ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ

http://nomothesia.isotita.gr/
Εκτύπωση
Ημερομηνία
22 / 10 / 2009
Νόμος / διάταξη που αφορά
Οδηγία 96/34/ΕΚ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Άνδρες και γυναίκες εργαζόμενοι / γονική άδεια

 

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα) της 22ης Οκτωβρίου 2009 

Στην υπόθεση C‑116/08,

με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Hof van Cassatie (Βέλγιο) με απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2008, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 17 Μαρτίου 2008, στο πλαίσιο της δίκης Christel Meertsκατά Proost NV,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από τους J. N. Cunha Rodrigues, πρόεδρο του δευτέρου τμήματος, προεδρεύοντα του τρίτου τμήματος, P. Lindh, A. Rosas, U. Lõhmus (εισηγητή) και A. Ó Caoimh, δικαστές, γενική εισαγγελέας: J. Kokott γραμματέας: M. Ferreira, κύρια υπάλληλος διοικήσεως, έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 11ης Μαρτίου 2009, λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–   η Ch. Meerts, εκπροσωπούμενηαπότον W. van Eeckhoutte, advocaat bij het Hof van Cassatie,

–   η Proost NV, εκπροσωπούμενηαπότον H. Geinger, advocaat bij het Hof van Cassatie,

–   η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους L. Van den Broeck και C. Pochet,

–   η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις E.-M. Mαμουνά και O. Πατσοπούλου καθώς και τους I. Μπακόπουλο και Μ. Απέσσο,

–   η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους G. de Bergues και B. Messmer,

–   η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον M. van Beek,

αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 14ης Μαΐου 2009,

εκδίδει την ακόλουθη Απόφαση

1        Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της ρήτρας 2, σημεία 4 έως 7, της συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια που συνήφθη τη 14η Δεκεμβρίου 1995 και προσαρτάται στην οδηγία 96/34/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1996, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για τη γονική άδεια, που συνήφθη από την UNICE, το CEEP και την CES (EE L 145, σ. 4), όπως αυτή τροποποιήθηκε από την οδηγία 97/75/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997 (ΕΕ 1998, L 10, σ. 24, στο εξής: συμφωνία-πλαίσιο για τη γονική άδεια).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Ch. Meerts και της πρώην εργοδότριάς της, Proost NV, αντιστοίχως ενάγουσας και εναγομένης στην κύρια δίκη, σχετικά με την απόλυση της Ch. Meerts, η οποία έλαβε χώρα διαρκούσης της γονικής αδείας της μερικού χρόνου.

 Το νομικό πλαίσιο

 Η κοινοτική νομοθεσία

3        Η οδηγία 96/34 σκοπεί να εφαρμόσει τη συμφωνία-πλαίσιο για τη γονική άδεια η οποία συνήφθη από τις διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα [Ένωση συνομοσπονδιών βιομηχάνων και εργοδοτών της Ευρώπης (UNICE), Ευρωπαϊκό κέντρο επιχειρήσεων δημόσιας συμμετοχής και των επιχειρήσεων γενικού οικονομικού συμφέροντος (CEEP) και Ευρωπαϊκή συνομοσπονδία συνδικάτων (CES)].

4        Κατά το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής, τα κράτη μέλη όφειλαν να θέσουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωση με την οδηγία, το αργότερο την 3η Ιουνίου 1998 ή τη 15η Δεκεμβρίου 1999.

5        Η πρώτη παράγραφος του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια ορίζει:

«Η συμφωνία-πλαίσιο [για τη γονική άδεια] συνιστά δέσμευση της UNICE, του CEEP και της CES να εφαρμόσουν ελάχιστους κανόνες για τη γονική άδεια […], ως σημαντικό μέσο συνδυασμού της επαγγελματικής και της οικογενειακής ζωής και προαγωγής της ισότητας ευκαιριών και μεταχειρίσεως μεταξύ των ανδρών και των γυναικών.»

