κ), 4 αποφάσεις για το έγκλημα της σωματεμπορίας (αρ. 351 Π.Κ), 63 αποφάσεις και βουλεύματα για το έγκλημα της  ασέλγειας παρά φύση (αρ. 347 Π.Κ) και 4 αποφάσεις που αφορούν το αδίκημα της σεξουαλικής παρενόχλησης στο χώρο εργασίας (αρ. 337 παρ. 5 Π.Κ).


1) Παιδοκτονία

Από την ανάγνωση των αποφάσεων και βουλευμάτων που αφορούν υποθέσεις παιδοκτονίας προκύπτει ότι το έγκλημα της παιδοκτονίας διαπράττεται συνήθως από ανήλικες δράστιδες οι οποίες κατοικούν σε αγροτικές περιοχές και διώκονται από αισθήματα ντροπής και ενοχής για την εγκυμοσύνη τους. Οι δράστιδες των παιδοκτονιών αντιμετωπίζουν την οικογενειακή απομόνωση και την κοινωνική περιθωριοποίηση. Είναι χαρακτηριστικό το παρακάτω απόσπασμα του με αρ. 3/1994 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Άρτας το οποίο περιγράφει ανάγλυφα το κοινωνικό «αμάρτημα»  της δράστιδας «... [η οποία] διακατεχόμενη… από φόβο και αγωνία για την αναμενόμενη οργή των γονέων της και την ντροπή απέναντι στη μικρή κοινωνία του χωριού της και ευρισκόμενη ακόμα υπό την επήρεια των διεγερτικών διαταραχών του θυμικού της εκ της επωδύνου κυήσεώς της αλλά και της υπερδιέγερσης του οργανισμού της κατά την κύηση, αποφάσισε να θανατώσει το τέκνο της, μέσα στην απέλπιδα προσπάθειά της να αποσιωπήσει το αμάρτημά της έναντι των γονέων της και της κοινωνίας που ζούσε».

Ένα άλλο κοινό σημείο των υποθέσεων παιδοκτονίας είναι ότι οι δράστιδες εγκαταλείπουν το νεογνό αβοήθητο σε χώρο απόμακρο και ακατάλληλο (φρεάτιο τουαλέτας, χαράδρα, πεπαλαιωμένη αποθήκη κλπ) όπου το νεογνό εκτεθειμένο στις καιρικές συνθήκες και χωρίς την απαραίτητη φροντίδα, εγκαταλελειμμένο αποβιώνει. Το παρακάτω απόσπασμα του με αρ. 3 ΒουλΣυμβΠλημ Άρτας είναι αποκαλυπτικό: «…η ιατρική πραγματογνωμοσύνη έδειξε πως το παιδί γεννήθηκε ζωντανό και εξέπνευσε 2 ώρες μετά τον τοκετό λόγω της εκθέσεώς του χωρίς καμιά φροντίδα στις δυσμενείς καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν την ημέρα εκείνη».

Επιπλέον όλες οι δράστιδες γεννούν μόνες το παιδί τους χωρίς την υποστήριξη και την παρουσία κάποιου συγγενούς (βλ. ΒούλΣυμβΠλημΆρτας 3/1994 «…ευρισκόμενη μόνη στο σπίτι της, γέννησε μόνη της, μέσα στην τουαλέτα του σπιτιού της, ένα ζωντανό, αρτιμελές αγοράκι. Στη συνέχεια, έκοψε με τα ίδια της τα χέρια τον ομφάλιο λώρο», Βούλ4/1999 ΣυμβΠλημΦλωρίνης…Η δράστις, σε κάποιο χρονικό σημείο, όταν ένιωσε την έναρξη των ωδίνων του τοκετού, επωφελούμενη από τη συγκέντρωση όλων των συγγενών στην αυλή του σπιτιού και των διαφόρων ενασχολήσεών τους, μπήκε στην τουαλέτα του σπιτιού, όπου γέννησε ένα κοριτσάκι, και έκοψε η ίδια τον ομφάλιο λώρο. Στη συνέχεια, αφού καθάρισε όλο τον χώρο από τα αίματα και πέταξε τον πλακούντα, τύλιξε το νεογνό σε μια πετσέτα του μπάνιου και πήγε και το εναπόθεσε αβοήθητο κάτω από τη σκάλα παρακείμενης πεπαλαιωμένης αποθήκης, η πρόσβαση στην οποία ήταν δυσχερής»).

Το έγκλημα διαπράττεται κατά τη διάρκεια της διατάραξης του οργανισμού των μητέρων δράστιδων από τον τοκετό χωρίς συνεργό με εξαίρεση την υπόθεση του με αρ. 357/1990 Βουλ ΣυμβΠλημΝαυπλίου όπου «…η δράστις, Σουηδή υπήκοος, γέννησε στη μπανιέρα ξενοδοχείου στο Τολό, ένα αρτιμελές και βιώσιμο τέκνο, το οποίο στη συνέχεια, αμέσως μετά τον τοκετό, με τη συνδρομή του ερωτικού της συντρόφου, επίσης Σουηδού υπηκόου, κτύπησε με το κεφάλι στη λεκάνη του λουτρού και ταυτόχρονα του περιέσφιξε το λαιμό με τον ομφάλιο λώρο, προκαλώντας έτσι το θάνατό του». Στην υπόθεση αυτή η δράστις παραπέμφθηκε για παιδοκτονία και ο σύζυγός της για απλή συνδρομή σε ανθρωποκτονία από πρόθεση. Εγκληματολογικά το έγκλημα της παιδοκτονίας είναι ένα από τα εγκλήματα με υψηλό αφανή αριθμό εγκληματικότητας. Το πενιχρό νομολογιακό υλικό που αφορά  το έγκλημα της παιδοκτονίας αποκαλύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 303 του Ποινικού Κώδικα δεν έχει ιδιαίτερη εφαρμογή σήμερα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι περιπτώσεις της παιδοκτονίας αντιμετωπίζονται νομικά κυρίως με την τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης.

 


2) Η ακούσια απαγωγή με σκοπό το γάμο ή την ακολασία αρ. 327 Π.Κ.

Από την ανάγνωση των αποφάσεων δικαστηρίων και βουλευμάτων δικαστικών Συμβουλίων προκύπτει ότι στην πλειονότητά τους οι υποθέσεις ακούσιας απαγωγής αφορούν την ακολασία και όχι το γάμο. Επίσης προκύπτει ότι το έγκλημα της ακούσιας απαγωγής συρρέει με άλλα βαρύτερα εγκλήματα όπως του βιασμού ή της ανθρωποκτονίας. Σε μία περίπτωση το Δικαστήριο του ΑΠ 131/1995 δέχθηκε ότι δεν επρόκειτο για ακούσια αλλά για εκούσια απαγωγή γιατί «…πράγματι είναι δύσκολο  να γίνει πιστευτό ότι η μηνύτρια απήχθην παρά τη θέληση της η ώρα 9 το πρωί, σε πολυσύχναστο δρόμο και υπό την απειλή μαχαιριού, ούτε ότι δεν μπόρεσε ο κατηγορούμενος να την βιάσει, αν πράγματι επεδίωξε κάτι τέτοιο, με την απειλή στιλέτου και ενώ ήταν μαζί της έξι τουλάχιστον ώρες σε ερημικές τοποθεσίες». Σύμφωνα με το σκεπτικό του με αρ. 9/2000 ΒουλΣυμβΠλημ Βόλου «το έγκλημα αυτό (δηλ. της ακούσιας απαγωγής με σκοπό το γάμο ή την ακολασία) είναι διαρκές (βλ. Ιωάν. Δασκαλόπουλο: ΠοινΧρ ΙΕ', σελ. 449, Ηλ. Γαφο: Ποιν.Δικ., τόμος Δ'), θεωρείται τελειωμένο με την απαγωγή ή την παράνομη κατακράτηση της γυναίκας και διαρκεί μέχρι την άρση της κατακρατήσεώς της. Είναι δυνατόν δε να τελεσθεί τόσο από άνδρα όσο και από γυναίκα, πάντοτε όμως εις βάρος γυναίκας ανίκανης να προβάλλει αντίσταση για οποιονδήποτε λόγο (διανοητική-σωματική ατέλεια, μέθη, τύφλωση, νάρκωση), ανεξαρτήτως της ηλικίας και της προσωπικής εν γένει καταστάσεώς της. Η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πληρούται με την απαγωγή της γυναίκας υπό την έννοια της απομακρύνσεώς της από τον τόπο διαμονής και το περιβάλλον της, παρά την αντίθεσή της, η οποία πάντως δεν απαιτείται να εκδηλώνεται με βίαιο τρόπο, ούτε καταλύεται από ενδεχομένη συναίνεσή της (υπό τους όρους, ασφαλώς, της ικανότητας προς παροχή αυτής), η οποία όμως δεν αφορά και στον επιδιωκώμενο σκοπό του δράστη (βλ. Γ.-Α. Μαγκάκης: Ποιν.Δικ. εκδ. 1984, σελ. 232). Εξάλλου, δεν είναι αναγκαία ούτε η εκ μέρους του δράστη χρήση βίας αλλά αρκεί η παραπλάνηση απλώς της απαγομένης, η οποία αγνοώντας τις πραγματικές προθέσεις του πείθεται να τον ακολουθήσει υποβαλλόμενη έτσι στη δική του, ανεμπόδιστη επιρροή».

