ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ

http://nomothesia.isotita.gr/
Εκτύπωση
Έτος
2009
Νόμος / διάταξη που αφορά
337 παρ. 5 ΠΚ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Σεξουαλική παρενόχληση στρατιώτη από Διοικητή

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου,  για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου .....κατοίκου ...., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μαυραγάνη, περί αναιρέσεως της 423/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. 

Το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ` αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 931/2008.

Αφού άκουσε  Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 60 παρ. 1 του Ν. 2287/1995 "Κύρωση του Στρατιωτικού ΠοινικούΚώδικα" (ΣΠΚ), στρατιωτικός που εξυβρίζει ανωτέρους ή κατωτέρους, με λόγια, έργα ή απειλές ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών, αν η πράξη τελέσθηκε κατά την υπηρεσία ή για λόγους, που έχουν σχέση με αυτή, διαφορετικά, με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών, σε κάθε άλλη περίπτωση. Η αξιόποινη συμπεριφορά που περιγράφεται στο άρθρο αυτό αποτελεί πράξη που προσβάλλει την τιμή του κατά βαθμό ανωτέρου ή κατωτέρου στρατιωτικού και έχει βέβαια την κοινωνική σημασία της άμεσης ή έμμεσης αρνήσεως στο άτομο ενός status εξωτερικής τιμής. Δεν πρόκειται, δηλαδή για προσβολή της στρατιωτικής τάξεως και πειθαρχίας, αλλά για κατ` αρχήν προσβολή της τιμής άλλου προσώπου, το οποίο, όμως, συνδέεται με τον δράστη με την υπηρεσιακή ιεραρχική σχέση του στρατού. Από την άποψη αυτή, οι εξυβρίσεις που τυποποιούνται στο ΣΠΚ, έχουν ένα διπλό εγκληματικό χαρακτήρα, γιατί πέρα από την προσβολή της τιμής του προσώπου του ανωτέρου ήκατωτέρου, προσβάλλουν ταυτόχρονα και την στα πρόσωπα αυτά εκφραζόμενη στρατιωτική ιδιότητα του ανωτέρου ή κατωτέρου, ως όρο εξατομίκευσης της ιεραρχικά διαρθρωμένης στρατιωτικής υπηρεσίας.