6        Το σημείο 5 των γενικών εκτιμήσεων της συμφωνίας-πλαισίου διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

«[Ε]κτιμώντας ότι το ψήφισμα του Συμβουλίου, της 6ης Δεκεμβρίου 1994, αναγνωρίζει ότι η ουσιαστική πολιτική ισότητας ευκαιριών προϋποθέτει γενική και ολοκληρωμένη στρατηγική που να επιτρέπει την καλύτερη οργάνωση των ωραρίων εργασίας, μεγαλύτερη ελαστικότητα, καθώς και ευχερέστερη επιστροφή στην επαγγελματική ζωή, και επισημαίνει τον σημαντικό ρόλο που διαδραματίζουν οι κοινωνικοί εταίροι στον τομέα αυτό και ιδίως στην προσφορά, στους άνδρες και στις γυναίκες, δυνατότητας συνδυασμού των επαγγελματικών τους ευθυνών και των οικογενειακών τους υποχρεώσεων».

7        Σύμφωνα με όσα ορίζει το σημείο 6 των γενικών εκτιμήσεων:

«[Ε]κτιμώντας ότι τα μέτρα για τον συνδυασμό της επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής θα πρέπει να ενθαρρύνουν την εισαγωγή νέων ελαστικών τρόπων οργανώσεως εργασίας και χρόνου, περισσότερο προσαρμοσμένων στις μεταβαλλόμενες ανάγκες της κοινωνίας και που θα πρέπει να λάβουν υπόψη συγχρόνως τις ανάγκες των επιχειρήσεων και εκείνες των εργαζομένων».

8        Η ρήτρα 2 της συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια ορίζει τα ακόλουθα:  «[…]

3.      Οι προϋποθέσεις προσβάσεως και οι τρόποι εφαρμογής της γονικής άδειας ορίζονται από τον νόμο ή/και τις συλλογικές συμβάσεις στα κράτη μέλη, τηρώντας τους ελάχιστους κανόνες της παρούσας συμφωνίας. Τα κράτη μέλη ή/και οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν συγκεκριμένα:

         α)     να αποφασίζουν αν η γονική άδεια χορηγείται κατά πλήρη χρόνο, κατά μερικό χρόνο, κατά τρόπο αποσπασματικό, ή με τη μορφή χρονικής πίστωσης·

[…]

4.      Για να διασφαλιστεί ότι οι εργαζόμενοι μπορούν να ασκούν το δικαίωμα γονικής άδειας, τα κράτη μέλη ή/και οι κοινωνικοί εταίροι λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να προστατεύουν τους εργαζόμενους έναντι απολύσεων εξαιτίας της αιτήσεως ή της λήψεως γονικής άδειας, σύμφωνα με τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή τις εθνικές πρακτικές.

5.      Με τη λήξη της γονικής άδειας, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να επανέλθει στη θέση εργασίας του ή, σε περίπτωση αδυναμίας, σε εργασία ισοδύναμη ή ανάλογη σύμφωνη με τη σύμβασή του ή την εργασιακή του σχέση.

6.      Τα κεκτημένα δικαιώματα ή τα δικαιώματα που είναι υπό κτήση από τον εργαζόμενο κατά την ημερομηνία ενάρξεως της γονικής άδειας διατηρούνται ως έχουν μέχρι τέλους της γονικής άδειας. Με τη λήξη της γονικής άδειας, εφαρμόζονται τα δικαιώματα αυτά, συμπεριλαμβανομένων των αλλαγών που προέρχονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την εθνική πρακτική.

7.      Τα κράτη μέλη ή/και οι κοινωνικοί εταίροι προσδιορίζουν το καθεστώς της σύμβασης ή της εργασιακής σχέσης για την περίοδο της γονικής άδειας. 

[…]»

 Η εθνική νομοθεσία

9        Το βασιλικό διάταγμα της 29ης Οκτωβρίου 1997 σχετικά με την αναγνώριση δικαιώματος γονικής άδειας στο πλαίσιο διακοπής της επαγγελματικής σταδιοδρομίας (Moniteur belge της 7ης Νοεμβρίου 1997) μετέφερε στη βελγική έννομη τάξη την οδηγία 96/34 καθόσον αφορά τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα.