Η διάταξη του άρ. 327 η οποία προστατεύει τη σεξουαλική ελευθερία της γυναίκας προβλέπει ότι «όποιος με σκοπό το γάμο ή την ακολασία απάγει ή κατακρατεί παράνομα γυναίκα χωρίς τη θέλησή της ή γυναίκα που έχει διαταραγμένη νόηση ή είναι ανίκανη να αντισταθεί λόγω απώλειας της συνείδησης ή διανοητικής ατέλειας ή για άλλο λόγο…». Από το γράμμα της διάταξης προκύπτει ότι θύμα του εγκλήματος της ακούσιας απαγωγής είναι μόνον η γυναίκα η οποία έχει διαταραγμένη νόηση ή δεν μπορεί να προβάλει αντίσταση. Το ίδιο βούλευμα (9/2000 ΣυμβΠλημΒόλου) περιγράφει  χαρακτηριστικά τα στοιχεία του εγκλήματος της ακούσιας απαγωγής με σκοπό το γάμο ή την ακολασία του άρ. 327 Π.Κ. «Οι κατηγορούμενοι από κοινού αποφάσισαν να απαγάγουν την Ε.Μ. χωρίς τη θέλησή της και να την οδηγήσουν σε μέρος διαφορετικό από το γνώριμο περιβάλλον της ούτως ώστε να βρεθεί υπό την απόλυτη επιρροή τους με σκοπό την ακολασία. Αμφότεροι εγνώριζαν την ανικανότητά της να αντισταθεί λόγω της σωματικής της μειονεξίας, η οποία επιτάθηκε από τη διατάραξη των νοητικών της λειτουργιών λόγω της κατανάλωσης μεγάλης ποσότητας ισχυρού αλκοολούχου ποτού (τσίπουρο) που οι ίδιοι της προσέφεραν και την εκμεταλλεύθηκαν στο έπακρο προκειμένου να την επιβιβάσουν στο αυτοκίνητο του Α.Β. αντίθετα προς τη θέλησή της. Προκειμένου μάλιστα να είναι βέβαιοι για την επίτευξη του εγκληματικού τους σκοπού οι κατηγορούμενοι δεν αρκέσθηκαν στην εκμετάλλευσή της για τους προαναφερθέντες λόγους αδυναμίας αντιστάσεως της παθούσας, αλλά δημιούργησαν τεχνηέντως συνθήκες οικείας ατμόσφαιρας (χαριεντιζόμενοι και λέγοντας "σόκιν" ανέκδοτα), ικανής σε κάθε περίπτωση να την παραπλανήσει ως προς τους πραγματικούς σκοπούς τους».

 


3) Εκούσια απαγωγή αρ. 328 Π.Κ.

Η οικογενειακή τάξη είναι το προστατευόμενο αγαθό του άρ. 328 του Π.Κ το οποίο ορίζει ότι «όποιος απάγει ή κατακρατεί με σκοπό το γάμο ή την ακολασία άγαμη και ανήλικη κόρη με τη θέλησή της χωρίς όμως τη συγκατάθεση των προσώπων που την έχουν στην εξουσία τους ή που έχουν σύμφωνα με το νόμο δικαίωμα να φροντίζουν το πρόσωπό της, τιμωρείται, αν τέλεσε την πράξη αυτή με σκοπό το γάμο, με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, αν με σκοπό την ακολασία, με φυλάκιση».

Το θύμα είναι άγαμη και ανήλικη κόρη η οποία απάγεται μεν με τη θέλησή της, αλλά χωρίς τη συγκατάθεση των προσώπων που την έχουν στην εξουσία τους ή που έχουν σύμφωνα με το νόμο δικαίωμα να φροντίζουν το πρόσωπό της. Νομικό αντικείμενο είναι το δικαίωμα των προσώπων που έχουν τη φροντίδα της ανήλικης.

Από την ανάγνωση του νομολογιακού υλικού συμπεραίνεται ότι το έγκλημα της εκούσιας απαγωγής συμβαίνει κυρίως σε αγροτικές περιοχές με δράστες ώριμους άνδρες και θύματα νεαρές γυναίκες. Κύριος σκοπός των ανδρών δραστών είναι η ακολασία αφού η πλειονότητα αυτών είναι έγγαμοι.

Από το νομολογιακό υλικό εξαιρετικό ενδιαφέρον παραουσιάζει η με αρ. 576/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών η οποία έκανε δεκτή αγωγή μητέρας για προσβολή προσωπικότητας της ανήλικης κόρης της η οποία είχε απαχθεί με τη θέλησή της. Επειδή η απόφαση αυτή είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα παρατίθεται απόσπασμά της: «Από τις αρχές του έτους 1997 ο εναγόμενος, ηλικίας τότε 25 ετών, συνήψε ερωτική σχέση με την ηλικίας τότε 14 ετών Μ.Τ., θυγατέρα της ενάγουσας και παρά την αντίθεση των γονέων της που ασκούσαν τη γονική μέριμνα αυτής, την επιβίβαζε στο αυτοκίνητο του και την οδηγούσε σε διάφορες ερημικές τοποθεσίες με σκοπό την ακολασία και ενεργούσε επ` αυτής ασελγείς πράξεις και ερχόταν και σε συνουσία μαζί της. Αποτέλεσμα των σχέσεων αυτής με τον εναγόμενο ήταν να απουσιάζει από το σχολείο της πηγαίνοντας μαζί του κατά τις ώρες των μαθημάτων της και έτσι κατά τη σχολική εκείνη περίοδο σημείωσε 191 συνολικά απουσίες. Οι γονείς της προσπαθούσαν να τη συνετίσουν και να την απομακρύνουν από τον εναγόμενο, αλλά χωρίς αποτέλεσμα και μάλιστα δημιουργήθηκε έκρυθμη κατάσταση στην οικογένεια και η ανήλικη ήλθε σε σύγκρουση με τους γονείς της. Τελικώς οι γονείς βλέποντας ότι η θυγατέρα τους είχε γίνει πειθήνιο όργανο στα χέρια του εναγομένου και είχε απορρίψει εντελώς τους γονείς της, των οποίων μάλιστα ήθελε και τον θάνατο όπως είχε σημειώσει στο σχετικό ημερολόγιο της που προσκομίζεται, αναγκάστηκαν αφενός να υποβάλουν μηνύσεις κατά του εναγομένου και αφετέρου η ενάγουσα πήρε τη θυγατέρα της το έτος 1998 και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, προκειμένου να απομακρυνθεί από τον εναγόμενο. Κατόπιν των ανωτέρω μηνύσεων ο εναγόμενος καταδικάστηκε δύο φορές για εκούσια απαγωγή και για αποπλάνηση της ανήλικης με τις υπ` αρθ. 2041/1997 και 437/1999 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημ/κείου Αγρινίου και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως 18 μηνών στην πρώτη περίπτωση και 15 μηνών στη δεύτερη περίπτωση. Από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου προσβλήθηκε ευθέως το βασικό οικογενειακό δικαίωμα της ενάγουσας να ασκεί τη γονική μέριμνα της θυγατέρας της και να αποφασίζει για το πρόσωπο της και έτσι προσέβαλε την ενάγουσα στην προσωπικότητα της υπό τη διπλή έννοια που προαναφέρθηκε, γνώριζε δε την αντίθεση των γονέων της ανήλικης στις ενέργειες του, καθώς και την περιέλευσή τους σε αδυναμία να ασκήσουν τη γονική μέριμνα κατά το μέρος που αφορούσε το πρόσωπο της ανήλικης. Από την ως άνω προσβολή της προσωπικότητας της, η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη και δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της οποίας κρίνεται εύλογο το ποσό των 6.000 Ευρώ, λαμβανομένου, κυρίως, υπόψη του είδους και της έντασης της προσβολής, της υπαιτιότητας του εναγομένου και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων».


