ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ

http://nomothesia.isotita.gr/
Εκτύπωση
Έτος
1996
Νόμος / διάταξη που αφορά
Άρθρο 5 παρ. 3 εδ. α' ΚΠΣΣ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Χήροι / συνταξιοδότηση

 

Προϋποθέσεις συνταξιοδότησης χήρου από το Δημόσιο. Θέσπιση με το άρθρο 5 παρ. 3 εδ.α του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων πρόσθετων προϋποθέσεων (αναπηρία και ανικανότητα προς άσκηση επαγγέλματος σε ποσοστό μεγαλύτερο του 65%), πέραν εκείνων που απαιτούνται για τη συνταξιοδότηση της χήρας συζύγου θανόντος υπαλλήλου ή συνταξιούχου. Η ρύθμιση του ανωτέρω άρθρου αντίκειται στη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας και στην κοινοτική νομοθεσία και ως εκ τούτου είναι ανίσχυρη. Εφαρμογή της ευνοϊκότερης ρύθμισης που αφορά τη χήρα δημοσίου υπαλλήλου και επί των χήρων ανδρών. Καθιέρωση της ίσης μεταχείρισης χήρων και χηρών το πρώτον με τον ν. 2084/1992 και εφαρμογή της ρύθμισης για τους προσληφθέντες υπαλλήλους από 1.1.93 και εφεξής. Αντίθετη μειοψηφία ως προς τη συνταγματικότητα της διαφοροποίησης της μεταχείρισης των δύο φύλων. ΣΦ

Ελεγκ. Συνεδρίου 1273/96 (Ολομ.)

Πρόεδρος : ΑΠΟΣΤ. ΜΠΟΤΣΟΣ Εισηγητής : ΔΗΜ. ΜΑΥΡΟΥΔΕΑΣ (Σύμβουλος) Δικηγόροι : Θωμ. Τραυλός, Χριστοδ. Μπότσιος (Παρ. ΝΣΚ) Στο άρθρο 5 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (ΠΔ 1041/79) ορίζονται τα εξής : Στην περίπτωση αύ της παραγρ. 1, όπως το πρώτο εδάφιό της τροποποιήθηκε με το ΝΔ 208/74 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 παράγρ. 1 του Ν. 1202/81 και το δεύτερο εδάφιο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παράγρ. 1 του Ν. 955/79 και το άρθρο 15 του Ν. 1694/87, ορίζεται ότι "δικαίωμα εις σύνταξιν εκ του Δημοσίου Ταμείου έχουν α) ή χήρα του αποκτήσαντος δικαίωμα εις σύνταξιν ή του μετά την συμπλήρωσιν δεκαετούς (ήδη πενταετούς κατά το άρθρο 3 παράγρ. 8 του Ν. 2227/94) τουλάχιστον πραγματικής συνταξίμου υπηρεσίας θανόντος εν υπηρεσία υπαλλήλου εκ των αναφερομένων εις τα άρθρα 1 και 2, ή του υπό τους όρους της περίπτ. στύ της παραγρ. 1 του άρθρου 1 θανόντος εν υπηρεσία υπαλλήλου εκ των αναφερομένων εις τα άρθρα 1, 2 και 4, ή του εν υπηρεσία παρά τρομοκρατών ή άλλων ατόμων δολοφονηθέντος υπαλλήλου εκ των αναφερομένων εις τα άρθρα 1 και 2, λόγω της υπαλληλικής του ιδιότητος ή της ενασκήσεως των καθηκόντων του. Η χήρα δικαιούται σύνταξη αν από το γάμο έχει συμπληρωθεί ενός έτους πραγματική συντάξιμη υπηρεσία του συζύγου της ή αν ο γάμος έχει τελεσθεί δύο τουλάχιστον πλήρη έτη πριν από το θάνατό του. Αν ο γάμος της χήρας λυθεί με διαζύγιο και τελεσθεί νέος γάμος της με το ίδιο πρόσωπο, για τη συμπλήρωση των παραπάνω χρονικών προϋποθέσεων λαμβάνεται υπύ όψη και ο πρώτος γάμος. Αν όμως γεννήθηκε παιδί, η χήρα δικαιούται σύνταξη και χωρίς να συντρέχουν οι όροι αυτοί. Η χήρα δικαιούται επίσης και μη συντρεχόντων των όρων τούτων εις σύνταξιν, εις μεν την περίπτωση δύ της παραγρ. 1 του άρθρου 1 του παρόντος, αν ο γάμος ετελέσθη προ της απομακρύνσεως του συζύγου της εκ της υπηρεσίας, εις δε τας περιπτώσεις γύ και στύ της αυτής παραγράφου, ως και εις την περίπτωσιν του θανάτου του υπαλλήλου εν υπηρεσία, εάν ο γάμος ετελέσθη προ του τραύματος ή ατυχήματος ή της αναμφισβητήτου εκδηλώσεως της νόσου, εξ ων η ανικανότης ή ο θάνατος του υπαλλήλου, του χρόνου εκδηλώσεως της νόσου βεβαιουμένης διά γνωματεύσεως της Α.