ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ

http://nomothesia.isotita.gr/
Εκτύπωση
Έτος
2012
Νόμος / διάταξη που αφορά
336 ΠΚ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
ΟΛΟΙ
Σημασία απόφασης
Βιασμός εγκύου ασθενούς από ιατρό

 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου Μιχαήλ Θεοχαρίδη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 28/2012 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βιολέττα Κυτέα, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Κυριακούλα Γεροστάθη-Εισηγήτρια και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Χ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σάββα Παραστατίδη, περί αναιρέσεως της 14-15/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών, με πολιτικώς ενάγουσα την R. M. του Η., σύζ. Α. Λ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Οκτωβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1141/2011.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με τη 14-15/2011 απόφασή του καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε κάθειρξη οκτώ (8) ετών, για την αξιόποινη πράξη του βιασμού. Κατά της αποφάσεως αυτής, άσκησε ο αναιρεσείων νομοτύπως και εμπροθέσμως την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, στην οποία περιλαμβάνεται ως λόγος αναιρέσεως η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ο οποίος και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα, λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά στοιχεία, αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, ούτε αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποίο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη και τα άλλα. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του μετά από παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό δέχθηκε ότι: "Επειδή από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας καθώς και την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, από όλα τα έγγραφα της δικογραφίας και όσα προσκόμισαν οι διάδικοι και αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και την απολογία του κατηγορουμένου αποδείχθηκαν τα εξής:

Ο κατηγορούμενος είναι γιατρός γυναικολόγος-μαιευτήρας και ασκεί την επαγγελματική του αυτή δραστηριότητα στην Α., όπου διατηρεί και το ιατρείο του. Την 19-4-2001, η παθούσα ηλικίας τότε 26 χρόνων, κάτοικος ... υπήκοος Αλβανίας, έγκυος 6-7 εβδομάδων, συνοδευόμενη από το σύζυγό της, επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο στο ιατρείο του, προκειμένου να προβεί σε τεχνητή διακοπή της κυήσεως. Ο τελευταίος αποδέχθηκε να πραγματοποιήσει τη σχετική επέμβαση την επομένη ημέρα στο ιατρείο του. Έτσι η παθούσα την 20-4-2001 συνοδευόμενη από το σύζυγό της προσήλθε περί ώρα 8.30 π.