ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ

http://nomothesia.isotita.gr/
Εκτύπωση
Ημερομηνία
21 / 07 / 2005
Νόμος / διάταξη που αφορά
Άρθρο 141 ΕΚ, άρθρο 1 Οδηγίας 76/207
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Άνδρες και γυναίκες εργαζόμενοι

 

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα) της 21ης Ιουλίου 2005

Στην υπόθεση C-207/04,

με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε η Commissione tributaria provinciale di Novara (Ιταλία) με απόφαση της 26ης Απριλίου 2004, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 10 Μαΐου 2004, στο πλαίσιο της δίκης Paolo VerganiΚατά Agenzia delle Entrate Ufficio di Arona,

ΤΟΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτοτμήμα),

συγκείμενοαπότους P. Jann, πρόεδροτμήματος, N. Colneric (εισηγήτρια), K. Schiemann, E. Juhász και E. Levits, δικαστές, γενικόςεισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer γραμματέας: L. Hewlett, κύριαυπάλληλοςδιοικήσεως, έχονταςυπόψητηνέγγραφηδιαδικασίακαικατόπιντηςεπ’ ακροατηρίουσυζητήσεωςτης 14ηςΑπριλίου 2005, λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–    ο M. Vergani, εκπροσωπούμενος από τους S. Monguzzi και P. Fasano, avvocati,

–    η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον I. M. Braguglia, επικουρούμενο από τον G. De Bellis, avvocato dello Stato,

–    η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον A. Aresu και τη N. Yerrell,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Μαΐου 2005,

εκδίδει την ακόλουθη Απόφαση

1        Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 141 ΕΚ και της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Ρ. Vergani και της Agenzia delle Entrate Ufficio di Arona (στο εξής: φορολογική αρχή) σχετικής με το ζήτημα της φορολογήσεως της αποζημιώσεως εθελουσίας εξόδου με βάση την ηλικία του εργαζομένου.

 Το νομικό πλαίσιο

 Η κοινοτική νομοθεσία

3        Το άρθρο 141, παράγραφοι 1 και 2, ΕΚ ορίζει τα εξής:

«1.      Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει την εφαρμογή της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας.

2.      Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως αμοιβή νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη, που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο λόγω της σχέσεως εργασίας.

[...]»

4        Από το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207 προκύπτει ότι η εν λόγω οδηγία αποσκοπεί στην εφαρμογή, εντός των κρατών μελών, της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, περιλαμβανομένης της επαγγελματικής προωθήσεως, την επαγγελματική εκπαίδευση, τις συνθήκες εργασίας, καθώς και, υπό τους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του αυτού άρθρου, την κοινωνική ασφάλιση.

5        Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα εξής:

«Κατά την έννοια των κατωτέρω διατάξεων, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό, ιδίως, με την οικογενειακή κατάσταση.»

6        Το άρθρο 5 της αυτής οδηγίας ορίζει τα εξής:

«1.      Η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, όσον αφορά τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των όρων απολύσεως, συνεπάγεται την εξασφάλιση σε άνδρες και γυναίκες των αυτών όρων, χωρίς διάκριση βασιζόμενη στο φύλο.

2.      Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε:

α)      να καταργηθούν οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως·

[…]».

7        Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160), έχει ως εξής:

«Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται:

α)      στα νομικά συστήματα που εξασφαλίζουν προστασία κατά των ακολούθων κινδύνων:

–      ασθενείας,

–      αναπηρίας,

–      γήρατος,

–      εργατικού ατυχήματος και επαγγελματικής ασθενείας,

–      ανεργίας·

β)      στις διατάξεις που αφορούν την κοινωνική πρόνοια, κατά το μέτρο που προορίζονται να συμπληρώσουν ή να υποκαταστήσουν τα συστήματα που αναφέρονται στο στοιχείο α΄.»

8        Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής προβλέπει ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση.