4) Απατηλή επίτευξη συνουσίας αρ. 341 Π.Κ.

Η νομολογία που αφορά το έγκλημα της απατηλής επίτευξης συνουσίας που προβλέπεται από το αρ. 341 του Π.Κ είναι πολύ παλαιά και αφορά υποθέσεις πριν από το έτος 1980. Ειδικότερα πρόκειται για την απόφαση με αρ. 334/1979 του Αρείου Πάγου (ΠοινΧρ 1979, 501) και το με αρ. 89/1951 Βούλευμα ΠλημΠατρ (Αρμ. Ε΄, 209). Η νομολογία δείχνει ότι η διάταξη αυτή έχει περιέλθει πλέον σε αχρησία.


5) Εγκατάλειψη εγκύου αρ. 359 Π.Κ.

Το άρθρο 359 εδάφ. α' ΠΚ προβλέπει ότι «όποιος εγκαταλείπει σε απορία ή με άλλο τρόπο αβοήθητη μία γυναίκα που έμεινε από αυτόν έγκυος και που λόγω της εγκυμοσύνης ή του τοκετού της δεν μπορεί να φροντίσει τον εαυτό της, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους». Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται, ότι ουσιώδη στοιχεία για την υπόσταση του εγκλήματος αυτού είναι εκτός των άλλων, αφενός μεν η εγκατάλειψη της εγκυμονούσας σε απορία, δηλαδή σε κατάσταση κατά την οποία αυτή στερείται των αναγκαίων μέσων για τη συντήρησή της, ή η εγκατάλειψη αυτής αβοήθητης, ανεξαρτήτως απορίας, εφόσον έχει ανάγκη βοήθειας εξαιτίας των δυσμενών ψυχικών και άλλων συνεπειών που προκλήθηκαν από την κύηση ή τον τοκετό. Με αποτέλεσμα να αδυνατεί δε αυτή και στις δύο περιπτώσεις, λόγω της εγκυμοσύνης ή του τοκετού, να φροντίσει για τον εαυτό της, ώστε να πορισθεί τα αναγκαία για τη συντήρησή της μέσα ή να αντιμετωπίσει την κατάσταση που γι'αυτήν δημιουργείται από τις παραπάνω δυσμενείς συνθήκες, αφετέρου δε η πραγματική δυνατότητα του υπαιτίου να παράσχει στη γυναίκα που κατέστη από αυτόν έγκυος και που δεν μπορεί, κατά την ως άνω έννοια, να φροντίσει τον εαυτό της, την αναγκαία υλική ή άλλη μη περιουσιακή βοήθεια.

Από τη μελέτη του νομολογιακού υλικού προκύπτει ότι οι περισσότερες υποθέσεις αφορούν ανύπαντρες γυναίκες ενώ οι περισσότεροι δράστες είναι οικονομικά και κοινωνικά αποκατεστημένοι (συνήθως στρατιωτικοί ή στρατιώτες και έγγαμοι). Επίσης προκύπτει ότι οι δράστες παρόλο που έχουν την οικονομική δυνατότητα εγκαταλείπουν τα θύματα οικονομικά αβοήθητα και κυρίως ηθικά απροστάτευτα ….«την εγκατέλειψε χωρίς να της δώσει οποιαδήποτε υλική βοήθεια και ηθική συμπαράσταση, αν και γνώριζε ότι λόγω της εγκυμοσύνης και του τοκετού που επακολούθησε την 29.8.84 δεν μπορούσε να εργασθεί και ότι είχε ανάγκη ψυχικής συνδρομής λόγω της ηθικής μειώσεως της στην κοινωνία της Λάρισας εξαιτίας της εξώγαμης εγκυμοσύνης και ενώ είχε την οικονομική δυνατότητα παροχής βοήθειας, έχοντας αρκετού ύψους μηνιαίες αποδοχές και τη δυνατότητα ηθικής συμπαράστασης μένοντας μέχρι την 10.9.84 στην ίδια πόλη» (ΑΠ 948/1987),«την εγκατέλειψε αβοήθητη κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, δηλαδή τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, όσο και κατά τον τοκετό, που έλαβε χώρα την 23.8.1990, αλλά και μετά από αυτόν, μέχρι την 5.10.1990, μη παράσχων σ’ αυτήν την οφειλόμενη ηθική και ψυχική συμπαράσταση με το να επικοινωνεί μετ’ αυτής τηλεφωνικώς ή με το να την επισκέπτεται στην οικία της και στο μαιευτήριο κατά τις εξόδους από τη μονάδα του, αν και μπορούσε να πράξει αυτά, δεδομένου ότι κατά το παραπάνω κρίσιμο χρονικό διάστημα υπηρετούσε στην περιοχή Αττικής» ΑναθΔικ 269/1993.

Όμως η νομολογία φαίνεται να στρογγυλεύει την υλική και ηθική ευθύνη που προβλέπει το άρθρο 359 για τον βιολογικό πατέρα δεχόμενη ότι η υλική και ηθική ευθύνη του καλύπτεται όταν η έγκυος έχει τη βοήθεια και τη συμπαράσταση τρίτων συγγενών της («…περαιτέρω αντιφατικώς δέχθηκε ότι για την αντιμετώπιση ακριβώς της καταστάσεώς της αυτής δέχθηκε τη βοήθεια και συμπαράσταση τρίτων και κυρίως του πατέρα της Θ.Σ. Έτσι, δεν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών ότι συνεπεία των ως άνω παραλείψεων του αναιρεσείοντος δημιουργήθηκε κατάσταση ενδεχομένου κινδύνου για την παραπάνω έγκυο ή το κυοφορούμενο ή το νεογνό» Απ 106/94 που έκρινε την με αρ. 269/1993 απόφαση του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου).

Σε αυτήν την περίπτωση φαίνεται η νομολογία να προκρίνει τη βοήθεια έναντι της ευθύνης του πατέρα. Θα μπορούσε το κενό ανάμεσα στο γράμμα και το πνεύμα του νόμου να λειανθεί με την επίκληση των ελαφρυντικών περιστάσεων όπως το λευκό ποινικό μητρώο του δράστη κλπ.


6) Εκμετάλλευση πόρνης αρ 359 Π.Κ.

Σύμφωνα με το άρθρο 350 του ΠΚ "άντρας που συντηρείται ολικά ή εν μέρει από γυναίκα που ασκεί κατ`επάγγελμα την πορνεία και από την εκμετάλλευση των σχετικών ανηθίκων κερδών της τιμωρείται με φυλάκιση έξι μηνών μέχρι τριών ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το με αυτήν καθιερούμενο έγκλημα εκμεταλλεύσεως πόρνης είναι έγκλημα διαρκείας και συνεπώς δεν συνιστά τούτο μια ευκαιριακή παροχή, αλλά απαιτείται σχέση διαρκείας και κατ`αυτή συντήρηση ολική ή μερική του δράστη από πορνικά κέρδη. Κατά συνέπεια οι επαναλαμβανόμενες, κάθε ημέρα, για ορισμένη διάρκεια χρόνου, παροχές από πορνικά κέρδη απαρτίζουν όλες το απαιτούμενο στοιχείο της χρονικής διάρκειας και συνιστούν μία, πραγματικά, πράξη και όχι έγκλημα κατ`εξακολούθηση, αφού κάθε μία από τις παροχές αυτές, μόνη της, δεν στοιχειοθετεί το έγκλημα τούτο, ώστε να μπορεί να αποτελεί μερικότερη πράξη του αυτού εγκλήματος, που τελείται κατ`εξακολούθηση.