10      Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του ως άνω βασιλικού διατάγματος, ο εργαζόμενος δικαιούται γονικής άδειας για να φροντίσει το τέκνο του. Έχει τις εξής δυνατότητες:

–      είτε να αναστείλει την εκτέλεση της συμβάσεως εργασίας επί τρεις μήνες,

–      είτε να συνεχίσει να εργάζεται ως απασχολούμενος μερικού χρόνου με ωράριο μειωμένο κατά το ήμισυ για διάρκεια έξι μηνών, εφόσον η σύμβασή του είναι πλήρους απασχολήσεως,

–      είτε να συνεχίσει να εργάζεται ως απασχολούμενος μερικού χρόνου με ωράριο μειωμένο κατά ένα πέμπτο για διάρκεια δεκαπέντε μηνών, εφόσον η σύμβασή του είναι πλήρους απασχολήσεως.

11       Το κεφάλαιο IV, τμήμα 5, του νόμου περί οικονομικής εξυγιάνσεως που περιλαμβάνει διατάξεις κοινωνικού χαρακτήρα της 22ας Ιανουαρίου 1985 (Moniteur belge της 24ης Ιανουαρίου 1985), όπως τροποποιήθηκε (στο εξής: νόμος περί οικονομικής εξυγιάνσεως) καθορίζει το γενικό νομικό πλαίσιο για τη διακοπή της επαγγελματικής σταδιοδρομίας.

12      Ο εργαζόμενος που λαμβάνει γονική άδεια δυνάμει του βασιλικού διατάγματος της 29ης Οκτωβρίου 1997 δικαιούται, σύμφωνα με τα άρθρα 100 και 102 του νόμου περί οικονομικής εξυγιάνσεως, επιδόματος διακοπής επαγγελματικής σταδιοδρομίας, το οποίο καταβάλλει ο Οργανισμός Απασχολήσεως βάσει των διατάξεων του βασιλικού διατάγματος της 2ας Ιανουαρίου 1991 για τη χορήγηση επιδομάτων διακοπής εργασίας (Moniteur belge της 12ης Ιανουαρίου 1991, σ. 691).

13      Το άρθρο 101 του νόμου περί οικονομικής εξυγιάνσεως ορίζει:

«Όταν αναστέλλεται η εκτέλεση της συμβάσεως εργασίας […] ή όταν μειώνεται η παρεχόμενη εργασία […], ο εργοδότης δεν μπορεί να προβεί σε καμία ενέργεια που σκοπό έχει να τεθεί μονομερώς τέλος στη σχέση εργασίας, εκτός αν συντρέχει σοβαρός λόγος, κατά την έννοια του άρθρου 35 του νόμου της 3ης Ιουλίου 1978 περί συμβάσεων εργασίας [(Moniteur belge της 22ας Αυγούστου 1978, σ. 9277, στο εξής: νόμος περί συμβάσεων εργασίας)], ή άλλος αποχρών λόγος.

[…]

Η ως άνω απαγόρευση παύει να ισχύει τρεις μήνες από τη λήξη της αναστολής εκτελέσεως της συμβάσεως εργασίας ή της μειώσεως της παρεχόμενης εργασίας.

Αν, παρά τα όσα ορίζουν οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου, ο εργοδότης καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας χωρίς να συντρέχει σοβαρός ή αποχρών λόγος, υποχρεούται να καταβάλει στον εργαζόμενο κατ’ αποκοπήν αποζημίωση ίση προς τις αποδοχές έξι μηνών, υπό την επιφύλαξη των αποζημιώσεων που δικαιούται ο τελευταίος σε περίπτωση λύσεως της σχέσεως εργασίας.

[…]»

14      Το άρθρο 102 του νόμου περί οικονομικής εξυγιάνσεως ορίζει:

«Ο εργαζόμενος που συμφωνεί με τον εργοδότη του να μειώσει την παρεχόμενη εργασία κατά ένα πέμπτο, κατά ένα τέταρτο, κατά ένα τρίτο ή κατά το ήμισυ του κανονικού χρόνου εργασίας στο πλαίσιο συμβάσεως πλήρους απασχολήσεως, ή ζητεί την εφαρμογή συλλογικής συμβάσεως εργασίας που προβλέπει παρόμοιο καθεστώς, ή επικαλείται τις διατάξεις του άρθρου 102bis, δικαιούται αποζημιώσεως.