9        Το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της ίδιας οδηγίας ορίζει ότι η εν λόγω οδηγία δεν θίγει την ευχέρεια που έχουν τα κράτη μέλη να αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής της τον καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για τη χορήγηση συντάξεων γήρατος και συντάξεων λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου και τις συνέπειες που είναι δυνατό να προκύψουν για άλλες παροχές.

 Η εθνική νομοθεσία

10      Οι ιταλικές διατάξεις που ρυθμίζουν το όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως περιλαμβάνονται στο άρθρο 9 του νόμου 218, της 4ης Απριλίου 1952, περί μεταρρυθμίσεως των συντάξεων της υποχρεωτικής ασφαλίσεως αναπηρίας, γήρατος και επιζώντων (GURI αριθ. 89, της 15ης Απριλίου 1952, τακτικό συμπλήρωμα). Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, συνταξιοδοτούνται οι άνδρες εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει το εξηκοστό έτος της ηλικίας τους και οι γυναίκες εργαζόμενες που έχουν συμπληρώσει το πεντηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους, εφόσον, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, έχουν καταβάλει τις απαιτούμενες εισφορές κατά το προβλεπόμενο χρονικό διάστημα.

11      Ειδικές διατάξεις ισχύουν για τους μισθωτούς επιχειρήσεων που τελούν σε κατάσταση κρίσεως κατά την Comitato interministeriale per il coordinamento della politica industriale (επιτροπή υπουργών για τον συντονισμό της βιομηχανικής πολιτικής). Ο νόμος 155 της 23ης Απριλίου 1981 (GURI αριθ. 114, της 27ης Απριλίου 1981, τακτικό συμπλήρωμα) επιτρέπει την πρόωρη συνταξιοδότηση των εν λόγω μισθωτών στην ηλικία των 55 ετών για τους άνδρες και των 50 ετών για τις γυναίκες.

12      Το άρθρο 17, παράγραφος 4 bis, του προεδρικού διατάγματος 917 της 22ας Δεκεμβρίου 1986 (GURI αριθ. 302, της 31ης Δεκεμβρίου 1986, τακτικό συμπλήρωμα), όπως τροποποιήθηκε με το νομοθετικό διάταγμα αριθ. 314 της 2ας Σεπτεμβρίου 1997 (GURI αριθ. 219, της 19ης Σεπτεμβρίου 1997, τακτικό συμπλήρωμα, στο εξής: προεδρικό διάταγμα 917/86), έχει ως εξής:

«Τα ποσά που καταβάλλονται κατά τη λήξη της σχέσεως εργασίας προκειμένου να παρακινηθούν σε εθελούσια έξοδο οι γυναίκες εργαζόμενες που έχουν συμπληρώσει το πεντηκοστό έτος της ηλικίας τους και οι άνδρες εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει το πεντηκοστό πέμπτο φορολογούνται σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 1, στοιχείο a, με συντελεστή ίσο προς το ήμισυ του συντελεστή που ισχύει για τη φορολόγηση του μισθού κατά τη λήξη της εργασιακής σχέσεως και των λοιπών επιδομάτων και ποσών που προβλέπει το άρθρο 16, παράγραφος 1, στοιχείο a.»

13      Μετά τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, το άρθρο 17 του προεδρικού διατάγματος 917/86 κατέστη, λόγω της εκδόσεως του νομοθετικού διατάγματος 344 της 12ης Δεκεμβρίου 2003 (GURI αριθ. 291, της 16ης Δεκεμβρίου 2003, τακτικό συμπλήρωμα), το άρθρο 19 του ίδιου προεδρικού διατάγματος.

 Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

14      Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι ο P. Vergani άσκησε ενώπιον της Commissione tributaria provinciale di Novara προσφυγή κατά της γνωμοδοτήσεως με την οποία η φορολογική αρχή αρνήθηκε να του επιστρέψει τις εισφορές που είχε καταβάλει για τον φόρο εισοδήματος των φυσικών προσώπων (imposta sul reddito delle persone fisiche, στο εξής: IRPEF) στον οποίο υπέκειτο.