Σ.Υ. Επιτροπής" και στην παράγρ. 3, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παράγρ. 2 του Ν. 955/79, "ο επιζών σύζυγος θήλεος δημοσίου υπαλλήλου ή συνταξιούχου δικαιούται συντάξεως εκ του Δημοσίου Ταμείου υπό τους όρους και τας προϋποθέσεις της περιπτ. αύ της παραγρ. 1 του παρόντος άρθρου και εφύ όσον κατά τον χρόνο του θανάτου της συζύγου του ήτο άπορος και ανίκανος προς άσκησιν οιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος κατά ποσοστόν άνω του 65%, της τοιαύτης ανικανότητος αποδεικνυομένης διά γνωματεύσεως της Α.Σ.Υ. Επιτροπής. Οπου εν τω παρόντι αναγράφεται διά την απόκτησιν ή απώλειαν ή αναστολήν του δικαιώματος συντάξεως ή διά τον υπολογισμόν ταύτης η λέξις "χήρα" νοείται και ο εν τω προηγουμένω εδαφίω "χήρος". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη συνταξιοδότηση του χήρου συζύγου λόγω θανάτου της συζύγου του, δημοσίου υπαλλήλου ή συνταξιούχου, θεσπίζονται πρόσθετες προϋποθέσεις, πέραν από εκείνες που απαιτούνται για τη συνταξιοδότηση της χήρας συζύγου θανόντος δημοσίου υπαλλήλου ή συνταξιούχου, απαιτείται δηλαδή επιπροσθέτως, εκτός από τις χρονικές προϋποθέσεις που καθιερώνονται και για τη χήρα σύζυγο, όπως ο αιτούμενος τη συνταξιοδότησή του χήρος είναι άπορος και ανίκανος προς άσκηση οποιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος κατά ποσοστό ανώτερο του 65%. Εξ άλλου, το ισχύον Σύνταγμα ορίζει στο μεν άρθρο 4 παράγρ. 1 και 2 ότι οι Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και ότι οι Ελληνες και Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις, εις δε το άρθρο 116 παράγρ. 1 και 2 ότι διατάξεις υφιστάμενες που είναι αντίθετες προς το άρθρο 4 παράγρ. 2 εξακολουθούν να ισχύουν ώσπου να καταργηθούν με νόμο, το αργότερο έως την 31η Δεκεμβρίου 1982, και ότι αποκλίσεις από τους ορισμούς της παραγρ. 2 του άρθρου 4 επιτρέπονται μόνο για σοβαρούς λόγους, στις περιπτώσεις που ορίζει ειδικά ο νόμος. Με την προεκτεθείσα διάταξη της παραγρ. 2 του άρθρου 4 του Συντάγματος, η οποία αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της κατά την παράγρ. 1 του ίδιου άρθρου γενικής αρχής της ισότητας στον τομέα της κοινωνικής θέσεως και της νομικής αντιμετωπίσεως των σχέσεων των δύο φύλων, αφύ ενός μεν απαγορεύεται η δημιουργία ανίσων καταστάσεων και η διαφοροποίηση του περιεχομένου των επί μέρους δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των πολιτών, τόσο μεταξύ τους όσο και απέναντι της Πολιτείας, βάσει της διαφοράς του φύλου, αφύ ετέρου δε επιβάλλεται η παροχή ίσων δυνατοτήτων και στα δύο φύλα. Αποκλίσεις από την αρχή της ισότητας των δύο φύλων είναι θεμιτές μόνο εφύ όσον τίθενται ευθέως ή προβλέπονται συγκεκριμένως από ειδική διάταξη τυπικού νόμου και δικαιολογούνται από αποχρώντες λόγους, που αναφέρονται είτε στην ανάγκη μεγαλύτερης προστασίας της γυναίκας και μάλιστα στα θέματα μητρότητας, του γάμου και της οικογένειας (άρθρ. 21 παράγρ. 1 του Συντάγματος), είτε σε καθαρώς βιολογικές διαφορές που επιβάλλουν τη λήψη ιδιαίτερων μέτρων ή τη διάφορη μεταχείριση εν όψει του αντικειμένου της ρυθμιζόμενης σχέσεως, πάντοτε δε εντός των ακραίων ορίων, πέρα από τα οποία η ρύθμιση αυτή αντίκειται στο κοινό περί δικαίου αίσθημα. Συναφώς, θα πρέπει να λεχθεί ότι ο ειδικός κανόνας της ισότητας των φύλων στο δικαίωμα για ίση αμοιβή από εργασία ίσης αξίας (ίδετε άρθρ. 22 παράγρ. 