Στις περισσότερες περιπτώσεις της νομολογίας το έγκλημα της εκμετάλλευσης πόρνης συρρέει με άλλα εγκλήματα, όπως -και κυρίως- με τη μαστρωπεία και τη σωματεμπορία. Χαρακτηριστική απόφαση για το έγκλημα της εκμετάλλευσης πόρνης είναι η με αρ. 428/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία σημειώνει «…ενώ ήταν πωλητής κοσμημάτων σε φανερούς και κρυφούς οίκους ανοχής και εστερείτο περιουσιακών στοιχείων  συνεδέθη ερωτικώς από το έτος 1991 με την εγκαλούσα .............., η οποία εκπορνεύετο κατ` επάγγελμα, ως εκδιδόμενη προς βιοπορισμό επί χρήμασι εις αόριστο και ανεπίλεκτο αριθμό ανδρών, αφού την διαβεβαίωνε ότι θα έπαιρνε διαζύγιο από την σύζυγό  του και υπόσχετο σ`αυτήν (εγκαλούσα) ότι πρόθεσή του ήταν να τη νυμφευθεί πράγμα που και η σύζυγος εβεβαίωνε την εγκαλούσα με την οποία είχε φιλικές σχέσεις επετύγχανε καθόλο  το προαναφερόμενο  χρονικό διάστημα να διατρέφεται και να διαβιώνει πολυτελέστατα από τα πορνικά της κέρδη λαμβάνοντας προς τούτο καθημερινά τις εισπράξεις αυτής εκ του ως άνω επαγγέλματός της, ενώ γνώριζε την προέλευσή τους. Από την εκμετάλλευση των ανήθικων αυτών κερδών της, εκτός από τη συντήρησή του και την παντελή διαβίωσή του προέβη και στην αγορά των παρακάτω αυτοκινήτων: α) του με αριθμό κυκλοφ. .... ταξί, μάρκας MERCEDES, το οποίο αγόρασε στο όνομά του δυνάμει της με αριθμό 31962/27-12-1994 συμβ/κής πράξης της συμβ/φου Αθηνών ............ , Β) Του με αρ. κυκλ. ..... ταξί, μάρκας MERCEDES που αγόρασε στ` όνομά του δυνάμει της με αριθμό 150/18-3-1996 συμβ/κής πράξης της συμβ/φου Αθηνών ........ , γ) του με αρ. κυκλοφ. .... ταξί μάρκας  MERCEDES που αγόρασε στο όνομα της συζύγου του ............... δυνάμει της με αρ. 37961/23-2-1995 συμβ/κής πράξεως της συμβ/φου  Αθηνών .......... και δ) του με αριθμό κυκλοφορίας  ...... ΙΧΕ αυτ/του, μάρκας MERCEDES 190, που αγόρασε στο όνομά του  αντί του ποσού των 20.000.000 δρχ. κατά το μήνα Ιούνιο του 1993».

Τα θύματα είναι γυναίκες που, είτε εκπορνεύονται οικειοθελώς, είτε από τους δράστες οι οποίοι συντηρούνται από τα πορνικά κέρδη. Οι δράστες είναι μόνον άνδρες κατά τη διάταξη του αρ. 350 ΠΚ. Όμως, σήμερα, θεωρείται από τη νομολογία ότι παθητικό υποκείμενο του εγκλήματος της εκμετάλλευσης πόρνης μπορεί να είναι και ο άνδρας ο οποίος έχει υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση αλλαγής φύλου (ΒουλΔΣτρΑθ 400/1986, ΠλημΑθ 4636/1977).


7) Τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης 304 Π.Κ.

Από τη μελέτη του νομολογιακού υλικού συμπεραίνεται ότι οι περισσότερες υποθέσεις με δικαστικό ενδιαφέρον για το έγκλημα της τεχνητής διακοπής της εγκυμοσύνης αφορούν ιατρούς οι οποίοι ενήργησαν σε ιδιωτικά θεραπευτήρια αμβλώσεις. Τα θύματα είναι νεαρές, στην πλειονότητά τους ανήλικες και κυρίως άγαμες, γυναίκες οι οποίες υπό την πίεση των κοινωνικών συνθηκών προσέφυγαν στην άμβλωση. Για αυτό αναδεικνύεται ανάγλυφα το ζήτημα της συναίνεσης της εγκύου στην άμβλωση δεδομένου ότι αυτό σε πολλές περιπτώσεις αποτελεί το κύριο ζήτημα της δικαστικής διερεύνησης.

Το νομολογιακό υλικό αρθρώνεται σε τέσσερις βασικούς άξονες:

 

α) Η συναίνεση της εγκύου. Η συναίνεση της εγκύου που απαιτείται ρητά από το άρθρο 304 του Π.Κ εκφράζει το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και την ελευθερία της βούλησης της γυναίκας να αποφασίζει για τον εαυτό της. Ο νομοθέτης τιμωρεί μόνον την ανεπίτρεπτη άμβλωση εκείνη δηλαδή που γίνεται εκτός των  12 εβδομάδων κύησης. Σε πολλές περιπτώσεις, βεβαίως, η συναίνεση είναι προϊόν της κοινωνικής απαξίας και ηθικών πιέσεων που ασκούνται στην έγκυο γυναίκα.

 

β) Η συναίνεση της ανήλικης εγκύου και πώς εξασφαλίζεται. Για τη διακοπή της εγκυμοσύνης απαιτείται σαφής και ισχυρή συναίνεση της εγκύου. Η συναίνεση αυτή στις περιπτώσεις των ανηλίκων εγκύων δίνεται από το γονέα ή κηδεμόνα της εγκύου σύμφωνα με το άρθρο 304 παρ. 5. Όμως, σε πολλές περιπτώσεις δε φαίνεται η ανήλικη έγκυος να συμφωνεί με τη «συναίνεση» των γονέων της για την τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης του εμβρύου που κυοφορεί. Ίσως, σε περιπτώσεις που η ανήλικη είναι ώριμη να αποφασίσει, θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη η άποψή της. Εξάλλου η θεωρία δέχεται ότι «σοβαρή είναι η συναίνεση που δίδεται από κάποιον έχοντας επίγνωση της πραγματικότητας και η συναίνεσή του ανταποκρίνεται στην αληθινή του βούληση» (Α. Συκιώτου, 2009, 170). Ενδεικτικό για τη συναίνεση της ανήλικης εγκύου και τον τρόπο με τον οποίο εκμαιεύεται ή ερμηνεύεται είναι το με αρ. 3481/1996 Βούλευμα ΣυμβΠλημμΑθήνας χαρακτηριστικό απόσπασμα του οποίου έχει ως εξής: «….Τελικώς αντιλήφθηκε κατά μήνα Ιανουάριο 1994 ότι είναι έγκυος. Το γεγονός πληροφορήθηκαν οι γονείς της ανήλικης, οι οποίοι προσπάθησαν να την πείσουν να διακόψει την εγκυμοσύνη της, αντιδρώντας στη σκέψη πιθανού γάμου της κόρης τους και να συνεχίσει τις σπουδές της. Απομάκρυναν την ανήλικη από τη Θήβα μεταφέροντάς την στην Αθήνα στο σπίτι της αδελφής του πατέρα της Π.Ε., συνεχίζοντας να συμβουλεύουν αυτήν να εγκαταλείψει τα σχέδια της περί γάμου και να διακόψει την εγκυμοσύνη της. Η ίδια ισχυρίζεται ότι την πίεζαν απειλώντας την ότι θα βάλουν τον Θ. φυλακή, αφού ήδη είχε ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για εκούσια απαγωγή. Τελικώς κατά τα τέλη Μαρτίου 1994 επισκέφτηκαν τον γυναικολόγο, α` κατηγορούμενο, ο οποίος αφού εξέτασε την ανήλικη διαπίστωσε την εγκυμοσύνη της και της συνέστησε να σκεφθεί τι θέλει να κάνει και μόλις αποφασίσει να του τηλεφωνήσει. Πράγματι μετά λίγες ημέρες η θεία της ανήλικης έκλεισε ραντεβού με τον γυναικολόγο και στις 30-3- 94 προσήλθε η ανήλικη στο μαιευτήριο, χωρίς να δηλώσει οτι αρνείται να υποστεί την επέμβαση και με τη φανερή συναίνεσή της έγινε θεραπευτική απόξεση, εντός της προβλεπομένης προθεσμίας των 12 εβδομάδων και με τους επιβαλλόμενους ιατρικούς κανόνες. Εκ των υστέρων η ανήλικη παραπονείται ότι η συναίνεση αυτή δεν ήταν προιον της ελεύθερης βούλησής της, αλλά επήλθε κατόπιν πιέσεων του πατέρα της και του συγγενικού της περιβάλλοντος και του φόβου που προξενήθηκε σ` αυτήν από τις απειλές κατά του Θ. Ακόμη και στην περίπτωση που οι ισχυρισμοί της ανήλικης είναι αληθείς, δεν βεβαιώνεται από κάποιο στοιχείο, ούτε από την ίδια, ότι τους ενδοιασμούς της αυτούς εκδήλωσε στον γυναικολόγο, ο οποίος προέβη στην άμβλωση, έχοντας την συναίνεση της ανήλικης και του πατέρα της, β` κατηγορουμένου. Εξ άλλου η συμπεριφορά του πατέρα, προερχομένη από το πατρικό του ενδιαφέρον και την ελπίδα ενός καλύτερου μέλλοντος για το παιδί του, δεν κρίνεται ότι ενείχε δόλο βίαιης και απειλητικής εκμαίευσης της συναίνεσης της ανήλικης, γεγονός που και αν ακόμη συνέβη δεν υπέπεσε στην αντίληψη του μαιευτήρα γυναικολόγου, ο οποίος δικαιαλογημένα εξέλαβε την συναίνεση τόσο της ανήλικης όσο και του πατέρα της ως σοβαρή και αβίαστη.