15      Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ο P. Vergani υποστήριξε ότι η εφαρμογή φορολογικού συντελεστή για τον IRPEF, σύμφωνα με το προβλεπόμενο στο άρθρο 17, παράγραφος 4 bis, του προεδρικού διατάγματος 917/86 φορολογικό καθεστώς, επιφέρει αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση. Πρότεινε δε να υποβληθεί στο Δικαστήριο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως για την εν λόγω υπόθεση.

16      Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η υπόθεση της κύριας δίκης δεν αφορά το καθεστώς πρόνοιας για τις συντάξεις γήρατος και τις συντάξεις λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου, δεδομένου ότι ο P. Vergani δεν είχε τερματίσει την επαγγελματική του σταδιοδρομία ούτε βάσει του ορίου ηλικίας ούτε λόγω της καταβολής των προβλεπόμενων εισφορών.

17      Λαμβανομένων υπόψη των ισχυουσών κοινοτικών διατάξεων, ουδόλως δικαιολογείται, κατά το εν λόγω δικαστήριο, η άνιση μεταχείριση που προβλέπεται στο άρθρο 17, παράγραφος 4 bis, του προεδρικού διατάγματος 917/86.

18      Επομένως, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η διαφορά της κύριας δίκης αφορά τη φορολόγηση της αποζημιώσεως εθελουσίας εξόδου που καταβάλλεται σε άνδρα εργαζόμενο που έχει συμπληρώσει τα 50 αλλά όχι τα 55 του έτη, σε περίπτωση εθελουσίας εξόδου από τη σχέση εργασίας.

19      Υπό τις συνθήκες αυτές, η Commissione tributaria provinciale di Novara αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν της διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Συνιστά το άρθρο 17, παράγραφος 4 bis, του προεδρικού διατάγματος 917/86 παράβαση, αντίκειται στο άρθρο 141 [EK] [...] και στην οδηγία 76/207/ΕΟΚ [...] ή, εν πάση περιπτώσει, εισάγει διαφορετική μεταχείριση μεταξύ ανδρών και γυναικών απαγορευόμενη από τις ως άνω διατάξεις, καθόσον προβλέπει ότι οι ευεργετικές διατάξεις για τη φορολόγηση της αποζημιώσεως εθελουσίας εξόδου καθώς και των ποσών που καταβάλλονται λόγω της λήξεως της σχέσεως εργασίας με το ήμισυ του φορολογικού συντελεστή (50 %) ισχύουν, υπό τις ίδιες συνθήκες, για μεν τις γυναίκες εργαζόμενες εφόσον αυτές έχουν συμπληρώσει το πεντηκοστό έτος της ηλικίας τους, για δε τους άνδρες εργαζομένους εφόσον έχουν συμπληρώσει το πεντηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους;»

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

20      Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν το άρθρο 141 ΕΚ και η οδηγία 76/207 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι απαγορεύουν διάταξη όπως η επίδικη στην κύρια δίκη, η οποία παρέχει στους εργαζομένους που έχουν συμπληρώσει το πεντηκοστό έτος της ηλικίας τους, εφόσον πρόκειται για γυναίκες, και το πεντηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους, εφόσον πρόκειται για άνδρες, ως κίνητρο εθελουσίας εξόδου, πλεονέκτημα συνιστάμενο στη φορολόγηση με μειωμένο κατά το ήμισυ συντελεστή των ποσών που καταβάλλονται λόγω της λήξεως της σχέσεως εργασίας.

 Επί των πεδίων εφαρμογής του άρθρου 141 ΕΚ και της οδηγίας 76/207 αντιστοίχως

21      Πρέπει, εκ προοιμίου, να εξεταστεί αν η παροχή φορολογικής ελαφρύνσεως με βάση την ηλικία του εργαζομένου, σε σχέση με τη φορολόγηση αποζημιώσεως εθελουσίας εξόδου όπως η επίδικη στην κύρια δίκη, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 141 ΕΚ ή της οδηγίας 76/207.