1 εδ. βύ του Συντάγματος) κατοχυρώνεται παραλλήλως στην ελληνική έννομη τάξη και από τις υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρ. 28 παράγρ. 1 και 2 του Συντάγματος και 189 Συνθήκης Ε.Ο.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με την παράγρ. 60 της Συνθήκης του Μάαστριχτ) και δημόσιας τάξεως διατάξεις του θεσπίζοντος θεμελιώδη αρχή άρθρου 119 της Συνθήκης Ε.Ο.Κ. και των σχετικών οδηγιών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ειδικότερα α) της οδηγίας 75/117 Ε.Ο.Κ. της 10.2.75, που αφορά την ισότητα των αμοιβών μεταξύ των εργαζομένων ανδρών και γυναικών, β) της οδηγίας 76/207 Ε.Ο.Κ. της 9.2.76, που καθιερώνει την ισότητα της μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών κατά την πρόσβαση στην απασχόληση, την επαγγελματική κατάρτιση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας και γ) της οδηγίας 79/7/Ε.Ο.Κ. της 19.12.78, που αναφέρεται στην προοδευτική εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως για άνδρες και γυναίκες σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως. Η τελευταία αυτή οδηγία, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγρ. 1 αυτής, εφαρμόζεται α) στα νομικά συστήματα, που εξασφαλίζουν προστασία κατά των κινδύνων ασθένειας, αναπηρίας, γήρατος, εργατικού ατυχήματος, επαγγελματικής ασθένειας και ανεργίας και β) στις διατάξεις που αφορούν την κοινωνική προστασία κατά το μέτρο που προορίζονται να συμπληρώσουν ή να υποκαταστήσουν τα συστήματα που αναφέρονται στην περίπτωση αύ. Τέλος, ως ισότητα των Ελλήνων ενώπιον του νόμου νοείται και η ισότητα του νόμου ενώπιον των Ελλήνων. Ετσι, δεσμεύεται και ο νομοθέτης, ο οποίος κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς όμοιων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων να μεταχειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας εν γένει διακρίσεις, αλλά να προβαίνει σε ισόνομη ρύθμιση των ομοίων, εκτός αν η διαφορετική τους ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη γιατί επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (άρθρ. 93 παράγρ. 4 του Συντάγματος). Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι η θέσπιση πρόσθετων όρων για τη συνταξιοδότηση του χήρου συζύγου δημοσίας υπαλλήλου ή συνταξιούχου, πέρα από εκείνες που απαιτούνται για τη συνταξιοδότηση της χήρας, αντίκειται στην αρχή της ισότητας των δύο φύλων, που καθιερώνει το άρθρο 4 παράγρ. 2 του Συντάγματος, και είναι ανίσχυρη, διότι δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ως θεμιτή απόκλιση κατά το άρθρο 116 παράγρ. 2 του Συντάγματος. Για τους ίδιους λόγους δεν μπορεί να θεωρηθεί ισχύουσα μετά την 1.1.83 οποιαδήποτε προϋπάρχουσα διάταξη θεσπίζουσα παρόμοια αδικαιολόγητη διάκριση. Επομένως, η προπαρατεθείσα διάταξη της παραγρ. 3 εδ. αύ του άρθρου 5 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων, κατά το μέρος εκείνο που θεσπίζει πρόσθετε προϋποθέσεις για τη συνταξιοδότηση του χήρου συζύγου δημοσίας υπαλλήλου ή συνταξιούχου, πέραν από εκείνες που απαιτούνται για τη συνταξιοδότηση της χήρας, οι οποίες αναφέρονται στη συνδρομή απορίας και ανικανότητας προς άσκηση οποιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος κατά ποσοστό μεγαλύτερο του 65% στο πρόσωπο του χήρου συζύγου, εισάγει ανεπίτρεπτη ανισότητα για