[…]»

15      Το άρθρο 103 του ως άνω νόμου ορίζει:

«Σε περίπτωση μονομερούς λύσεως της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη, η προθεσμία γνωστοποιήσεως της καταγγελίας στον εργαζόμενο, που έχει μειώσει την παρεχόμενη εργασία του, υπολογίζεται ως εάν ο εργαζόμενος δεν την είχε μειώσει. Η ως άνω προθεσμία πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της αποζημιώσεως [λόγω απολύσεως] που προβλέπει το άρθρο 39 του νόμου [περί συμβάσεων εργασίας].»

16      Τα ζητήματα εργατικού δικαίου σχετικά με τη γονική άδεια τα οποία δεν ρυθμίζονται από τον νόμο περί οικονομικής εξυγιάνσεως, το βασιλικό διάταγμα της 29ης Οκτωβρίου 1997 ή το βασιλικό διάταγμα της 2ας Ιανουαρίου 1991 συνεχίζουν να διέπονται από το κοινό δίκαιο των συμβάσεων εργασίας, ειδικότερα δε από τον νόμο περί συμβάσεων εργασίας.

17      Το άρθρο 39, παράγραφος 1, του ως άνω νόμου ορίζει:

«Όταν η συναφθείσα σύμβαση εργασίας είναι αορίστου χρόνου, ο συμβαλλόμενος που καταγγέλλει τη σύμβαση χωρίς να συντρέχει σοβαρός λόγος ή χωρίς να τηρήσει την προθεσμία καταγγελίας που τάσσουν τα άρθρα 59, 82, 83, 84 και 115, υποχρεούται να καταβάλει στον αντισυμβαλλόμενό του αποζημίωση ίση προς τις τρέχουσες αποδοχές που αντιστοιχούν στη διάρκεια είτε της προθεσμίας καταγγελίας είτε του εναπομείναντος χρόνου προς συμπλήρωση της προθεσμίας αυτής. Στην περίπτωση που ο εργοδότης προβαίνει σε καταγγελία κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 38, παράγραφος 3, του παρόντος νόμου ή του άρθρου 40 του εργασιακού νόμου της 16ης Μαρτίου 1971, η αποζημίωση είναι πάντοτε ίση προς το ύψος των τρεχουσών αποδοχών που αντιστοιχεί στη διάρκεια της προθεσμίας καταγγελίας.

Η αποζημίωση περιλαμβάνει όχι μόνον τις τρέχουσες αποδοχές αλλά και τα κεκτημένα δυνάμει της συμβάσεως δικαιώματα.»

18      Κατά το άρθρο 82, παράγραφος 4, του νόμου περί συμβάσεων εργασίας, οι προθεσμίες καταγγελίας πρέπει να υπολογίζονται με βάση την αρχαιότητα που έχει κτηθεί κατά τον χρόνο ενάρξεως της προθεσμίας καταγγελίας.

 Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

19      Όπως προκύπτει από τη δικογραφία που περιήλθε στο Δικαστήριο, η Ch. Meerts ήταν υπάλληλος υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως από τον Σεπτέμβριο του 1992 στην εταιρία Proost NV δυνάμει συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου. Από τον Νοέμβριο του 1996, υπήχθη σε διάφορες μορφές διακοπής της επαγγελματικής σταδιοδρομίας και, από τις 18 Νοεμβρίου 2002, εργάσθηκε με ωράριο μειωμένο κατά το ήμισυ λόγω γονικής άδειας που επρόκειτο να λήξει τη 17η Μαΐου 2003.

20      Την 8η Μαΐου 2003, η Ch. Meerts απολύθηκε χωρίς τήρηση προθεσμίας καταγγελίας και έλαβε αποζημίωση λόγω απολύσεως ίση προς αποδοχές δέκα μηνών. Για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως λήφθηκαν υπόψη οι αποδοχές της κατά τον χρόνο της απολύσεως, οι οποίες ήταν μειωμένες κατά το ήμισυ λόγω της αντίστοιχης μειώσεως της παρεχόμενης εργασίας.