Συνεπώς αποτελούν μη γνήσια στρατιωτικά εγκλήματα, όπου η προσβολή ατομικών εννόμων αγαθών στο πλαίσιο της ιεραρχικά διαρθρωμένης υπηρεσιακής σχέσης προσδίδει στην εξύβριση τον χαρακτήρα μιας "εκ των έσω" διάψευσης της υπηρεσιακής εμπιστοσύνης. Η προβλεπόμενη από τις παραπάνω διατάξεις πράξη της εξύβρισης ανωτέρου ή κατωτέρου, ως πράξη προσβολής ατομικών εννόμων αγαθών, προσλαμβάνει την πρόσθετη απαξία της, η οποία αποτυπώνεται και στο ύψος των προβλεπόμενων ποινών, σε σχέση με το αντίστοιχο έγκλημα του ΠΚ, λόγω του ότι προκαλεί παράλληλα μία μορφή ρήξης στην ιεραρχικά διαρθρωμένη υπηρεσιακή σχέση του στρατού. Εξάλλου το άρθ. 3 του ΣΠΚ, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 2287/1995, ορίζει ότι "οι διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, όπως ισχύουν κάθε φορά, εφαρμόζονται και στα στρατιωτικά εγκλήματα, εφόσον δεν περιέχονται διαφορετικές ρυθμίσεις στον παρόντα κώδικα".Από τη διατύπωση της διάταξης αυτή σαφώς προκύπτει ότι η συμπληρωματική εφαρμογή των διατάξεων του ΠΚ αναφέρεται μόνο στη συμπλήρωση των διατάξεων του ΣΠΚ, που ανάγονται στην υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, στη συγκεκριμένη δε περίπτωση της εξυβρίσεως και όχι στις διατάξεις που αναφέρονται στην άσκηση της ποινικής δίωξης, μεταξύ των οποίων και η υποβολή έγκλησης, προκειμένου να ασκηθεί αυτή και τούτο, γιατί το έγκλημα της εξύβρισης, που προβλέπεται από το άρθρο 60 του ΣΠΚ, αν και, όπως προαναφέρθηκε, δεν συνιστά γνήσιο στρατιωτικό έγκλημα, αφού προσβάλλει και την προσωπικότητα του παθόντος, όμως συγχρόνως προκαλεί και μία μορφή ρήξης στην ιεραρχικά διαρθρωμένη υπηρεσιακή σχέση του στρατού στη διαφύλαξη της οποίας η παραπάνω διάταξη, παράλληλα με την προστασία της προσωπικότητας του παθόντος ατόμου, αποσκοπεί. Εξάλλου, λόγω της ιδιαιτερότητας που προαναφέρθηκε, επιβάλλεται η από το Δικαστήριο συσταλτική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 3 του ΣΠΚ, για το λόγο δε αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι, αν και δεν γίνεται ρητή παραπομπή στις διατάξεις του ΠΚ, που επιτρέπουν την άσκηση της ποινικής δίωξης για την πράξη της κοινής εξύβρισης μόνο μετά την υποβολή έγκλησης από τον παθόντα, όμως η θέληση του νομοθέτη ήταν να έχουν αυτές εφαρμογή και για την πράξη της εξύβρισης κατωτέρου στρατιωτικού από ανώτερο. Επομένως, προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη για την πράξη αυτή, δεν απαιτείται να υποβληθεί από τονπαθόντα έγκληση, αλλά αυτή ασκείται αυτεπάγγελτα. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 167 παρ. 3 και 211 β` του ΣΠΚ, οι μεν αποφάσεις των στρατιωτικών δικαστηρίων είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένες, η αίτηση δε αναιρέσεως κατ` αυτών επιτρέπεται, αλλά μόνο για τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠΔ.  Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο όλο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα ειδικότερα, αρκεί ο προσδιορισμός τους κατ` είδος, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγοότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης υπ` αριθ. 423/2007 αποφάσεως του, το Αναθεωρητικό Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, ότι, από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, από τα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και τις φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν, όπως όλα τα παραπάνω αναφέρονται στα πρακτικά, από την απολογία του κατηγορουμένου, αλλά και από την όλη αποδεικτική διαδικασία, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος: "Ενώ ήταν στρατιωτικός, δηλαδή Αντισυνταγματάρχης (ΠΖ), τον Ιούλιο του 2003 τοποθετήθηκε στο .... ΤΠ, ως Διοικητής. Μερικούς μήνες αργότερα μετατέθηκαν στην ίδια Μονάδα οι στρατιώτες Φ1 και Φ2. Ο κατηγορούμενος φέρεται ότι ήταν ιδιαίτερα ελαστικός με τους στρατιώτες, στους οποίους έδινε μεγάλες άδειες ή ακόμη και παρατάσεις των αδειών τους τηλεφωνικά, επιδιώκοντας να έχει φιλικές σχέσεις με αυτούς και να τον αγαπούν, δημιουργώντας όμως συχνά κάποια προβλήματα διοικητικής φύσεως στα λοιπά στελέχη της Μονάδας και ιδίως τους Διοικητές των Λόχων, τους οποίους συνεχώς παρέκαμπτε, ενώ οι στρατιώτες είχαν το θάρρος να απευθύνονται αμέσως σ`αυτόν, χωρίς να ενημερώνουν τους Διοικητές των Λόχων τους (βλ.καταθέσεις Μ1 ενώπιον του παρόντος και του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και Μ2 ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου). Ένα χρόνο αργότερα ο κατηγορούμενος μετατέθηκε από την παραπάνω Μονάδα, που εδρεύει στη ..., στην .... ΤΑΞΥΠ (φρουρά ....), μετάθεση δυσμενής για τον ίδιο, αφού η .... ήταν ο τόπος των συμφερόντων του, λόγω της καταγωγής της συζύγου του και ως εκ τούτου επιθυμούσε τη μεγαλύτερη δυνατή παραμονή του εκεί. Κατόπιν τούτου παρουσιάσθηκε διαδοχικά στον Διοικητή της ΑΣΔΕΝ, στον Α/ΓΕΣ και στον Διοικητή της .... ΣΔΙ, παραπονούμενος για την μετάθεση αυτή, ισχυρίσθηκε δε ότι αυτή έλαβε χώρα για μη υπηρεσιακούς λόγους, εξ αιτίας της κατασυκοφάντησης του από διάφορα πρόσωπα, τα οποία διέδωσαν γι`αυτόν διάφορες ανυπόστατες φήμες και κατηγορίες, χωρίς όμως να κατονομάσει τα πρόσωπα αυτά. Η ενέργεια αυτή του κατηγορουμένου είχε ως συνέπεια να διαταχθεί ΕΔΕ για τη διερεύνηση των ισχυρισμών του. Στα πλαίσια αυτής, εξεταζόμενος ενόρκως την 2-8-2004 ο στρατιώτης Φ1 ανέφερε ότι, περί τα μέσα Μαρτίου του 2004, ενώ μετέβησαν μαζί με τον κατηγορούμενο στο φυλάκιο "...." της Μονάδας, προκειμένου να του υποδείξει αυτός διάφορες υδραυλικές εργασίες που έπρεπε να πραγματοποιήσει, ως υδραυλικός της Μονάδας, αφού εισήλθε μαζί του στο εσωτερικό του φυλακίου κι ενώ ο ίδιος μελετούσε τις εργασίες που έπρεπε να γίνουν, ο κατηγορούμενος μετέβη για λίγο σε παρακείμενο χώρο και ακολούθως εμφανίστηκε μπροστά του σε απόσταση 3-4 μέτρων με κατεβασμένο το παντελόνι μέχρι τα γόνατα. Ο στρατιώτης αιφνιδιάστηκε και του είπε "τι κάνετε κ. Διοικητά, τι πράγματα είναι αυτά;",τότε αυτός του απάντησε "δεν είναι αυτό που νομίζεις, κατάλαβες λάθος, δεν συμβαίνει τίποτα", πλην όμως ο στρατιώτης πρόλαβε να φωτογραφήσει με την κάμερα του κινητού του τη σκηνή αυτή. Το περιστατικό αυτό ο στρατιώτης ανέφερε επιστρέφοντας στο στρατόπεδο της Μονάδας στον στρατιώτη Φ2 στον οποίο έδειξε και τη φωτογραφία που είχε τραβήξει, ενώ το βράδυ της ίδιας ημέρας το ανέφερε και στο Διοικητή του Λόχου του, Υπολοχαγό Μ1 . Εξάλλου ο στρατιώτης Φ2 εξεταζόμενος ενόρκως στα πλαίσια της ίδιας ΕΔΕ, την 3-8-2004 επιβεβαίωσε ότι είδε την παραπάνω φωτογραφία που του επέδειξε ο Φ1, ανέφερε δε επίσης ότι, πριν το περιστατικό αυτό, ένα πρωϊνό στο ίδιο χρονικό διάστημα,εντός δηλαδή του μηνός Μαρτίου 2004, ενώ μετέβαινε με τον κατηγορούμενο στο λεβητοστάσιο της Μονάδας για να δουν μια ζημιά που είχε προκληθεί στον καυστήρα, αυτός ξαφνικά τον ρώτησε αν έχει πάει ποτέ με άνδρες, όταν δε αυτός αντέδρασε αρνητικά, του είπε "εγώ σου λέω ότι έχεις πάει και βάζουμε στοίχημα ότι πάνω από τέσσερις φορές δεν αντέχεις να με πηδήξεις".Τα παραπάνω εξέθεσαν αναλυτικά στο ακροατήριο εξεταζόμενοι, οι Φ1 και Φ2. Ειδικότερα ο Φ1 ανέφερε ότι το φυλάκιο "...." δεν ήταν επανδρωμένο και ότι υπήρχαν στρατιώτες σε διπλανό κτίριο. Για χώρο όπου θα μπορούσαν εύκολα να απομονωθούν δύο άτομα, έκανε λόγο στην κατάθεση του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ο στρατιώτης ...., αφού δεν υπήρχε οπτική επαφή με το εσωτερικό του φυλακίου από όσους βρίσκονταν έξω από αυτό. Το γεγονός αυτό φαίνεται ότι διευκόλυνε τον κατηγορούμενο να εμφανισθεί μπροστά στο στρατιώτη Φ1, με κατεβασμένο το παντελόνι, αλλά και το εσώρουχο του, όπως αυτός κατέθεσε στο Δικαστήριο, προκαλώντας την αντίδραση του στρατιώτη, ο οποίος πήρε το κινητό του και πρόλαβε να τραβήξει τρεις φωτογραφίες την ώρα που ο κατηγορούμενος ήταν σκυφτός και προσπαθούσε να σηκώσει το παντελόνι του. Τις φωτογραφίες αυτές έδειξε στο Φ2, επιστρέφοντας στο στρατόπεδο, ενώ το βράδυ της ίδιας ημέρας πήρε τηλέφωνο το Διοικητή του Λόχου του για να του μιλήσει για κάτι επείγον και σοβαρό. Όταν αυτός πήγε στο στρατόπεδο του εξιστόρησε το περιστατικό και επιχείρησε να του δείξει τις φωτογραφίες που είχε τραβήξει αλλά αυτός αρνήθηκε λέγοντας του ότι τον πιστεύει και του ζήτησε να χειριστεί προσεκτικά το θέμα για να μην μαθευτεί. Ωστόσο ο Φ1 είχε ήδη ενημερώσει για το περιστατικό τον πατέρα του. Επίσης ο μάρτυρας ανέφερε ότι οι φωτογραφίες που τράβηξε δεν υπάρχουν πια, γιατί σβήστηκαν κατά λάθος καθώς άδειαζε τη μνήμη του αρχείου του κινητού του τηλεφώνου, όπου ήταν αποθηκευμένες. Ο Φ2 εξεταζόμενος επίσης στο ακροατήριο, περιέγραψε το περιστατικό που έλαβε χώρα κατά τη μετάβαση του με τον κατηγορούμενο στο χώρο του λεβητοστασίου, λέγοντας ότι η συμπεριφορά του ήταν προσβλητική γι` αυτόν, γι`αυτό και ενημέρωσε σχετικά τον πατέρα του, ωστόσο δεν θέλησε να δοθεί συνέχεια στο περιστατικό. Ο κατηγορούμενος από την πλευρά του αρνήθηκε παντελώς τις κατηγορίες ισχυριζόμενος ότι κανένα από τα καταγγελλόμενα περιστατικά δεν συνέβη, αλλά πρόκειται για μεθοδευμένη σκευωρία εις βάρος του, που αποσκοπούσε στην απομάκρυνση του από το νησί, επειδή προσπάθησε να βάλει τάξη σε μερικά πράγματα με συνέπεια τη δημιουργία αντιπαραθέσεων με ορισμένα άτομα, ισχυρισμούς τους οποίους υποστήριξε και η σύζυγος του εξεταζόμενη ως μάρτυρας. Αξιολογώντας όλους τους παραπάνω ισχυρισμούς, με βάση τα λοιπά στοιχεία που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία διαπιστώνονται τα εξής:

Το γεγονός της εμφάνισης του κατηγορουμένου ημίγυμνου, ενώπιον του στρατιώτη Φ1 επιβεβαιώνεται από την κατάθεση του Φ2 ο οποίος αναφέρει ότι ο Φ1, εμφανώς σοκαρισμένος και σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, του εξιστόρισε το περιστατικό και του έδειξε την επίμαχη φωτογραφία, για να τον πείσει για την αλήθεια των λεγομένων του. Βέβαια κάποια αντίφαση μεταξύ των δύο μαρτύρων παρατηρείται ως προς τον τρόπο εμφάνισης του κατηγορουμένου, αφού ο Φ2 αναφέρει ότι στη φωτογραφία απεικονιζόταν με κατεβασμένο παντελόνι, όχι όμως και το εσώρουχο του, σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του Φ1 ότι αυτός εμφανίστηκε μπροστά του με κατεβασμένο το παντελόνι και το εσώρουχο. Επίσης ο Φ1 ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου καταθέτει ότι, όταν αιφνιδιασμένος από την πράξη του Διοικητή του, του είπε "τί κάνετε κ. Διοικητά, τι πράγματα είναι αυτά;" εκείνος του απάντησε "δεν είναι αυτό που νομίζεις. Ήταν ένα πάθος και τελείωσε", ωστόσο οι ανωτέρω διαφοροποιήσεις είναι δικαιολογημένες, λόγω της παρέλευσης αρκετού χρόνου, αλλά και της έκπληξης που δημιούργησε το όλο περιστατικό στους στρατιώτες, κάνοντας τους ακόμα και να παρανοήσουν κάποιες λεπτομέρειες, χωρίς ωστόσο να θίγεται ο πυρήνας της καταγγελίας που είναι η βεβαιωμένη απρεπής και προσβλητική εμφάνιση του κατηγορουμένου, ενώπιον του στρατιώτη Φ1. Άλλωστε, όπως προκύπτει από την κατάθεση του Μ1 , διοικητή του Λόχου στον οποίο ανήκε ο στρατιώτης Φ1, ο τελευταίος απευθύνθηκε την ίδια ημέρα σ`αυτόν και του εκμυστηρεύθηκε το περιστατικό, προτείνοντάς του να του δείξει τη φωτογραφία που είχε τραβήξει, αυτό όμως δεν έγινε, γιατί ο ίδιος δεν θέλησε να τη δει, διότι, όπως είπε χαρακτηριστικά στο Δικαστήριο, πίστεψε απόλυτα τους ισχυρισμούς του στρατιώτη, ο οποίος ήταν από τους καλύτερους στρατιώτες και 100% αξιόπιστος. Επίσης ο Φ1 απευθύνθηκε και στον ψυχολόγο της ... ΣΔΙ, στρατιώτη Μ3 ενημερώνοντας τον σχετικά με το περιστατικό (βλ. Ένορκη κατάθεση αυτού ενώπιον του Δικαστηρίου), ενώ αυτός με τη σειρά του, πιστεύοντας στην αλήθεια των καταγγελλομένων, ενημέρωσε το στρατιωτικό ιερέα π. ..... τον Υποδιοικητή της Μονάδος, Μ2 και τον Υποδιοικητή του Τάγματος Υγειονομικού και προϊστάμενο της Ομάδας Ψυχολογικής Μέριμνας της ... ΣΔΙ Μ4 για την ύπαρξη σοβαρού προβλήματος στη Μονάδα, λόγω σεξουαλικής παρενόχλησης από τον Διοικητή κάποιου στρατιώτη, τον οποίο απέφυγε να κατονομάσει, θέλοντας έτσι να προστατεύσει τον στρατιώτη αυτόν, αλλά και τους λοιπούς στρατιώτες της Μονάδας, από κάποια νέα παρόμοια συμπεριφορά του Διοικητή. Ο μάρτυρας Μ4 ανέφερε στην κατάθεση του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι ο Μ3 τον ενημέρωσε για την ύπαρξη του προβλήματος, χωρίς να του αναφέρει το όνομα του στρατιώτη, κάνοντας λόγο για «βόμβα έτοιμη να εκραγεί".