μ. στο ιατρείο του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελείται από τον προθάλαμο, το γραφείο του και εσωτερικότερα τούτου, το εξεταστήριο με τη γυναικολογική κλίνη, όπου και θα υποβαλλόταν στην επέμβαση, καθένα δε των παραπάνω δωματίων διαχωρίζεται από το άλλο με συρόμενες πόρτες. Στον προθάλαμο του ιατρείου παρέμεινε ο σύζυγος της παθούσας, μετά παρέλευση δε μικρού χρονικού διαστήματος προσήλθαν και παρέμειναν στον ίδιο χώρο ο Ι. και η Ζ. Μ. φίλοι και εργοδότες του τελευταίου για να συμπαρασταθούν σ' αυτόν και τη σύζυγό του, ενώ την πόρτα που όπως αναφέρθηκε διαχωρίζει τον προθάλαμο από το ιατρείο και το εξεταστήριο είχε κλήσει ο κατηγορούμενος. Το συγκεκριμένο ιατρείο πρέπει να σημειωθεί ότι δε διέθετε τις προδιαγραφές λειτουργίας οργανωμένης νοσηλευτικής μονάδας, όπως ορίζεται στην ΥΑ Α 3β/ΟΙΚ2799/1987 "περί προστασίας της γυναίκας που υποβάλλεται σε τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης" δηλαδή την αναγκαία υλικοτεχνική υποδομή για τη διατήρηση των ζωτικών λειτουργιών της εγκύου στην περίπτωση οποιασδήποτε επιπλοκής κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης ή μετεγχειρητικώς. Επίσης δε διέθετε νοσηλευτικό προσωπικό και κατά τη διάρκεια της επεμβάσεως δε συμμετείχε αναισθησιολόγος: Η παθούσα αφού έβγαλε τα ρούχα της, εκτός από την μπλούζα που φορούσε, τοποθετήθηκε στην εξεταστική γυναικολογική κλίνη, με ανοιχτά τα πόδια της στις αντίστοιχες υποδοχές αυτής. Ο κατηγορούμενος προκειμένου να πραγματοποιήσει την επέμβαση, χορήγησε σ'αυτήν ενδοφλεβίως 2 ml Fentanyl, αλλά και ξυλοκαΐνη γύρω από τον τράχηλο, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται. Το συγκεκριμένο φάρμακο, το Fentanyl, είναι οπιοειδές, ισχυρό, αναλγητικό και όχι υπνωτικό. Δεν επιφέρει αναισθησία στο λήπτη, δηλαδή πλήρη απώλεια της συνείδησης και των αισθήσεων, αλλά μερική νάρκωση, που καταργεί την αίσθηση επώδυνων ερεθισμάτων, επιφέρει αδυναμία αντίδρασης, χωρίς να στερεί όμως τη δυνατότητα να αντιλαμβάνεται εξωτερικούς θορύβους. Ακολούθως ο κατηγορούμενος προέβη στην προαναφερόμενη επέμβαση, της διακοπής της κύησης, επιτυχώς, εκμεταλλευόμενος δε την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η παθούσα, λόγω της χορήγησης των παραπάνω φαρμάκων και την αδυναμία της να αντιδράσει, εισήγαγε το πέος του που βρισκόταν σε στύση στον πρωκτό της, τη θώπευε στο στήθος και τη φιλούσε στο στόμα, για να ικανοποιήσει τη γενετήσια επιθυμία του. Πλην όμως δεν επακολούθησε από μέρους του εκσπερμάτωση επειδή η παθούσα, είχε αρχίσει ήδη να συνέρχεται λόγω παρέλευσης του χρόνου δράσης του παραπάνω φαρμάκου και αισθανόμενη πόνο στον πρωκτό, από την εισαγωγή του πέους του κατηγορουμένου, αντέδρασε, του έλεγε ότι πονάει, οπότε άνοιξε τα μάτια της, είδε τον κατηγορούμενο πάνω στο σώμα της και με όση δύναμη είχε πλέον αποκτήσει, αμυνόμενη τον απώθησε. Ο τελευταίος απομακρύνθηκε επειδή φοβήθηκε ότι θα γίνει αντιληπτός από το σύζυγο και τα φιλικά πρόσωπα της παθούσας, που ανέμεναν στον προθάλαμο του ιατρείου του. Ακολούθως άνοιξε την πόρτα του γραφείου του και εισήλθαν σ' αυτό ο σύζυγος της παθούσας και η φίλη της. Στον σύζυγο ο κατηγορούμενος παρέδωσε συνταγή με φάρμακα που συνήθως χορηγούνται μετά τη διακοπή της κύησης και μετά παρέλευσης μικρού χρονικού διαστήματος η παθούσα με τα πρόσωπα που τη συνόδευαν αποχώρησαν από το ιατρείο. Η τελευταία το μεσημέρι της ίδιας