21      Ενώπιον του arbeidsrechtbank van Turnhout (πρωτοβάθμιο δικαστήριο εργατικών διαφορών του Turnhout), η Ch. Meerts αμφισβήτησε το ύψος της ως άνω αποζημιώσεως και ζήτησε να υποχρεωθεί η Proost NV να της καταβάλει αποζημίωση λόγω απολύσεως υπολογιζόμενη με βάση τις αποδοχές πλήρους απασχολήσεως που θα ελάμβανε εάν δεν είχε μειώσει την παρεχόμενη εργασία της λόγω της γονικής της άδειας.

22      Το αίτημά της απορρίφθηκε με απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2004. Στον δεύτερο βαθμό, το Arbeidshof te Antwerpen (δευτεροβάθμιο δικαστήριο εργατικών διαφορών της Αμβέρσας) επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Στην αίτηση αναιρέσεώς της, η Ch. Meerts υποστηρίζει ότι τόσο το πρωτοβάθμιο όσο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερμήνευσαν το εθνικό δίκαιο χωρίς να λάβουν υπόψη τις διατάξεις της οδηγίας 96/34.

23      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Hof van Cassatie (αναιρετικό δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Έχουν οι διατάξεις της ρήτρας 2, σημεία 4 έως 7, της συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια […], την έννοια ότι, σε περίπτωση [μονομερούς] λύσεως της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη κατά τη διάρκεια ισχύος του συστήματος μειωμένης παροχής εργασίας, χωρίς να [συντρέχει] σοβαρός λόγος ή χωρίς να έχει τηρηθεί η νόμιμη προθεσμία καταγγελίας, η [καταβλητέα] στον εργαζόμενο αποζημίωση λόγω καταγγελίας πρέπει να καθορίζεται βάσει του βασικού μισθού, υπολογιζόμενου ως εάν ο εργαζόμενος [δεν είχε] μειώσει την [παρεχόμενη εργασία] του λόγω γονικής άδειας κατά την έννοια του σημείου 3, στοιχείο α΄, της ρήτρας [2 της ως άνω] συμφωνίας-πλαισίου;»

 Επί του παραδεκτού

24      Η Βελγική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υποστηρίζουν ότι στην απόφαση περί παραπομπής, το Hof van Cassatie δεν εξηγεί τους λόγους για τους οποίους κρίνει την απάντηση του Δικαστηρίου αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης. Η Επιτροπή φρονεί ότι, κατά το μέτρο που το αιτούν δικαστήριο εκθέτει συνοπτικώς τους προβληθέντες από την αναιρεσείουσα λόγους και τα επί μέρους σκέλη αυτών, περιοριζόμενο στην παράθεση αποσπασμάτων της δευτεροβάθμιας αποφάσεως, η απόφαση περί παραπομπής δεν πληροί τους όρους παραδεκτού αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, όπως αυτοί έχουν διαμορφωθεί από τη νομολογία.

25      Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, εναπόκειται αποκλειστικά στο εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υπόθεσης, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο (αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman, Συλλογή 1995, σ. I-4921, σκέψη 59, της 15ης Ιουνίου 2006, C-466/04, Acereda Herrera, Συλλογή 2006, σ. I-5341, σκέψη 47).

26      Πάντως, το Δικαστήριο αδυνατεί να απαντήσει σε προδικαστικό ερώτημα όταν προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία ενός κοινοτικού κανόνα που ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή επίσης όταν το Δικαστήριο δεν έχει στη διάθεσή του τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Bosman, σκέψη 61, και Acereda Herrera, σκέψη 48, καθώς και απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2006, C-94/04 και C-202/04, Cipolla κ.λπ., Συλλογή 2006, σ. Ι-11421, σκέψη 25).