Εξάλλου ο στρατιωτικός ιερέας.... στην κατάθεση του έκανε λόγο για "περίεργη" συμπεριφορά του κατηγορουμένου, καθώς αναζητούσε γύρω του εχθρούς και είχε μανία καταδιώξεως, ενώ εις βάρος του κυκλοφορούσαν διάφορες δυσμενείς φημολογίες. Όλα τα παραπάνω εξέθεσε στο Δικαστήριο και ο μάρτυρας Μ2 λέγοντας ότι για το θέμα ενημερώθηκε αρχικά από τον Μ3 ο οποίος ήταν πολύ ανήσυχος, λόγω του ψυχολογικού προβλήματος που είχε δημιουργηθεί στον παρενοχληθέντα στρατιώτη, τον οποίο δεν κατονόμασε, ζήτησε δε τη βοήθεια του, στην περίπτωση που αυτός θα είχε στο μέλλον παρόμοιο πρόβλημα. Επίσης ανέφερε ότι, λεπτομέρειες για τα δύο περιστατικά έμαθε αργότερα από το Διοικητή του Λόχου των δύο στρατιωτών, τον Μ1 , δήλωσε δε ότι θεωρεί τα γεγονότα αληθή, δεδομένου ότι και οι δύο στρατιώτες ήταν καλοί και αξιόπιστοι, είχαν δουλέψει για τη Μονάδα και ανταμείφθησαν από την εργασία τους με άδειες. Καταθέτει ότι ο Φ1 δεν είχε λόγο να πει ψέμματα ενώ ο Φ2 είναι ήδη οικογενειάρχης. Τέλος θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο στρατιώτης Φ1 μετά το περιστατικό με τον κατηγορούμενο έλαβε απ`αυτόν άγραφη άδεια περίπου είκοσι ημερών, κατόπιν παρέμβασης του πατέρα του, ο οποίος σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με αυτόν απαίτησε να του δοθεί η άδεια, εξ αιτίας του ψυχολογικού προβλήματος που είχε δημιουργηθεί στο γιο του, ενώ άδεια έλαβε και ο στρατιώτης Φ2 κατόπιν παρέμβασης και του δικού του πατέρα. Μάλιστα ο κατηγορούμενος θέλοντας να δικαιολογήσει την άδεια που έδωσε στο Φ1, ισχυρίσθηκε ότι του τη χορήγησε προκειμένου να μεταβεί στην Αθήνα και να αναζητήσει κάποιο ανταλλακτικό για τον καυστήρα, ισχυρισμό τον οποίο ουδείς μάρτυρας επιβεβαίωσε. Απ` όλα τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει αναμφισβήτητα κατά την ομόφωνη γνώμη του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος εκδήλωσε πράγματι τις προαναφερόμενες συμπεριφορές προς τους στρατιώτες Φ1 και Φ2 όπως αυτές αναλυτικά περιγράφονται από αυτούς καθόσον οι μαρτυρίες τους κρίνονται αξιόπιστες και αληθείς. Σ` αυτό το συμπέρασμα οδηγεί όχι μόνο η φωτογράφηση του ημίγυμνου Διοικητού με την κάμερα του στρατιώτη Φ1 (έστω και αν το αποδεικτικό αυτό στοιχείο δεν υφίσταται πλέον), αλλά κυρίως η διαπίστωση ότι οι δύο (ευνοημένοι μέχρι τότε από τη Διοίκηση της Μονάδος) στρατιώτες, κανένα λόγο δεν είχαν να καταγγείλουν ψευδώς τον κατηγορούμενο για τις σοβαρές αυτές πράξεις εις βάρος τους. Αντιθέτως μάλιστα φαίνεται ότι οι δύο στρατιώτες προσπάθησαν να αποσιωπήσουν τα περιστατικά αυτά, περιοριζόμενοι στο να τα εκμυστηρευτούν ο ένας στον άλλο, καθώς και στους γονείς τους, ενώ μόνο ο Φ1, σοκαρισμένος από το περιστατικό, απευθύνθηκε στο Διοικητή του Λόχου του και τον ψυχολόγο της Μονάδος, ζητώντας τη βοήθεια τους. Ωστόσο κανείς εκ των δύο στρατιωτών προχώρησε σε μηνυτήρια αναφορά εις βάρος του κατηγορουμένου, αποδεικνύοντας με τον τρόπο αυτό ότι ουδόλως το κίνητρο τους ήταν να τον βλάψουν, οδηγήθηκαν δε στην καταγγελία των περιστατικών αυτών μόνο όταν διετάχθη η σχετική ΕΔΕ, την οποία άλλωστε ο ίδιος ο κατηγορούμενος προκάλεσε με τους ισχυρισμούς του περί σκευωρίας εις βάρος του, οπότε και αναγκάσθηκαν, εξεταζόμενοι ενόρκως, να αποκαλύψουν τα όσα αυτός είχε διαπράξει. Άλλωστε δεν πρέπει να παραβλεφθεί το γεγονός ότι, όλοι όσοι έλαβαν αρχικά γνώση, άμεσα ή έμμεσα των καταγγελομένων περιστατικών, αν και πίστεψαν από την πρώτη στιγμή τους δύο στρατιώτες, παρά ταύτα αντιμετώπισαν το θέμα με την υπευθυνότητα που τους υπαγόρευε η θέση τους, προβαίνοντας σε προσεκτικούς και διακριτικούς χειρισμούς, ώστε να προστατευθούν οι στρατιώτες της Μονάδος από παρόμοιες συμπεριφορές, χωρίςόμως να εκθέσουν περισσότερο τον κατηγορούμενο. Έτσι όμως διαψεύδονται οι ισχυρισμοί αυτού περί μεθοδευμένης κατασυκοφάντησης του από στελέχη της Μονάδας και άλλα πρόσωπα, τα οποία άλλωστε δεν κατονομάζει, ούτε συγκεκριμενοποιεί τα περιστατικά που συνιστούν την υποτιθέμενη σκευωρία.