 

γ) Η άμβλωση για λόγους ευγονικής. Τελευταία και μετά την ανάπτυξη της ευγονικής συχνές είναι οι υποθέσεις που απασχολούν τα δικαστήρια για τεχνητές διακοπές κυήσεων για λόγους ευγονικής. Με την με αρ. 1845/2006 απόφαση του ο Άρειος Πάγος καταδίκασε μαιευτήρα – γυναικολόγο ο οποίος, διέκοψε ανεπίτρεπτα την εγκυμοσύνη της εγκύου, δεύτερης κατηγορουμένης, με τη συναίνεση της, η οποία είχε συμπληρώσει δέκα έξι εβδομάδες κυήσεως, αν και δεν υπήρχαν ενδείξεις σοβαρής ανωμαλίας του εμβρύου, που επάγονται τη γέννηση παθολογικού νεογνού, ούτε υπήρχε αναπότρεπτος κίνδυνος για τη ζωή τής ανωτέρω εγκύου ή κίνδυνος σοβαρής και διαρκούς βλάβης της σωματικής ή ψυχικής υγείας της, η δε εγκυμοσύνη δεν ήταν αποτέλεσμα βιασμού ή άλλης παράνομης πράξης.

Αντίστοιχου περιεχομένου είναι και οι αποφάσεις με αρ. 226/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων και 544/2006 του Εφετείου Λάρισας που κρίνουν την αστική ευθύνη των ιατρών για την αποζημίωση των θυμάτων. 

 

δ) Η τήρηση των ιατρικών κανόνων για τη διασφάλιση της υγείας των εγκύων που υποβάλλονται σε τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης.Ο νόμος δεν ορίζει τα μέσα της άμβλωσης, αλλά αυτά θα πρέπει να είναι τα ενδεδειγμένα για κάθε περίπτωση και να μη θέτουν σε κίνδυνο την υγεία της εγκύου. Για παράδειγμα, το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Καβάλας με τη με αρ. 15/2002 απόφασή του καταδίκασε ιατρό για ανεπίτρεπτη διακοπή της εγκυμοσύνης, η οποία συνέβη στο ιδιωτικό του ιατρείο χωρίς τα κατάλληλα μέσα και όχι σε οργανωμένη νοσηλευτική μονάδα και χωρίς να προηγηθούν οι αναγκαίες ιατρικές εξετάσεις με αποτέλεσμα την πρόκληση θανάτου της εγκύου. Ομοίως καταδίκασε τον αναισθησιολόγο για άμεση συνδρομή. Για την προστασία της εγκύου στις περιπτώσεις της τεχνητής διακοπής της εγκυμοσύνης χρειάζεται να θεσμοθετηθεί η κάλυψη του κόστους της νόμιμης διακοπής της εγκυμοσύνης από τα Ασφαλιστικά ταμεία που δεν προβλέπται σήμερα.


8) Ενδοοικογενειακή Βία.

Από τη μελέτη των εγγραφών για την ενδοοικογενειακή βία επελέγησαν το Βούλευμα του ΣυμβΠλημμΠρεβ 58/2000 που αφορούσε υπόθεση αιμομιξίας, η με αρ. 1196/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου σχετικά με την ενδοοικογενειακή προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας ανήλικης από τον πατέρα της, η διάταξη – απόφαση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σύρου με αρ. 16/2009 που αφορά απόφαση αφαίρεσης γονικής μέριμνας για σωματική και ψυχολογική κακοποίηση ανηλίκου τέκνου, το Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά με αρ. 94/2008 με το οποίο παραπέμφθηκε σύζυγος για σωματική βλάβη σε βάροςτης συζύγου η οποία ήταν δυνατόν να προκαλέσει στο θύμα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη. Επίσης στο υλικό καταγράφεται η Αναφορά του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης με αρ. 1/2009 με θέμα: «Παροχή οδηγιών προς τον Διευθύνοντα την Εισαγγελεία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης για τήρηση ειδικού αρχείου ενδοοικογενειακής βίας».

Το νομολογιακό υλικό για την ενδοοικογενειακή βία είναι πενιχρό διότι αφενός οι υποθέσεις της ενδοοικογενειακής βίας χαρακτηρίζονται από υψηλό αφανή αριθμό της εγκληματικότητας και αφετέρου επειδή ο ειδικός νόμος 3500/06 «Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογνειακής βίας και άλλες διατάξεις» μετρά μία μόνον πενταετία εφαρμογής (εφαρμόστηκε μετά την 1/1/1007). Έως τώρα η ενδοοικεγενειακή βία μεταξύ των συζύγων διωκόταν με βάση τις γενικές διατάξεις του ποινικού δικαίου με αποτέλεσμα να μην εγγράφεται ξεχωριστά και ως εκ τούτου, να μην μπορεί να μετρηθεί. 

Οι περισσότερες αποφάσεις και τα βουλεύματα των δικαστηρίων δεν αφορούν υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας μεταξύ των συζύγων ή συντρόφων οι οποίες θα είχαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για αυτή τη μελέτη.  Με αυτή την έννοια ενδιαφέρον παρουσιάζει  το Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά με αρ. 94/2008 με το οποίο παραπέμφθηκε σύζυγος για σωματική βλάβη σε βάρος της συζύγου του, η οποία ήταν δυνατόν να προκαλέσει στο θύμα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη και το οποίο δέχθηκε ότι «…Το πρωί της 5.4.2007 η εγκαλούσα Κ.Σ. προσήλθε στο Αστυνομικό Τμήμα ... και υπέβαλε έγκληση κατά του κατηγορουμένου συζύγου της Π.Σ. αναφέροντας ότι την 3.4.2007 και περί ώρα 19:00, ενώ βρισκόταν μαζί στην οικία τους ... (επί της οδού ...), ξυλοκοπήθηκε αναίτια και άγρια από εκείνον. Ειδικότερα, η εγκαλούσα ανέφερε ότι ο σύζυγος της ήταν αλκοολικός και εμφάνιζε ψυχολογικά προβλήματα, με αποτέλεσμα να βιαιοπραγεί καθημερινά σε βάρος της θεωρώντας την υπαίτια για αυτά, τη δε 3.4.2007 της συμπεριφέρθηκε για τον ίδιο λόγο εξαιρετικά βίαια χτυπώντας τη με τα χέρια και τα πόδια του στο πρόσωπο και το σώμα της επανειλημμένα, για χρονικό διάστημα δύο ωρών. Εκ των χτυπημάτων που δέχθηκε, η εγκαλούσα υπέστη πολλαπλά κατάγματα ζυγωματικού συμπλέγματος αριστερά και εμφάνισε πολλαπλές εκχυμώσεις προσώπου, μώλωπες αριστεράς σιαγόνος, υπόσφαγμα και οίδημα αριστερού οφθαλμού, διπλωπία, και εκτεταμένες εκχυμώσεις αμφοτέρων μηρών. Στην από 22.7.2007 εξέταση της ανέφερε ότι κατά το ξυλοδαρμό της από τον κατηγορούμενο ήταν παρόντα τα τέκνα τους Χ. και Μ., ετών 18 και 12 αντίστοιχα, εξακολουθούσε δε και τότε να επιθυμεί την ποινική του δίωξη. Ο κατηγορούμενος εξεταζόμενος χωρίς όρκο την 22.7.2007, κατά την οποία (ημερομηνία) δήλωσε ως κατοικία την ίδια κατοικία με τη σύζυγο του, δέχθηκε ότι χτύπησε την τελευταία, αλλά ανέφερε ότι ωθήθηκε από την προηγούμενη συμπεριφορά της, διότι εκείνη "έπινε", εξύβρισε τότε αυτόν και τους συγγενείς του και του επιτέθηκε κρατώντας μαχαίρι. Πέραν αυτών, ο κατηγορούμενος δήλωσε μετανιωμένος για τις πράξεις του. Στην από 4.10.2007 ανακριτική κατάθεση της η εγκαλούσα παραδέχθηκε μόνο ότι εξύβρισε τον κατηγορούμενο την 3.4.2007 και ότι αντιμετώπιζε και η ίδια πρόβλημα αλκοολισμού, δήλωσε δε ότι η αιτία του ξυλοδαρμού της ήταν οι εκκλήσεις της προς εκείνον για να εργασθεί και για να μη στρέφει τα εννέα τέκνα τους εναντίον της. Εξάλλου, παρότι ανέφερε ότι ο σύζυγος της ήθελε να την "ξεμπερδέψει" όταν τη χτυπούσε, δήλωσε ότι δεν ήθελε να οδηγηθεί στη φυλακή. Στην από 4.10.2007 κατάθεση του ο υιός τους Χ.Σ. (συγκάτοικων με την εγκαλούσα) ανέφερε ότι και οι δύο γονείς του "έπιναν" και ότι η εγκαλούσα εμφάνιζε επιθετική συμπεριφορά απέναντι στον πατέρα του, όταν κατανάλωνε οινοπνευματώδη ποτά. Όμοια ήταν και η από 22.10.2007 κατάθεση του Κ.Σ., ετέρου υιού του κατηγορουμένου και της εγκαλούσας. Αυτός ανέφερε επίσης ότι από τον Ιούλιο του 2007 και μετά οι γονείς του συγκατοικούσαν ξανά και ότι από τον Απρίλιο του ιδίου έτους δεν είχαν ξανατσακωθεί. Τέλος, ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του απολογία δήλωσε μετανοιωμένος και ομολόγησε ότι χτύπησε τη σύζυγο του προκληθείς από εκείνη.