22      Η διαλαμβανόμενη στο άρθρο 141 ΕΚ έννοια «αμοιβή» περιλαμβάνει, κατά πάγια νομολογία, όλα τα οφέλη, σε χρήμα ή σε είδος, τωρινά ή μελλοντικά, αρκεί να καταβάλλονται, έστω και εμμέσως, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο λόγω της εργασίας του τελευταίου (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 17ης Μαΐου 1990, C‑262/88, Barber, Συλλογή 1990, σ. Ι-1889, σκέψη 12, και της 9ης Φεβρουαρίου 1999, C‑167/97, Seymοur-Smith και Perez, Συλλογή 1999, σ. I-623, σκέψη 23).

23      Το επίμαχο στην κύρια δίκη πλεονέκτημα, ήτοι ένα είδος φορολογικής ελαφρύνσεως, δεν παρέχεται από τον εργοδότη. Επομένως, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 141 ΕΚ.

24      Οι αποφάσεις του Δικαστηρίου που προέβαλε ο P. Vergani για να στηρίξει τον αντίθετο χαρακτηρισμό (αποφάσεις της 9ης Φεβρουαρίου 1982, 12/81, Garland, Συλλογή 1982, σ. 359, σκέψη 4, προπαρατεθείσα απόφαση Barber, σκέψη 10, και απόφαση της 27ης Ιουνίου 1990, C-33/89, Kowalska, Συλλογή 1990, σ. I-2591, σκέψη 7) δεν έρχονται σε αντίθεση με την ως άνω εκτίμηση, δεδομένου ότι αφορούν πλεονεκτήματα που παρέχει ο εργοδότης στον εργαζόμενο λόγω της απασχολήσεως του τελευταίου.

25      Ως προς το ζήτημα αν η παροχή φορολογικής ελαφρύνσεως με βάση την ηλικία του εργαζομένου, σε σχέση με τη φορολόγηση αποζημιώσεως εθελουσίας εξόδου, όπως η επίδικη στην κύρια δίκη, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 76/207, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, όσον αφορά τους όρους εργασίας, περιλαμβανομένων των όρων απολύσεως, συνεπάγεται την εξασφάλιση σε άνδρες και γυναίκες των αυτών όρων, χωρίς διάκριση βασιζόμενη στο φύλο.

26      Λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 76/207, δυνάμει του οποίου τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να καταργηθούν οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής πρέπει να αναγνωσθεί υπό την έννοια ότι αφορά επίσης τους όρους απολύσεως που επιβάλλουν τα εν λόγω κράτη μέλη.

27      Στο πλαίσιο της οδηγίας 76/207, ο όρος «απόλυση» πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως ούτως ώστε να περιλαμβάνει τη λήξη της σχέσεως εργασίας μεταξύ του εργαζομένου και του εργοδότη του, ακόμη και στο πλαίσιο του συστήματος εθελουσίας εξόδου (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 1982, 19/81, Burton, Συλλογή 1982, σ. 555, σκέψη 9).

28      Παραπέμποντας στο άρθρο 17, παράγραφος 4 bis, του προεδρικού διατάγματος 917/86, το αιτούν δικαστήριο εξήγησε ότι το επίδικο στην κύρια δίκη φορολογικό πλεονέκτημα χορηγήθηκε «προκειμένου να παρακινηθούν σε εθελούσια έξοδο οι γυναίκες εργαζόμενες που έχουν συμπληρώσει το πεντηκοστό έτος της ηλικίας τους και οι άνδρες εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει το πεντηκοστό πέμπτο».

29      Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι σύστημα φορολογήσεως με βάση την ηλικία του εργαζομένου, όπως το επίδικο στην κύρια δίκη, συνιστά όρο απολύσεως υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207.

 Επί της υπάρξεως δυσμενούς διακρίσεως

30      Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207, πρέπει να εφαρμόζονται σε άνδρες και γυναίκες οι ίδιοι όροι απολύσεως χωρίς διάκριση βασιζόμενη στο φύλο.