Άλλωστε ουδείς μάρτυρας, πέραν της συζύγου του, επιβεβαιώνει το παραμικρό για τους ισχυρισμούς αυτούς.

Συνεπώς καμμία αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι ο κατηγορούμενος προέβη στις παραπάνω συμπεριφορές προς τους δύο στρατιώτες, εκφράζοντας έτσι, αντικειμενικά, περιφρόνηση και ανυποληψία στο πρόσωπο τους, αφού οι συμπεριφορές αυτές, εμπεριέχουσες και στις δύο περιπτώσεις προτάσεις ή υπονοούμενα σεξουαλικού περιεχομένου και μάλιστα ομοφυλοφυλικού χαρακτήρα, ήταν ικανές και πρόσφορες να πλήξουν την τιμή και την αξιοπρέπεια αυτών, θίγοντας μάλιστα βάναυσα και το περί ηθικής αίσθημα αυτών. Και βέβαια ο κατηγορούμενος ηθελημένα εξεδήλωσε προς αυτούς τις εξυβριστικές αυτές συμπεριφορές, γνωρίζοντας επιπλέον ότι επρόκειτο για κατώτερους του στρατιωτικούς. Άλλωστε οι πράξεις του κατηγορουμένου δεν τελέσθηκαν με αφορμή το ενεργό πλαίσιο άσκησης συγκεκριμένης στρατιωτικής υπηρεσίας, ούτε βέβαια μέσα σε τέτοιο υπηρεσιακό πλαίσιο, αφού ο κατηγορούμενος και οι εξυβρισθέντες στρατιώτες δεν είχαν επιφορτισθεί κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεων αυτών με την εκτέλεση συγκεκριμένων υπηρεσιακών καθηκόντων, ώστε να συνδέονται με την λειτουργική άσκηση αυτών σε κάποια σχέση εξαρτήσεως. Κατόπιν αυτών το δικαστήριο κρίνει ομόφωνα ότι πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για εξύβριση κατωτέρου, όχι κατά την υπηρεσία ή για λόγους που έχουν σχέση μ`αυτήν, κατά συρροή {πράξεις δύο(2)}, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, καθόσον αποδείχθηκε πλήρως ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπο αυτού τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του ανωτέρω εγκλήματος".