Παρότι εμφανίζει (ο κατηγορούμενος) ψυχικά και σωματικά προβλήματα (καταθλιπτική συνδρομή και κρίσεις επιληψίας) προερχόμενα από κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, που υπέστη σε τροχαίο ατύχημα προ 13ετίας, είναι και σήμερα ικανός να εργασθεί (βλ. την από 24.12.2007 αίτησή του για αντικατάσταση της προσωρινής του κρατήσεως με περιοριστικούς όρους). Ενόψει και αυτού του γεγονότος, αλλά και της ανυπαρξίας άλλων στοιχείων, που να καταδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί τι έπραττε την 3.4.2007, μπορεί ασφαλώς να υποστηριχθεί βασίμως ότι γνώριζε και ήθελε να προκαλέσει στη σύζυγο του σωματικές κακώσεις. Εξάλλου, η σοβαρότητα και η πολλαπλότητα τους είναι τέτοια, που αποκλείει την πρόκληση τους από μία μόνο ή λίγες επιθετικές του κινήσεις. Ο κατηγορούμενος χτύπησε επανειλημμένα τη σύζυγο του. Παρά τη σοβαρότητα όμως των τραυμάτων της εγκαλούσας, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί η σωματική της βλάβη ως βαριά. Ειδικότερα,η ζωή της εγκαλούσας δεν κινδύνεψε, αφού μάλιστα η ίδια δεν θεώρησε αναγκαία την εισαγωγή της στο νοσοκομείο "Ευαγγελισμός" (βλ. το από 4.5.2007 ιατρικό πιστοποιητικό). Εξάλλου, το χρονικό διάστημα των (30) ημερών από την 16.4.2007, κατά το οποίο η παθούσα έπρεπε να απόσχει από τις ασχολίες της σύμφωνα με τον Ιατροδικαστή (βλ. την από 16.4.2007 ιατροδικαστική έκθεση), δηλαδή των (43) ημερών από την ημέρα του συμβάντος, δεν κρίνεται ιδιαίτερα μεγάλο (δεν συνιστά "πολύ χρόνο" κατά το άρθρο 310 παρ. 2 ΠΚ), διότι σε αυτή την περίπτωση η έννοια της βαριάς σωματικής βλάβης θα διευρυνόταν ανεπίτρεπτα (αφού ο χρόνος αυτός πρέπει να είναι ανάλογος σε σημασία με τον κίνδυνο ζωής, τη βαριά αρρώστια και το σοβαρό ακρωτηριασμό). Η εγκαλούσα ανέφερε μάλιστα στην από 26.10.2007 "υπεύθυνη" δήλωση της ότι εξακολουθούσε (και ήταν ικανή) να εργάζεται. Οι καλές σχέσεις της με τον κατηγορούμενο, όπως περιγράφονται σ` αυτή τη δήλωση της (κατόπιν της προφυλακίσεώς του βέβαια), την "εμποδίζουν" ουσιαστικώς να περιγράψει λεπτομερώς τις δυσκολίες, που ενδεχομένως της εμφανίσθηκαν στην καθημερινότητα της λόγω των τραυμάτων της.[1]

Για το λόγο αυτό, παρότι ο κατηγορούμενος επεδίωκε το αποτέλεσμα που προκάλεσε, δεν προξένησε βαριά σωματική βλάβη στη σύζυγό του. Ενήργησε όμως κατά τρόπο, που μπορούσε να προκαλέσει στην παθούσα κίνδυνο για βαριά σωματική της βλάβη, αφού τη χτύπησε επανειλημμένα και με σφοδρότητα σε ευπαθές σημείο του σώματος της. Συνακόλουθα, υπαρχουσών σοβαρών ενδείξεων ενοχής του για την πράξη αυτή, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1,14,26, 27, 51, 53,61, 63,64,79, 308 παρ. 1α` ΠΚ, 1, παρ. 1,2α`, 2,6 παρ. 1,2α` Ν 3500/2006, στην οποία μπορεί επιτρεπτώς και πρέπει να μεταβληθεί η αρχική κατηγορία (ΑΠ 1485/2003 ΠοινΧρ 2004,425), πρέπει το Συμβούλιο σας να τον παραπέμψει στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά για να δικασθεί (άρθρα 1β`, 5,112,119 παρ. 1, 309 παρ. 1ε`, 313 ΚΠΔ)».

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η με αρ. 1/2009 Αναφορά του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης με θέμα: «Παροχή οδηγιών προς τον Διευθύνοντα την Εισαγγελεία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης για τήρηση ειδικού αρχείου Ενδοοικογενειακής βίας» για τις περιπτώσεις της ποινικής διαμεσολάβησης. Ειδικότερα επισημαίνεται η παραπομπή των δραστών στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΕΚΚΑ), η τήρηση ειδικού αρχείου και η επισύναψη στο φάκελο δικογραφίας που τηρείται στο Ειδικό Αρχείο του σχετικού πιστοποιητικού παρακολούθησης του θεραπευτικού - συμβουλευτικού προγράμματος.

Από την ανάγνωση του πενιχρού νομολογιακού υλικού που αφορά το έγκλημα της ενδοοικογενειακής βίας διαπιστώνεται ότι χρειάζεται να γίνουν ακόμη σημαντικά βήματα στην παρακολούθηση του φαινομένου και στην αξιολόγηση της εφαρμογής του ισχύοντος νομικού πλαισίου.


9) Βιασμός αρ. 336 Π.Κ.

Από τη μελέτη του νομολογιακού υλικού συμπεραίνεται ότι οι περισσότεροι δράστες είναι νέοι, χαμηλού εκπαιδευτικού επιπέδου, οι οποίοι, είτε επιλέγουν τυχαία τα θύματά τους, είτε τα γνωρίζουν από πριν. Επιλέγουν απόμερα σημεία προκειμένου να χτυπήσουν τα θύματά τους τα οποία πολλές φορές παρασύρουν χρησιμοποιώντας αλκοόλ ή ναρκωτικές ουσίες. Τα θύματα είναι νέες γυναίκες, πολλές φορές ανήλικες, που παρασύρονται λόγω του ανώριμου της ηλικίας τους, αλλά και λόγω νοητικής τους υστέρησης. Τα στοιχεία αυτά αφορούν τις καταγεγραμμένες περιπτώσεις βιασμού. Ο πραγματικός αριθμός των βιασμών είναι δύσκολο να εκτιμηθεί εξαιτίας του υψηλού αφανούς αριθμού της εγκληματικότητας. Τα θύματα δυσκολεύονται να καταγγείλουν τους δράστες είτε γιατί φοβούνται τους δράστες είτε γιατί φοβούνται τη δευτερογενή τους θυματοποίηση.