τους χήρους άνδρες, γεγονός που καθιστά αυτήν αντισυνταγματική και ως εκ τούτου ανεφάρμοστη. Τη θέση της διατάξεως αυτής που περιαιρείται ως αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας των φύλων, καταλαμβάνει η απομένουσα ευνοϊκότερη ρύθμιση, που αφορά στην συνταξιοδότηση της χήρας συζύγου δημοσίου υπαλλήλου ή συνταξιούχου, η οποία έτσι επεκτείνεται και υπέρ της κατηγοροίας των χήρων ανδρών που έχουν υποβληθεί στο προαναφερόμενο δυσμενέστερο καθεστώς. Σύ αυτά πρέπει να προστεθεί και το γεγονός ότι ο νομοθέτης, καθυστερημένα βέβαια, δηλαδή ύστερα από μία ολόκληρη δεκαετία από τη λήξη της συνταγματικής υποχρεώσεως που είχε για την άρση των παραπάνω συνταξιοδοτικών ανισοτήτων μεταξύ των χήρων και των χηρών συζύγων αποβιούντων δημοσίων υπαλλήλων ή συνταξιούχων, με το Ν. 2084/92 πραγματικά καθιέρωσε ίση μεταχείριση των εν λόγω προσώπων, αλλά μόνο για την κατηγορία των υπαλλήλων που διορίστηκαν για πρώτη φορά ως μόνιμοι υπάλληλοι ή κατατάχθηκαν ως στρατιωτικοί από την 1η Ιανουαρίου 1993 και μετά, εφύ όσον δεν έχουν ασφαλιστεί μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1992 σε κανέναν ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφαλίσεως (άρθρ. 18 παράγρ. 1 του Ν. 2084/92, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγρ. 5 του άρθρου 5 του Ν. 2320/95). Ετσι, εκτός από τις όμοιες χρονικές προϋποθέσεις ως προς τη διάρκεια της έγγαμης συμβιώσεως, που θεσπίζονται στην παράγρ. 3 του άρθρου 11 του παραπάνω νόμου για την απονομή κατά μεταβίβαση συντάξεως στον επιζώντα σύζυγο, με δικαιολογημένες από πλευράς προστασίας της μητρότητας εξαιρέσεις (άρθρ. 21 παράγρ. 1 του Συντάγματος) ως προς τη χήρα σύζυγο εφύ όσον αποκτήθηκε τέκνο κατά τη διάρκεια του γάμου ή νομιμοποιήθηκε τέτοιο με το γάμο ή αυτή τελούσε κατά το χρόνο του θανάτου του συζύγου της σε κατάσταση εγκυμοσύνης, με την παράγρ. 1 του ιδίου άρθρου ορίζεται, χωρίς καμιά άλλη διάκριση από απόψεως φύλου, ότι σε περίπτωση θανάτου συνταξιούχου ή υπαλλήλου πολιτικού και στρατιωτικού, που έχει τις προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 7 του νόμου αυτού, ο επιζών σύζυγος δικαιούται συντάξεως εφύ όσον α) είναι ανάπηρος και ανίκανος για κάθε βιοποριστική εργασία σε ποσοστό 67% τουλάχιστον και β) δεν έχει μέσο μηνιαίο εισόδημα από οποιαδήποτε πηγή μεγαλύτερο του 40πλασίου του ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη κλπ. Οι διατάξεις όμως αυτές δεν επεκτάθηκαν, όπως είχε υποχρέωση ο νομοθέτης, και στους επιζώντες συζύγους των προσληφθέντων πριν από την 1.1.93 υπαλλήλων, με συνέπεια ως προς τους χήρους συζύγους να μη δύνανται να θεωρηθούν, κατά τα προεκτεθέντα, ως ισχύοντες οι υφιστάμενοι εις βάρος τους δυσμενείς, σε σχέση με τις χήρες συζύγους, όροι μετά την 1η Ιανουαρίου 1983. Κατά τη γνώμη όμως δύο μελών του Δικαστηρίου, η παραπάνω από τις παραγρ. 1 περίπτ. αύ και 3 του ΠΔ 1041/79 διαφοροποίηση ως προς τη συνταξιοδοτική μεταχείριση των χηρών και των χήρων συζύγων αποβιούντων δημοσίων υπαλλήλων ή συνταξιούχων από πλευράς δυσμενέστερης αντιμετωπίσεως των τελευταίων, δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παράγρ. 2 του Συντάγματος και στο άρθρο 119 της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ., εν όψει και του άρθρου 7 παράγρ. 1γ και 2 της οδηγίας 79/7/Ε.Ο.