Ακολούθως με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο κήρυξε τονκατηγορούμενο ένοχο εξυβρίσεως κατωτέρου, όχι κατά την υπηρεσία ή για λόγους που έχουν σχέση με αυτήν, κατά συρροήν και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Αναθεωρητικό Δικαστήριο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα επιτρεπτώς κατ` είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, διέλαβε στην απόφασή του την επιβαλλόμενη, κατά τα αναπτυχθέντα στη νομική σκέψη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού περιέχει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εξυβρίσεως κατωτέρου κατά συρροή, όχι κατά την υπηρεσία ή για λόγους που έχουν σχέση με αυτήν, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη το Δικαστήριο, μεταξύ των οποίων και τις καταθέσεις των παθόντων, τις οποίες με ειδική αναφορά συναξιολόγησε και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε τα τελευταία στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1, 94, 361 ΠΚ και 60 παρ. 1β` ΣΠΚ που εφήρμοσε και δεν τις παραβίασε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις, ούτε με οποιοδήποτε άλλον τρόπο. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατά τις οποίες η προσβαλλομένη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας γιατί 1) το σκεπτικό της αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού και 2) δεν αιτιολογείται ειδικά ο δόλος του, είναι αβάσιμες γιατί α) η αντιγραφή του αιτιολογικού και διατακτικού της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε δεχτεί τα ίδια, δεν σημαίνει ότι το Αναθεωρητικό Δικαστήριο δεν άσκησε τη δικαιοδοτική του εξουσία, με δική του αυτοτελή κρίση, όπως αιτιάται ο αναιρεσείων, και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, το Αναθεωρητικό Δικαστήριο αποφάσισε για την ενοχή του αναιρεσείοντος μετά από συζήτηση, αποδεικτική διαδικασία και διάσκεψη και στη συνέχεια απήγγειλε προφορικά την απόφασή του,όπως ορίζει το άρθρο 371 παρ.1 ΚΠΔ, ενώ η γραπτή σύνταξη και υπογραφή της απόφασης (οπότε και έλαβε χώρα η αντιγραφή), σύμφωνα με όσα κατά την κρίση του αποδείχθηκαν, έγινε μεταγενέστερα, σύμφωνα με τα άρθρα 142 παρ.2 και 144 παρ.1 ΚΠΔ και β) δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία για το δόλο του κατηγορουμένου, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που γίνονται δεκτά και δεν αξιώνονται από τις διατάξεις που εφαρμόσθηκαν πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του.

Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` και Ε` δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και, ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω αβάσιμος είναι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Θ` του ΚΠΔ (κατ` εκτίμηση του περιεχομένου του), πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του, αφού τον καταδίκασε για τις παραπάνω πράξεις για τις οποίες δεν είχε υποβληθεί από τους παθόντες έγκληση.

Τέλος απαράδεκτος είναι και ο τελευταίος λόγος της αναιρέσεως, κατά τον οποίο προκλήθηκε ακυρότητα από την παραβίαση των δικαιωμάτων του ως κατηγορουμένου και ειδικότερα από τη μη χορήγηση σ` αυτόν, αν και υπέβαλε σχετικό αίτημα,αντιγράφων των πρόχειρων πρακτικών της δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, διότι τα πρόχειρα πρακτικά που τηρούνται από το γραμματέα αποτελούν interna corporis του Δικαστηρίου και δεν προβλέπεται από κάποια διάταξη η χορήγηση τους στον κατηγορούμενο. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει, για έρευνα, άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

                         ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-4-2008 αίτηση του ....., για αναίρεση της υπ` αριθμ. 423/11-12-2007 αποφάσεως του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου.

Και,

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2009.