Eκτός όμως από τις συνήθεις περιπτώσεις βιασμού στις οποίες το modusoperandi έχει τα παραπάνω χαρακτηριστικά σταχυολογήσαμε τις παρακάτω υποθέσεις για την ιδιαιτερότητά τους: τη με αρ 754/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αφορά το βιασμό εγκύου γυναίκας από γιατρό γυναικολόγο στο ιατρείο του όπου βρισκόταν, συνοδευόμενη από το σύζυγό της, προκειμένου να προβεί σε τεχνητή διακοπή της κύησής της, τη με αρ. 924/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αφορά βιασμό ανήλικης και χρήση οπτικοακουστικού υλικού, τη με αρ. 205/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αφορά το βιασμό ανηλίκων αγοριών από ιερέα.

Επίσης σημαντικά συμπεράσματα προκύπτουν από το νομολογιακό υλικό σχετικά με το δικονομικό σκέλος των υποθέσεων. Από τη μελέτη προκύπτει η ανάγκη της ασφαλούς και επιμελούς συλλογής των αποδείξεων, η υποστήριξη των θυμάτων, η ακρίβεια σύνταξης των ψυχιατρικών εκτιμήσεων και η ορθή εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων. Με την ευκαιρία αυτή είναι χρήσιμο να υπογραμμιστεί ακόμη μία φορά η ανάγκη δημιουργίας μία ειδικής δομής όπου θα προσφεύγουν τα θύματα βίας στην οποία θα συλλέγονται με επιμέλεια τα αποδεικτικά στοιχεία και θα υποστηρίζονται τα θύματα.

 


10) Σωματεμπορία αρ. 351 Π.Κ.

Το έγκλημα της σωματεμπορίας στις περισσότερες περιπτώσεις συρρέει με τα εγκλήματα της μαστρωπείας, του βιασμού και της ανθρωποκτονίας. Το έγκλημα της σωματεμπορίας εντάσσεται στο χώρο του οργανωμένου εγκλήματος και είναι ιδιαίτερα δύσκολο στην απόδειξή του. Στη χώρα μας έχουμε ένα εκσυγχρονισμένο νομικό πλαίσιο ειδικότερα μετά την επικύρωση του Πρωτοκόλλου του Παλέρμο με το Ν. 3875/2010. Τα προβλήματα που είχαν παρατηρηθεί σχετικά με την παροχή προστασίας στα θύματα πριν από το χαρακτηρισμό τους  ως θυμάτων, επιλύονται αφού τα «θύματα» προστατεύονται πλέον πριν από την άσκηση της ποινικής δίωξης. Όμως, απαιτείται η αποτελεσματικότερη εφαρμογή του νόμου τόσο σε επίπεδο γρηγορότερης απονομής της ποινικής δικαιοσύνης όσο και σε επίπεδο αρωγής και προστασίας των θυμάτων. Διότι παρατηρείται ότι, ακόμη και στις περιπτώσεις που οι σωματέμποροι καταδικάζονται, οι καταδίκες είναι χωρίς αντίκρισμα. Ειδκότερα στην έκθεση του έτους 2006 του Στέιτ Ντιπάρτμεντ σημειώνεται χαρακτηριστικά ότι: «Τα ελληνικά δικαστήρια άφησαν ελεύθερους τους περισσότερους κατηγορούμενους… και η κυβέρνηση δεν μπόρεσε να επιβεβαιώσει αν οιοσδήποτε από τους διακινητές εξέτισε πραγματικά την ποινή στην οποία είχε καταδικαστεί». Επίσης σημειώνεται ότι από τους 284 που συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν πρωτοδίκως μόνον δύο εκτίουν ποινή φυλάκισης. Παρότι τα πράγματα τελευταία άλλαξαν χρειάζεται πολλά ακόμη να γίνουν. Γι΄αυτό θα πρέπει να ενδυναμωθεί η κοινωνική πολιτική σε επίπεδο εκπαίδευσης επιστημόνων, αλλά και να ενισχυθούν οι δομές που υποδέχονται και προστατεύουν τα θύματα. Το κυριότερο βάρος θα πρέπει να δοθεί στην ίδρυση ενός μηχανισμού (Παρατηρητηρίου) που θα καταγράφει το φαινόμενο, θα παρακολουθεί τα θύματα και την πορεία των υποθέσεών τους.


11) Ασέλγεια παρά φύση άρ. 347 Π.Κ

Η διάταξη του αρ. 347 ΠΚ ρυθμίζει την παρά φύση ασέλγεια μεταξύ αρρένων. Από το νομολογιακό υλικό συμπεραίνεται ότι αφορά αγόρια ανήλικα τα οποία συνήθως είναι εγκαταλελειμμένα. Οι δράστες είναι άνδρες μεγαλύτερης ηλικίας, πολύ συχνά ιερείς, που χρησιμοποιούν αυτά τα νεαρά αγόρια είτε για τη δική τους ικανοποίηση είτε για την εκμετάλλευσή τους.

Ενδεικτικό είναι το παρακάτω απόσπασμα της με αρ. 785/2012 απόφασης του Αρείου Πάγου που έχει ως εξής: «…δεδομένου ότι ο ανήλικος Α. -ο οποίος, όπως ήδη ελέχθη, πάσχει από διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή, με σημαντικές δυσκολίες στο περιεχόμενο και στη δομή του λόγου- αδυνατεί, όπως κατηγορηματικά αποφαίνονται στην κοινή έκθεσή τους οι πραγματογνώμονες Ζ. και Π. , να πλάσει ιστορίες με τη φαντασία του, ενώ όσα απέδωσε στον κατηγορούμενο δεν ήταν δυνατόν να είναι υποβολιμαία, αφού, για να τα επαναλάβει σε τρίτους, θα χρειαζόταν τη διαρκή παρέμβαση του υποβολέα, δεν θα περιέγραφε δε την εκσπερμάτιση ως ούρηση αλλά ως έκχυση κάποιου άσπρου υγρού. Συνεπώς, αποδείχθηκε πλήρως ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος στις 20 Μαρτίου του 2006, τις πρωϊνές ώρες, στο βοηθητικό δωμάτιο του κτηνιατρείου του, όπου οδήγησε τον ανήλικο Α. Π.-Γ. , του ζήτησε ν' ανοίξει το στόμα του και να κλείσει τα μάτια του για να παίξουν ένα παιχνίδι και, ακολούθως, αφού κατέβασε το παντελόνι του, υποχρέωσε τον ανήλικο, κτυπώντας τον επανειλημμένα στον αυχένα, να δεχθεί, παρά τη θέλησή του, την εισαγωγή του εν στύσει πέους του στο στόμα του και να ενεργήσει πεολειχία, λέγοντάς του δε τη φράση "λίγο ακόμα .. λίγο ακόμα", εκσπερμάτισε μέσα σ' αυτό, ενώ ακολούθως, έδωσε στον ανήλικο ένα ποτήρι νερό και ένα σοκολατάκι".


12) Σεξουαλική παρενόχληση στο χώρο εργασίας.

Ο Ν. 3896/ 2010 «Εναρμόνιση της κειμένης νομοθεσίας με την Οδηγία 2006/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και άλλες συναφείς διατάξεις» προβλέπει ότι στο άρθρο 337 του Ποινικού Κώδικα προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής: «Όποιος τελεί την πράξη της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, εκμεταλλευόμενος την εργασιακή θέση του παθόντος ή τη θέση προσώπου που έχει ενταχθεί σε διαδικασία αναζήτησης θέσης εργασίας διώκεται κατ΄έγκληση και τιμωρείται με φυλάκιση από έξι (6) μήνες μέχρι τρία (3) έτη και με χρηματική ποινή τουλάχιστον χιλίων (1.000) ευρώ».

Συνεπώς, η «σεξουαλική παρενόχληση» ενσωματώθηκε στον Ποινικό Κώδικα στη νέα παράγραφο 5 του άρθρου 337 η οποία προστέθηκε με το Ν. 3896/2010. Για την τέλεση του εγκλήματος της σεξουαλικής παρενόχλησης στο χώρο εργασίας απαιτείται να συντρέξουν οι εξής προϋποθέσεις:

α) ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις,

β) βάναυση προσβολή, δηλαδή με ιδιαίτερα αγενή τρόπο, της αξιοπρέπειας του θύματος στο επίπεδο της γενετήσιας ζωής του και

γ) εκμετάλλευση εκ μέρους του δράστη της εργασιακής θέσης του παθόντος ή της θέσης προσώπου που έχει ενταχθεί σε διαδικασία αναζήτησης θέσης εργασίας.