27      Συναφώς, από την απόφαση περί παραπομπής πρέπει να προκύπτουν οι συγκεκριμένοι λόγοι που ώθησαν το εθνικό δικαστήριο να διερωτηθεί επί της ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου και να κρίνει αναγκαία την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο. Στο πλαίσιο αυτό, είναι απολύτως απαραίτητο το εθνικό δικαστήριο να παράσχει ορισμένες, τουλάχιστον, διευκρινίσεις σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους επέλεξε τις κοινοτικές διατάξεις την ερμηνεία των οποίων ζητεί, καθώς και με τον σύνδεσμο που υφίσταται μεταξύ των διατάξεων αυτών και της εφαρμοζόμενης επί της διαφοράς της κύριας δίκης εθνικής νομοθεσίας (διάταξη της 7ης Απριλίου 1995, C-167/94, Grau Gomis κ.λπ., Συλλογή 1995, σ. I-1023, σκέψη 9, αποφάσεις της 6ης Δεκεμβρίου 2005, C-453/03, C-11/04, C-12/04 και C-194/04, ABNA κ.λπ., Συλλογή 2005, σ. I‑10423, σκέψη 46, καθώς και της 31ης Ιανουαρίου 2008, C-380/05, Centro Europa 7, Συλλογή 2008, σ. Ι-349, σκέψη 54).

28      Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Δικαστήριο έχει στη διάθεσή του επαρκή στοιχεία βάσει των οποίων μπορεί να δώσει χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο.

29      Ειδικότερα, η απόφαση περί παραπομπής αφενός μεν εκθέτει, με τρόπο σύντομο αλλά σαφή, τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης καθώς και το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο. Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι η επίδικη διαφορά οφείλεται στην από μέρους της Proost NV μονομερή λύση της συναφθείσας με την Ch. Meerts συμβάσεως εργασίας πλήρους απασχολήσεως διαρκούσης της γονικής άδειας μερικού χρόνου που είχε λάβει και χωρίς να τηρηθεί η νόμιμη προθεσμία γνωστοποιήσεως της καταγγελίας. Αντικείμενο της ως άνω διαφοράς είναι η καταβλητέα στην Ch. Meerts αποζημίωση, το ύψος της οποίας καθορίστηκε από την εργοδότρια με βάση τις μειωμένες λόγω γονικής άδειας αποδοχές που ελάμβανε η ενδιαφερόμενη και όχι με βάση τις αντιστοιχούσες σε πλήρη χρόνο απασχολήσεως αποδοχές.

30      Αφετέρου, η διάταξη παραπομπής εκθέτει τις κοινοτικές διατάξεις, την ερμηνεία των οποίων ζητεί το αιτούν δικαστήριο, καθώς και τον σύνδεσμο που υφίσταται μεταξύ των διατάξεων αυτών και της εφαρμοζόμενης επί της διαφοράς της κύριας δίκης εθνικής νομοθεσίας.

31      Κατά συνέπεια, η προταθείσα από τη Βελγική Κυβέρνηση και την Επιτροπή ένσταση πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως να κριθεί ως παραδεκτώς υποβληθείσα.

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

32      Πρέπει εκ προοιμίου να υπομνησθεί ότι, με το υποβληθέν ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί την ερμηνεία της ρήτρας 2, σημεία 4 έως 7, της συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια στο πλαίσιο διαφοράς που έχει ως αντικείμενο τον υπολογισμό της καταβλητέας σε περίπτωση απολύσεως αποζημιώσεως λόγω της μη τηρήσεως εκ μέρους του εργοδότη της νόμιμης προθεσμίας καταγγελίας.

33      Όπως όμως συνάγεται από το γράμμα της ως άνω ρήτρας, το σημείο 4 σκοπεί να προστατεύσει τους εργαζόμενους από απόλυση λόγω αιτήσεως χορηγήσεως ή λήψεως γονικής άδειας, το δε σημείο 5 αναγνωρίζει στον εργαζόμενο το δικαίωμα να επανέλθει, με τη λήξη της γονικής άδειας, στη θέση εργασίας του ή σε παρόμοια ή ισοδύναμη θέση.