ημέρας ενημέρωσε την προαναφερόμενη Ζ. Μ., που βρισκόταν στην οικία της, για ότι είχε συμβεί πριν από λίγες ώρες και μετά αφού ξεπέρασε τους φόβους και τους δισταγμούς της, σχετικά με την αντίδραση του συζύγου της όταν θα μάθαινε αυτό το γεγονός, τον ενημέρωσε και αποφάσισε να καταγγείλει το βιασμό της αρμοδίως. Έτσι το απόγευμα της ίδιας ημέρας προσήλθε στο Αστυνομικό Τμήμα της Α. και κατήγγειλε το γεγονός και περί ώρα 17.15 (της ίδιας ημέρας) εξετάσθηκε κατόπιν παραγγελίας των προανακριτικών οργάνων για τη διακρίβωση των καταγγελλομένων από μαιευτήρες-γυναικολόγους της Μ/Γ κλινικής του Νοσοκομείου της ίδιας πόλης. Από τη σχετική έκθεση, που οι γιατροί αυτοί συνέταξαν, προκύπτει ότι διαπίστωσαν στα πλαίσια της κολπικής εξέτασης αιμόρροια, από την επέμβαση στην οποία είχε υποβληθεί η παθούσα και στην περιπρωκτική χώρα ελαφρύ ερεθισμό και μικροεκδορές στο δακτύλιο. Ακολούθησε εξέταση της παθούσας από τον ιατροδικαστή Ι.Α. στη Γυναικολογική Κλινική του ΠΠΓΝοσοκομείου Πατρών την 23-4-2001 κατόπιν παραγγελίας των προανακριτικών υπαλλήλων. Ο ιατροδικαστής διαπίστωσε από την κολπική εξέταση, όπως προκύπτει από τη σχετική από 14-6-01 έκθεση που συνέταξε, "πρόσφατες αιμορραγούσες μικροδιασχίσεις του βλεννογόνου του τραχήλου της μήτρας με μορφολογικούς χαρακτήρες συμβατούς με χειρισμούς δια χειρουργικών εργαλείων, προφανώς σχετιζόμενους με την επέμβαση της τεχνητής διακοπής της κύησης. Έτερα ευρήματα από τον κόλπο και την ουρογεννητική χώρα άξια αναφοράς δε διαπιστώθηκαν". Σε σχέση με την επισκόπηση του πρωκτικού δακτυλίου ο ιατροδικαστής διαπίστωσε "πρόσφατη τραυματικής αιτιολογίας μονήρη λύση της συνέχειας του βλεννογόνου του κατωτέρου τμήματος του πρωκτικού σωλήνα, μη αυτομάτως αιμορραγούσα, γραμμοειδής, μήκους 4 χιλιοστών, παράλληλη με τον επιμήκη άξονα του εντέρου, συστοίχως της 7ης ώρας, της περιφέρειας του δακτυλίου σε στάδιο επουλωτικής διεργασίας, συμβατό με τον αναφερόμενο χρόνο πρόκλησης έτερες μικροσκοπικώς ορατές αλλοιώσεις της ανατομικής περιοχής του πρωκτικού δακτυλίου δεν παρατηρήθηκαν". Ο ιατροδικαστής δε, καταλήγει στο συμπέρασμα όπως προκύπτει από την ιατροδικαστική έκθεση ότι η προαναφερόμενη βλάβη συνάδει με επίδραση-είσοδο ξένου σώματος στην ανατομική περιοχή του πρωκτικού δακτυλίου, η φύση του οποίου δεν κατέστη δυνατόν να προσδιορισθεί, καθώς και ότι η ηλικία της βλάβης συνάδει με τον αναφερόμενο χρόνο πρόκλησης της. Επίσης ο ιατροδικαστής αναφέρει στην έκθεση του ότι στην περίπτωση της παρά φύση ασέλγειας το πλέον ασφαλές στοιχείο για τη διάγνωση αυτής, είναι η ανεύρεση σπέρματος, που δεν υπήρξε στην προκειμένη περίπτωση, αφού όπως προαναφέρθηκε δεν ακολούθησε εκσπερμάτωση από τον κατηγορούμενο. Ο βασικός υπερασπιστικός ισχυρισμός του κατηγορούμενου, που αρνήθηκε εξ αρχής την πράξη του, είναι ότι στον πρωκτό της παθούσας έθεσε δυο φορές το δάχτυλο του, στα πλαίσια αμφίχειρης γυναικολογικής εξέτασης, που ήταν στην προκειμένη περίπτωση ιατρικώς ενδεδειγμένη ενέργεια, αφού κατά την επέμβαση της διακοπής της κύησης, η παθούσα εμφάνισε μεγάλη αιμορραγία "ο κόλπος γέμισε αίμα" όπως χαρακτηριστικά απολογούμενος κατέθεσε και ότι "το αίμα προήλθε από πολλές αιτίες και ήταν ανησυχητικό" και ότι η αιμορραγία αυτή μπορεί να προερχόταν είτε από τρώση του τράχηλου ή της μήτρας, όπως εκτίμησε κατά το χρόνο της επέμβασης. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε. Ούτε τρώση του τράχηλου κατά την επέμβαση υπήρξε, αλλά ούτε και τρώση του τοιχώματος του σώματος της μήτρας, για να προκληθεί τέτοιας έκτασης αιμορραγία, η οποία τον ανησύχησε και η οποία θα εδικαιολογείτο αν πράγματι είχαν συμβεί οι παραπάνω επιπλοκές. Στην τελευταία περίπτωση της τρώσης της μήτρας, που είναι εξαιρετικά σοβαρή επιπλοκή, σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, εκτός από την εσωτερική αιμορραγία, παρουσιάζεται και άπνοια, καθώς και πτώση του αριθμού των σφυγμών και παλμών και απαιτείται να οδηγηθεί σε οργανωμένη ιατρική μονάδα η παθούσα για τη διατήρηση των ζωτικών λειτουργιών της. Κάτι τέτοιο δε συνέβη, όπως και ο ίδιος άλλωστε σε άλλο σημείο της απολογίας του καταθέτει, αποφεύγοντας έστω και μεταγενέστερα να προσδιορίσει την αιτία της αιμορραγίας. Σ' ότι αφορά την περίπτωση της τρώσης του τραχήλου η παθούσα πρέπει να παραμένει μέχρι και 24 ώρες στο ιατρείο για παρακολούθηση και ακολούθως χορηγείται σ' αυτήν φαρμακευτική αγωγή με μητροσυσπαστικά φάρμακα, όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας γυναικολόγος Α. Α., αλλά και δε διαφοροποιείται ως προς την κατάθεση αυτή, σε σχέση με την αντιμετώπιση παθούσας με την παραπάνω επιπλοκή ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατέθεσε ότι επειδή η παθούσα εμφάνισε μεγάλη αιμορραγία έπρεπε να παρακολουθείται στο ιατρείο για 4-5 ώρες και ότι είναι δική του υπαιτιότητα που την άφησε και έφυγε. Ενισχυτικό της άποψης ότι δεν υπήρξε αιμορραγία είναι και το γεγονός ότι δεν ενημέρωσε ούτε το σύζυγό της, ούτε την ίδια για το περιστατικό αυτό, αλλά και ότι δε συνταγογράφησε σχετικά για την αντιμετώπιση της επιπλοκής αυτής φάρμακα. Εξάλλου αν πράγματι είχε γίνει δακτυλική εξέταση και με τη χρήση μάλιστα γατιών με λιπαντικό υγρό, όπως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, δε θα υπήρχουν τα ευρήματα που προαναφέρθηκαν στο βλεννογόνο του πρωκτικού σωλήνα της παθούσας. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος για πρώτη φορά κατά την απολογία του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατέθεσε ότι μπορεί οι βλάβες του βλεννογόνου να προκλήθηκαν από το νύχι του δακτύλου που έθεσε στον πρωκτό της παθούσας, καθ'όσον διαπίστωσε ότι το γάντι είχε σχισθεί. Αυτό το περιστατικό δεν το ανέφερε κατά την απολογία του ενώπιον του Ανακριτή Α. στον οποίο κατέθεσε και σχετικό υπόμνημα. Ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου περί εκτεταμένης αιμορραγίας και της ανάγκης διενέργειας δακτυλικής εξέτασης από τον πρωκτό αποδυναμώνεται και από το γεγονός ότι στην προσπάθειά του να τον ενισχύσει καταθέτει απολογούμενος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι όταν η παθούσα προσήλθε στον ιατροδικαστή Α. στο νοσοκομείο των Πατρών την 23-4-2001 δηλαδή τρεις ημέρες μετά το βιασμό ό τελευταίος " κάλεσε τους γυναικολόγους του νοσοκομείου να σταματήσουν την αιμορραγία για να την εξετάσει. Αυτό σημαίνει ότι η αιμορραγία εξακολουθούσε και μετά από 2-3 ημέρες". Τέτοιο περιστατικό δεν αποδείχθηκε, αφού ούτε από την σχετική ιατροδικαστική έκθεση προκύπτει, αντίθετα σ' αυτήν αναγράφεται, όπως ήδη έχει αναφερθεί, ότι διαπιστώθηκαν μικροδιασχίσεις του βλεννογόνου του τραχήλου αιμορραγούσες, με μορφολογικούς χαρακτήρες συμβατούς με επέμβαση διακοπής κύησης, ούτε η παθούσα είχε αιμορραγία, όπως η ίδια κατέθεσε, ούτε φαρμακευτική αγωγή για την αντιμετώπισή της έλαβε. Η κατάθεση του μάρτυρα Π.Ν., ότι οι διαπιστωθείσες βλάβες του βλεννογόνου από τον ιατροδικαστή δε δικαιολογούνται από την είσοδο πέους στον πρωκτό, αλλά θα έπρεπε να είναι μεγαλύτερης έκτασης δεν είναι πειστική, καθόσον οι βλάβες έχουν σχέση μεταξύ άλλων και με το μέγεθος του ανδρικού μορίου, τη στυτική του ικανότητα, τον τρόπο εισόδου στον πρωκτό, τη φυσική κατάσταση του υποκειμένου, που στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς το τελευταίο στοιχείο δεν υπήρξε αντίσταση από μέρους της παθούσας, αφού δεν είχε ανακτήσει απόλυτα τις βιολογικές της δυνάμεις, ούτε μπορούσε να βλέπει τις κινήσεις του κατηγορουμένου, αλλά συνερχόταν από μια κατάσταση μερικής νάρκωσης. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ακόμα ότι η παθούσα ενήργησε προφανώς κατ' εντολή ανταγωνιστών του, συναδέλφων του γιατρών, χωρίς ο ισχυρισμός αυτός να αποδεικνύεται, άλλωστε την εποχή που συνέβη το ένδικο περιστατικό ήταν ο μοναδικός μαιευτήρας της περιοχής. Ούτε άλλωστε αποδείχθηκε οικονομική συναλλαγή μεταξύ αυτής και των ανταγωνιστών του, τους οποίους δεν αναφέρει. Ούτε εξάλλου υπήρξε μεταξύ της παθούσας και αυτού οικονομική συναλλαγή στα πλαίσια εκβιασμού του από την τελευταία, όπως απολογούμενος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατέθεσε (περί εκβιασμού). Αντίθετα η παθούσα αποδείχθηκε ότι κατήγγειλε αμέσως το γεγονός αυτό, που την επομένη ημέρα με τα στοιχεία της και τα στοιχεία του κατηγορούμενου αναγράφηκε τούτο ως βιασμός στον τοπικό τύπο, αλλά και αναφέρθηκαν από την τηλεόραση. Και δεν υπάρχει λογική εξήγηση αν τούτο δεν ήταν αληθές, γιατί μια νεαρή γυναίκα έγγαμη με παιδιά δέχεται να εκτεθεί για ένα τόσο σημαντικό γεγονός σε μια μικρή συντηρητική επαρχιακή κοινωνία, χωρίς να επιδιώκει οικονομικό αντάλλαγμα ή για λόγους εκδίκησης του κατηγορούμενου, τον οποίο ούτε γνώριζε, ούτε είχε οποιαδήποτε διαφορά μαζί του, ώστε να υπάρχουν λόγοι εκδίκησης, που ενδεχομένως θα δικαιολογούσαν μια ψευδή καταγγελία. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος και στο παρελθόν είχε κατηγορηθεί για παρόμοια πράξη. Ειδικότερα σε βάρος του είχε ασκηθεί ποινική δίωξη για την πράξη του βιασμού, που φέρεται ότι διέπραξε σε βάρος της Ε.Ν., έγγαμης, ηλικίας 22 ετών, κατοίκου ..., η οποία τον κατήγγειλε ότι το 1996 στα πλαίσια κάποιου γυναικολογικού προβλήματος τον είχε επισκεφθεί και αυτός για την αντιμετώπισή του αφού της χορήγησε δυο ενδοφλέβιες ενέσεις με συνέπεια να περιέλθει σε κατάσταση ημιαναισθησίας και αδυναμίας αντίδρασης την ανάγκασε σε εξώγαμη συνουσία πάνω στην ιατρική κλίνη. Ακολούθως όμως η παθούσα δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε την ποινική του δίωξη και, τη διεξαγωγή δίκης, γιατί θα της προκαλούσε μεγάλο ψυχικό πόνο, ενόψει του ότι ήταν έγγαμη μητέρα ενός ανήλικου παιδιού και δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τις αντιδράσεις και την κριτική της κοινωνίας ενός μικρού συντηρητικών αντιλήψεων χωρίου όπου διέμενε. Έτσι με το 61/1996 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Α. κατ' αποδοχή της δήλωσης της παθούσας, την οποία και ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε, έπαυσε η σε βάρος του ποινική δίωξη. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο τελευταίος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο απολογούμενος κατέθεσε ότι ο δικηγόρος του πρότεινε να δώσουν στην παραπάνω Ν. 5.000.000 δρχ. "για να κλείσει η υπόθεση", τα οποία όμως δεν έδωσε. Άλλωστε δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε οικονομική συναλλαγή του με την τελευταία, η οποία ουδέποτε ζήτησε χρήματα, ούτε είχε προσωπική εμπάθεια προς τον κατηγορούμενο, ώστε για λόγους εκδίκησης να τον κατήγγειλε ψευδώς. Θα πρέπει να σημειωθεί ακόμα ότι ο κατηγορούμενος δεν στράφηκε εναντίον της για μια τόσο σοβαρή καταγγελία, ψευδή κατά τους ισχυρισμούς του, που έχει καταστροφικές συνέπειες για ένα γιατρό γυναικολόγο στην αρχή της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας. Παρόμοιο περιστατικό κατήγγειλε ευθαρσώς και με πειστικότητα και σαφήνεια η μάρτυρας που εξετάσθηκε τόσον ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου όσον και ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, Φ. Π., υπήκοος Ουκρανίας, που ήρθε στην Ελλάδα για μόνιμη διαμονή το 1999 και κατοικεί έκτοτε στην Α. και το καταγγελλόμενο περιστατικό συνέβη το 2000 που ήταν ηλικίας 27 ετών. Η μάρτυρας κατέθεσε ότι αντιμετώπισε πρόβλημα πόνου στην κοιλιά της και επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο γιατρό, ο οποίος την υπέβαλε σε υπερηχογραφική εξέταση, της είπε ότι είναι έγκυος και επειδή δεν επιθυμούσε να γεννήσει αποφάσισε τη διακοπή της κύησης, την οποία θα πραγματοποιούσε ο ίδιος. Ότι προσήλθε στο ιατρείο του με συγγενικά της πρόσωπα, τα οποία ο τελευταίος απομάκρυνε εκτός του ιατρείου του, ισχυριζόμενος ότι θα αργήσει και αφού της έκανε μια ένεση και έχασε τις αισθήσεις της, μετά από ώρα και ενώ άρχισε να συνέρχεται αισθάνθηκε ότι ο κατηγορούμενος τη θώπευε και τη φιλούσε και της έλεγε λόγια που έχουν σχέση με τη σεξουαλική επαφή. Όταν συνήλθε από τη νάρκωση, στην οποία υποβλήθηκε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, καθ' όσον δεν υπήρχε αναισθησιολόγος στο ιατρείο ούτε άλλο πρόσωπο νοσηλευτής ή βοηθός του, ήταν ντυμένη και τα ρούχα της τα είχε φορέσει ο τελευταίος. Εν τω μεταξύ ήλθαν και οι δικοί της και ο κατηγορούμενος της είπε ότι έπρεπε σε δέκα ημέρες να επιστρέψει επειδή παρουσίασε φλεγμονή και έπρεπε να υποβληθεί σε