Κ., γιατί είναι δικαιολογημένη και οφείλεται σε παράγοντες άσχετους με το φύλο. Πράγματι, η ευμενέστερη συνταξιοδοτική μεταχείριση των χηρών συζύγων οφειλόταν στην επικρατούσα διαπλοκή των κοινωνικών και ιδίως των οικογενειακών σχέσεων, η οποία προσέφερε στη γυναίκα περιορισμένες ευκαιρίες για άμεση κοινωνική ασφάλιση και επαγγελματική αποκατάσταση για απόκτηση δυνατότητας συνταξιοδοτήσεώς της εξ ιδίου δικαιώματος, με συνέπεια να είναι ασφαλιστικά εξαρτημένη από τον άνδρα, αφού ήταν επιφορτισμένη κατά κανόνα με οικογενειακά καθήκοντα, αναγόμενα στις μη υπαγόμενες στην κοινωνική ασφάλιση εσωτερικές οικογενειακές εργασίες (οικιακά, ανατροφή και περιποίηση των τέκνων κ.λπ.) και επομένως δεν μπορούσε να ασφαλιστεί παρά μόνο εμμέσως ως προστατευόμενο μέλος της οικογένειας του συζύγου της. Αντίθετα, ο άνδρας, έχοντας τη μέριμνα των εξωτερικών οικογενειακών υποθέσεων, εκτελούσε μισθωτές ή ανεξάρτητες εργασίες, που είναι κατά κανόνα ασφαλιζόμενες κοινωνικώς και έχει τη δυνατότητα να αποκτήσει αυτοτελές δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως. Στην προκείμενη υπόθεση, το Τμήμα που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, ότι ο αναιρεσείων γεννήθηκε το έτος 1926 και είναι χήρος σύζυγος της ........ η οποία πέθανε στις 22.7.89, χωρίς να αφήσει άλλους συγγενείς για μεταβίβαση του συνταξιοδοτικού της δικαιώματος, δοθέντος ότι αυτή είχε συνταξιοδοτηθεί από το Δημόσιο με συλλογική συντάξιμη υπηρεσία από έτη 29, μήνες 2, ημέρες 12. Περαιτέρω, το Τμήμα δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, που πάσχει από χρόνια οσφυαλγία, καθώς και από χρόνιο έλκος βολβού 12δακτύλου, δεν ήταν ανίκανος για την άσκηση οποιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος κατά το χρόνο θανάτου της παραπάνω συζύγου του κατά ποσοστό ίσο ή ανώτερο του 65%, με τα δεδομένα δε αυτά απέρριψε την ένδικη έφεση του αναιρεσείοντος, ως αβάσιμη, αφού έκρινε ότι για τη συνταξιοδότησή του δεν συνέτρεχε στο πρόσωπό του η απαιτούμενη από την παράγρ. 3 του άρθρου 5 του ΠΔ 1041/79 αθροιστική προϋπόθεση της ανικανότητάς του προς άσκηση οποιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος κατά ποσοστό ανώτερο του 65%. Ετσι, όμως, που έκρινε το Τμήμα, έσφαλε ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων και πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί, κατά παραδοχή ως κατύ ουσία βάσιμου του σχετικού περί τούτου μοναδικού λόγου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, στη συνέχεια δε πρέπει να κρατηθεί στο Δικαστήριο τούτο η υπόθεση, ως μη χρήζουσα περαιτέρω διερευνήσεως (άρθρ. 116 παράγρ. 1 ΠΔ 1225/81), να γίνει δεκτή η ένδικη έφεση, να εξαφανισθεί η πράξη ΓΛΚ και να γίνει δεκτή η εφύ ης εξεδόθη αυτή από 29.9.89 αίτηση του αναιρεσείοντος, προς το σκοπό να κανονισθεί σύ αυτόν κατά μεταβίβαση σύνταξη, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα. Αντίθετα, κατά τη μειοψηφήσασα γνώμη, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως θα έπρεπε να απορριφθεί ως κατύ ουσία αβάσιμη γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση κατύ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων δεν δικαιούται συντάξεως ως χήρος σύζυγος της αποβιώσασας παραπάνω πολιτικής συνταξιούχου, αφού δεν ήταν ανίκανος προς άσκηση οποιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος κατά ποσοστό ανώτερο του 65% κατά το χρόνο του θανάτου της.