Η νέα ρύθμιση της σεξουαλικής παρενόχλησης με τη συμπερίληψη νέας παραγράφου 5 στο άρθρο 337 του Ποινικού Κώδικα εξακολουθεί να δημιουργεί προβληματισμό στα εξής σημεία ως προς την αντιμετώπιση του εγκλήματος της σεξουαλικής παρενόχλησης στο χώρο εργασίας:

1. Δε ρυθμίζει τις συχνότερες μορφές σεξουαλικής παρενόχλησης όπως την πρόταση για ασελγείς χειρονομίες η οποία δεν υπάγεται στο αρ. 337 παρ. 5  Π.Κ

2. Δεν τιμωρεί τις ασελγείς πράξεις οι οποίες τελούνται με κατάχρηση εξουσίας είτε με τη  μορφή της υπηρεσιακής σχέσης εξάρτησης είτε της ανάγκης για εύρεση εργασίας και οι οποίες σήμερα υπάγονται στα άρθρα 347 (παρά φύση ασέλγεια μεταξύ ανδρών) και 343 ΠΚ (ασέλγεια με κατάχρηση εξουσίας στα πλαίσια δημοσιοϋπαλληλικής σχέσης)

3. Προϋποθέτει «βάναυση» προσβολή της αξιοπρέπειας του θύματος κριτήριο αόριστο και γενικό το οποίο παραπέμπει σε προσωπικές αξιολογήσεις.

Το νομολογιακό υλικό για το έγκλημα της σεξουαλικής παρενόχλησης στο χώρο εργασίας αποτελείται από τρεις ουσιαστικά αποφάσεις. Συγκεκριμένα τη με αρ. 844/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου που αφορά μετατροπή της κατηγορίας από σεξουαλική παρενόχληση σε εξύβριση διότι δεν αιτιολογήθηκε το «βάναυσο» της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου που απαιτείται από το νόμο, τη με αρ. ΑΠ 20/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που αφορά καταδίκη για προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας για ασελγείς χειρονομίες μεταξύ ανδρών που βρίσκονται στο στρατό και τη με αρ. 1546/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που αφορά προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας ανδρός που τελέσθηκε με την αποστολή γραπτών μηνυμάτων στο κινητό τηλέφωνο.

Εν κατακλείδι, από τη μελέτη του νομολογιακού υλικού προκύπτει ότι η γυναίκα εμφανίζεται στις αποφάσεις και τα βουλεύματα των ποινικών μας δικαστηρίων περισσότερο ως θύμα και λιγότερο ως δράστης. Ως εκ τούτου, υπάρχει ανάγκη ενημέρωσης των εφαρμοστών του δικαίου αφενός σε θέματα ισότητας αφετέρου σε ζητήματα θυματολογίας και ειδικότερα θυματοποίησης γυναικών.

Προτείνεται, λοιπόν, να εμπλουτιστεί το πρόγραμμα σπουδών τόσο των Νομικών μας Σχολών όσο και της Εθνικής Σχολής Δικαστών με μαθήματα θυματολογίας γυναικών και έμφυλης εγκληματικότητας.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι από την ανάγνωση του νομολογιακού υλικού συμπεραίνεται ότι υπάρχουν διατάξεις του Ποινικού Κώδικα οι οποίες θα πρέπει άμεσα να καταργηθούν διότι έχουν ήδη καταργηθεί στην εφαρμογή τους. Για παράδειγμα, το έγκλημα της απατηλής επίτευξης συνουσίας που προβλέπεται στο αρ. 341 του Ποινικού μας Κώδικα αποτελεί μία ξεπερασμένη διάταξη η οποία πλέον δεν εφαρμόζεται. Στην αναζήτηση του νομολογιακού υλικού προέκυψαν δύο εγγραφές για το έγκλημα της απατηλής επίτευξης συνουσίας. Συγκεκριμένα το με αρ. 89/1951 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πατρών και η νεότερη μεν απόφαση του Αρείου Πάγου 334/1979 που ήδη μετρά τριάντα χρόνια από την έκδοσή της. Αναδεικνύεται ανάγλυφα ότι πλέον το άρθρο 341 του Ποινικού μας Δικαίου απλά κοσμεί τον Ποινικό μας Κώδικα χωρίς να έχει καμία απολύτως χρηστικότητα.

Εκτός όμως από τις διατάξεις οι οποίες πλέον δεν έχουν καμία εφαρμογή, υπάρχουν και διατάξεις οι οποίες θα πρέπει να αναμορφωθούν προκειμένου να ανταποκρίνονται στη νέα κοινωνική πραγματικότητα. Από το νομολογιακό υλικό προέκυψε ότι το έγκλημα της εκμετάλλευσης της πόρνης βαυκαλίζει ακόμη την έννοια του ανδρισμού εκκινώντας από την παραδοχή ότι ο ανδρισμός θίγεται εφόσον συντηρείται από τα πορνικά κέρδη.

Δεν θα πρέπει να παραγνωριστεί ότι ήδη έχει συντελεστεί μία μεγάλη αλλαγή του νομικού μας πλαισίου που αφορά εγκλήματα με έμφυλη σημαντικότητα. Για παράδειγμα, το νομικό πλαίσιο που ρυθμίζει τα εγκλήματα της ενδοοικογενειακής βίας (Ν. 3500/06), αλλά και της σωματεμπορίας έχει αλλάξει την τελευταία δεκαετία (Ν. 3064/2002). Ως εκ τούτου, το νομολογιακό υλικό δεν είναι πλούσιο με βάση το νέο αυτό νομικό πλαίσιο έτσι ώστε να εκτιμηθούν οι μετατοπίσεις που, ενδεχομένως, έχουν συντελεστεί σε επίπεδο συλλογικού ασυνειδήτου. Όμως, η αλλαγή αυτή του νομικού πλαισίου έχει μία σημαντική συμβολική διάσταση η αξία της οποίας ήδη είναι κεφαλαιώδους σημασίας. Γιατί από τη μελέτη των δικαστικών αποφάσεων αναδεικνύεται με ανησυχητικό τρόπο η ευάλωτη θέση των γυναικών θυμάτων βίας. Οι περισσότερες αποφάσεις που αφορούν τα σοβαρότερα εγκλήματα, όπως το βιασμό και τη σωματεμπορία, δείχνουν ότι αυτά συρρέουν είτε μεταξύ τους είτε με άλλα εγκλήματα ιδιαίτερης ποινικής σοβαρότητας. Πολλές είναι οι ακραίες συμπεριφορές σε βάρος των γυναικών και πολλές φορές το αποτέλεσμα αυτών έχει μοιραία αποτελέσματα για τα θύματα. Οι ανθρωποκτονίες των γυναικών είναι συχνά το αποτέλεσμα των εγκλημάτων του βιασμού, της σωματεμπορίας και της ενδοοικογενειακής βίας.

Ως εκ τούτου, για τις περιπτώσεις αυτών των εγκλημάτων, ιδιαίτερα δε για τα εγκλήματα της σωματεμπορίας και της ενδοοικογενειακής βίας, που ρυθμίζονται από σύγχρονες νομικές διατάξεις, θα ήταν χρήσιμο να δημιουργηθούν δομές ή παρατηρητήρια παρακολούθησης της πορείας των υποθέσεων, προκειμένου να υπάρχει ανατροφοδότηση για την ορθή και αποτελεσματική εφαρμογή του νομικού μας πλαισίου.


[1] Ιδιαίτερα θα πρέπει να υπογραμμιστούν τα σημεία της απόφασης που αφορούν την δημοσιοποίηση του συμβάντος της ενδοοικογενειακής βίας. Είναι γνωστό θεωρητικά ότι τα θύματα ενδοοικογενειακής σπάνια καταγγέλουν τα βίαια περιστατικά που τους συμβαίνουν για αυτό και δεν προσφεύγουν στις αρμόδιες υπηρεσίες (Ιατρεία, Ιατροδικαστική υπηρεσία) λόγω του μεγάλου συναισθηματικού δεσμού τους με το δράστη. Ως  εκ τούτου η αιτιολογία της απόφασης στην ουσία αποτελεί τη φαινομενολογία του περιστατικού της ενδοοικογενειακής βίας που θα μπορούσε και θα έπρεπε να θεμελιώσει τη βαριά σωματική βλάβη. Αντιθέτως, αυτή η επιχειρηματολογία του θύματος αξιοποιήθηκε για τη θελεμελίωση των ελαφρυντικών λόων του κατηγορουμένου –δράστη.