καυτηριασμό για την αντιμετώπισή της. Η ίδια, χωρίς να έχει πεισθεί απόλυτα για την παραπάνω συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ενόψει και της νάρκωσης, δέχθηκε να πάει τη δεύτερη φορά στο ιατρείο του, συνοδευόμενη και πάλι από συγγενικό της πρόσωπο. Ο κατηγορούμενος την έθεσε στη γυναικολογική κλίνη της έκανε ένεση, με αποτέλεσμα να εξασθενήσει κάθε αντίδρασή της, χωρίς όμως απώλεια των αισθήσεων. Οπότε ο κατηγορούμενος ήλθε σε συνουσία μαζί της. Το γεγονός αυτό γνωστοποίησε στους οικείους της, αλλά δεν το κατήγγειλε, όπως οι τελευταίοι την παρότρυναν, επειδή φοβήθηκε ότι δεν θα γινόταν πιστευτή. Με την παθούσα δεν γνωρίζεται η παραπάνω μάρτυρας, όταν όμως πληροφορήθηκε το συμβάν, αυθόρμητα προσήλθε για να τη στηρίξει και να καταθέσει τη δική της εμπειρία από την συμπεριφορά του κατηγορούμενου, με τον οποίο δεν αποδείχθηκε ότι είχε κάποια οικονομική συναλλαγή, όπως τέτοια συναλλαγή δεν αποδείχθηκε ότι είχε με την παθούσα, προκειμένου να καταθέσει ευνοϊκά ή όχι για τον έναν ή την άλλη. Η ίδια μάρτυρας προσκόμισε στο δικαστήριο την υπερηχογραφική εξέταση στην οποία όπως προαναφέρθηκε υποβλήθηκε και στην οποία αναγράφεται ως ένδειξη για τη διενέργεια αυτής το άλγος υπογαστρίου, που ταυτίζεται με το λόγο που κατέθεσε η παραπάνω μάρτυρας επίσκεψης της στο ιατρείο του κατηγορουμένου, χωρίς όμως να αναγράφονται τα στοιχεία της μάρτυρος. Ο κατηγορούμενος αναγνώρισε τόσον την υπογραφή του όσο και το γραφικό του χαρακτήρα σ' αυτό το έγγραφο για όσα αναγράφονται, πλην όμως ισχυρίζεται ότι αφορά άλλο πρόσωπο και με τεχνητό τρόπο, διαγράφηκαν τα στοιχεία του. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε, αντίθετα το Δικαστήριο με βάση και τα προαναφερόμενα περιστατικά που αποδείχθηκαν, πείθεται ότι εσκεμμένα ο κατηγορούμενος χορήγησε το παραπάνω έγγραφο για να αποφύγει ενδεχόμενη εμπλοκή του στην περίπτωση, που η μάρτυρας θα κατήγγειλε τις πράξεις του. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο τελευταίος ούτε εναντίον της μάρτυρος έχει στραφεί, είτε σε ποινικό δικαστήριο για την ψευδή κατ' αυτού κατάθεσή της, ούτε σε πολιτικό δικαστήριο για την διεκδίκηση αποζημίωσης για την βαρύτατη προσβολή του ως κοινωνικού ατόμου αλλά και ως επιστήμονα, που η επαγγελματική του δραστηριότητα έχει μοναδική σχέση με το γυναικείο φύλο. Με βάση τα δεδομένα αυτά και ενόψει του ότι ο κατηγορούμενος αποφάσισε να συνουσιασθεί παρά φύση με την παθούσα πριν από τη χορήγηση των φαρμάκων που προαναφέρθηκαν, γεγονός που προκύπτει τόσον από την όμοια συμπεριφορά του στις δυο γυναίκες όπως προεκτέθηκε, αλλά και στο γεγονός ότι κατά παράβαση του νόμου που απαγορεύει τη διακοπή της κύησης σε μη οργανωμένη νοσηλευτική μονάδα, διενήργησε την επέμβαση μόνος του στο ιατρείο, χωρίς αναισθησιολόγο και χωρίς την ύπαρξη νοσηλευτή ή κάποιου βοηθού, ώστε να ικανοποιήσει τις ιδιαίτερες σεξουαλικές του επιθυμίες, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος βιασμού. Ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2α Π.