31      Διαφορετική μεταχείριση απορρέουσα από τη φορολόγηση με μειωμένο κατά το ήμισυ συντελεστή των ποσών που καταβάλλονται λόγω της λήξεως της εργασιακής σχέσεως για τους εργαζομένους που έχουν συμπληρώσει το πεντηκοστό έτος της ηλικίας τους, εφόσον πρόκειται για γυναίκες, και το πεντηκοστό πέμπτο έτος, εφόσον πρόκειται για άνδρες, συνιστά άνιση μεταχείριση βασιζόμενη στο φύλο των εργαζομένων.

32      Λαμβανομένων υπόψη των παρατηρήσεων που υπέβαλαν η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, πρέπει να εξεταστεί αν η διαφορετική αυτή μεταχείριση καλύπτεται από την προβλεπόμενη στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 79/7 παρέκκλιση, κατά την οποία η εν λόγω οδηγία δεν θίγει την ευχέρεια των κρατών μελών να αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής της τον καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για τη χορήγηση συντάξεων γήρατος και συντάξεων λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου και τις συνέπειες που είναι δυνατό να προκύψουν για άλλες παροχές.

33      Κατά πάγια νομολογία, λαμβανομένης υπόψη της θεμελιώδους σημασίας της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, η εξαίρεση από την απαγόρευση των διακρίσεων βάσει του φύλου, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 79/7, πρέπει να ερμηνεύεται στενώς (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 1986, 152/84, Marshall, Συλλογή 1986, σ. 723, σκέψη 36, και της 30ής Μαρτίου 1993, C‑328/91, Thomas κ.λπ., Συλλογή 1993, σ. Ι-1247, σκέψη 8). Η διάταξη αυτή μπορεί να τύχει εφαρμογής μόνον όσον αφορά τον καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για τη χορήγηση συντάξεως γήρατος και συντάξεων λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου και των συνεπειών που είναι δυνατό να προκύψουν για άλλες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως (απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1986, 151/84, Roberts, Συλλογή 1986, σ. 703, σκέψη 35· υπό την ίδια έννοια, απόφαση της 4ης Μαρτίου 2004, C‑303/02, Haackert, Συλλογή 2004, σ. I-2195, σκέψη 30). Επομένως, η εν λόγω εξαίρεση από την απαγόρευση των διακρίσεων βάσει του φύλου δεν ισχύει για φορολογική ελάφρυνση όπως η επίδικη στην κύρια δίκη, η οποία δεν συνιστά παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως.

34      Δεδομένου ότι, αφενός, η διαφορετική μεταχείριση την οποία προβλέπει η επίμαχη στην κύρια δίκη διάταξη στηρίζεται άμεσα στο φύλο και ότι, αφετέρου, η οδηγία 76/207 δεν προβλέπει εφαρμοστέα εν προκειμένω παρέκκλιση από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι η διαφορετική αυτή μεταχείριση συνιστά άμεση διάκριση λόγω φύλου.

35      Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η οδηγία 76/207 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει διάταξη όπως η επίδικη στην κύρια δίκη, η οποία παρέχει στους εργαζομένους που έχουν συμπληρώσει το πεντηκοστό έτος της ηλικίας τους, εφόσον πρόκειται για γυναίκες, και το πεντηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους, εφόσον πρόκειται για άνδρες, ως κίνητρο εθελουσίας εξόδου, πλεονέκτημα συνιστάμενο στη φορολόγηση με μειωμένο κατά το ήμισυ συντελεστή των ποσών που καταβάλλονται λόγω της λήξεως της σχέσεως εργασίας.

 Επί των δικαστικών εξόδων

36      Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς,

το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:

Η οδηγία 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει διάταξη όπως η επίδικη στην κύρια δίκη, η οποία παρέχει στους εργαζομένους που έχουν συμπληρώσει το πεντηκοστό έτος της ηλικίας τους, εφόσον πρόκειται για γυναίκες, και το πεντηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους, εφόσον πρόκειται για άνδρες, ως κίνητρο εθελουσίας εξόδου, πλεονέκτημα συνιστάμενο στη φορολόγηση με μειωμένο κατά το ήμισυ συντελεστή των ποσών που καταβάλλονται λόγω της λήξεως της σχέσεως εργασίας.