Κ. που στηρίζεται στο λευκό ποινικό του μητρώο, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθ' όσον μόνο το λευκό ποινικό μητρώο δεν αποδεικνύει τον πρότερο έντιμο βίο του, αφού όπως ήδη προαναφέρθηκε μέχρι την τέλεση της πράξης για την οποία καταδικάσθηκε είχε προβεί σε παρόμοιες συμπεριφορές σε βάρος δύο γυναικών. Περαιτέρω πρέπει να γίνει ως κατ' ουσίαν δεκτός, κατά την άποψη της πλειοψηφίας, ο αυτοτελής ισχυρισμός του για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2ε Π.Κ., καθ' όσον αποδείχθηκε ότι μετά την αποφυλάκιση του την 7-4-2005 μέχρι και σήμερα συμπεριφέρθηκε καλά".

Με αυτά που δέχθηκε το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού, την κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος του βιασμού, για το οποίο ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία, αναφερόμενα παραδεκτά κατ' είδος, το δικαστήριο έλαβε υπόψη και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, όπως και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ.1 και 336 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλον τρόπο. Οι ειδικότερες, αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού στο εκτενές σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ,το οποίο συμπληρώνεται από το διατακτικό, γίνεται διεξοδική ανάπτυξη των πραγματικών περιστατικών της εκμεταλλεύσεως από αυτόν (αναιρεσείοντα) της μειωμένης ικανότητας της παθούσας να αντισταθεί λόγω της καταστολής των αισθήσεων της στην οποία την είχε περιαγάγει θέτοντας το εν στύσει πέος του εντός του πρωκτού της, διενεργώντας παλλινδρομικές κινήσεις παρά φύσει συνουσίας θωπεύοντας ταυτόχρονα αυτήν και φιλώντας την στο στόμα, ικανοποιώντας με τον τρόπο αυτόν τη γενετήσια επιθυμία του. Επίσης, στο σκεπτικό γίνεται αναφορά στην αυθημερόν καταγγελία από την παθούσα και την άμεση εξέταση της από μαιευτήρες του Νοσοκομείου Α. με αναφορά στα ευρήματα στην περιπρωκτική χώρα, την εξέταση από τον Ιατροδικαστή Ι. Α., την οποία το Δικαστήριο συνεκτίμησε με τα λοιπά, αποδεικτικά στοιχεία. Ουδεμία δε αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού υπάρχει αναφορικά με την καταστολή των αισθήσεων της παθούσας, αφού, κατά τις παραδοχές της απόφασης, το φάρμακο Fentanyl είναι οπιοειδές, ισχυρό αναλγητικό και όχι υπνωτικό. Δεν επιφέρει αναισθησία στο λήπτη, δηλαδή πλήρη απώλεια της συνείδησης και των αισθήσεων, αλλά μερική νάρκωση, που καταργεί την αίσθηση επώδυνων ερεθισμάτων, επιφέρει αδυναμία αντίδρασης, χωρίς να στερεί όμως τη δυνατότητα να αντιλαμβάνεται εξωτερικούς θορύβους. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ Δ' του ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων υπό το πρόσχημα της επικλήσεως της ελλείψεως αιτιολογίας, αμφισβητεί την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτος, διότι ανάγεται στην ουσία της υπόθεσης. Μετά από όλα αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3.10.2011 αίτηση του Χ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Τριπόλεως, για αναίρεση της 14-15/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαρτίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