34      Εκ των ανωτέρω έπεται ότι, με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν η ρήτρα 2, σημεία 6 και 7, της συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια έχουν την έννοια ότι, στην περίπτωση που ο εργοδότης λύει μονομερώς, χωρίς σοβαρό λόγο ή χωρίς να τηρήσει τη νόμιμη προθεσμία καταγγελίας, σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου προβλέπουσα καθεστώς πλήρους απασχολήσεως, διαρκούσης της γονικής άδειας μερικού χρόνου του εργαζομένου, δεν επιτρέπεται ο υπολογισμός της καταβλητέας στον εργαζόμενο αυτόν αποζημιώσεως με βάση τις μειωμένες κατά τον χρόνο της απολύσεως αποδοχές.

35      Όπως προκύπτει από το πρώτο εδάφιο του προοιμίου και του σημείου 5 των γενικών εκτιμήσεών της, η συμφωνία-πλαίσιο για τη γονική άδεια αποτελεί δέσμευση των κοινωνικών εταίρων, που εκπροσωπούνται από τις διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα, δηλαδή τη UNICE, το CEEP και τη CES, να λάβουν, διαμορφώνοντας ένα βασικό πλαίσιο κανόνων, μέτρα που προάγουν την ισότητα ευκαιριών και μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών προσφέροντάς τους τη δυνατότητα να συνδυάσουν τις επαγγελματικές και οικογενειακές τους υποχρεώσεις.

36      Επίσης, όπως προκύπτει από το σημείο 6 των γενικών εκτιμήσεων της ως άνω συμφωνίας-πλαισίου, τα μέτρα τα οποία σκοπούν στον συνδυασμό της επαγγελματικής και της οικογενειακής ζωής οφείλουν να ενθαρρύνουν την εισαγωγή στα κράτη μέλη νέων ευέλικτων μορφών οργανώσεως της εργασίας και του χρόνου απασχολήσεως, περισσότερο προσαρμοσμένων στις μεταβαλλόμενες ανάγκες της κοινωνίας και λαμβανομένων επίσης υπόψη των αναγκών των επιχειρήσεων και των εργαζομένων.

37      Η συμφωνία-πλαίσιο για τη γονική άδεια επιδιώκει την επίτευξη σκοπού ο οποίος εντάσσεται στους θεμελιώδεις σκοπούς που θέτει το σχετικό με την ισότητα μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σημείο 16 του Κοινοτικού Χάρτη Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων στην οποία παραπέμπει η συμφωνία-πλαίσιο και στην οποία επίσης αναφέρεται το άρθρο 136 ΕΚ. Οι ως άνω σκοποί συνίστανται στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας και στην κατάλληλη κοινωνική προστασία των εργαζομένων, εν προκειμένω των εργαζομένων που έχουν ζητήσει ή λάβει γονική άδεια.

38      Υπ’ αυτό το πρίσμα, η ρήτρα 2, σημείο 6, της συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια ορίζει ότι τα κεκτημένα ή τα υπό κτήση δικαιώματα του εργαζομένου κατά την ημερομηνία ενάρξεως της γονικής άδειας διατηρούνται ως έχουν μέχρι τέλους της άδειας.

39      Τόσο από το γράμμα της ρήτρας 2, σημείο 6, της συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια όσο και από την αλληλουχία στην οποία εντάσσεται, προκύπτει ότι σκοπός της διατάξεως αυτής είναι να αποτρέψει την απώλεια ή τον περιορισμό δικαιωμάτων που πηγάζουν από τη σχέση εργασίας, κεκτημένων ή υπό κτήση, τα οποία έχει ήδη ο εργαζόμενος κατά την έναρξη της γονικής άδειας και να εξασφαλίσει ότι, με τη λήξη της άδειας αυτής, ο εργαζόμενος θα παραμείνει, όσον αφορά τα δικαιώματα αυτά, στην ίδια κατάσταση με αυτήν στην οποία βρισκόταν πριν από την άδεια (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 16ης Ιουλίου 2009, C-537/07, Gómez-Limón Sánchez-Camacho, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 39).

40      Βεβαίως, η συμφωνία-πλαίσιο για τη γονική άδεια δεν καθορίζει την έννοια των «κεκτημένων ή υπό κτήση δικαιωμάτων» που περιέχει η ρήτρα 2, σημείο 6, ούτε παραπέμπει στο δίκαιο των κρατών μελών για τον καθορισμό της έννοιας αυτής.

41      Εντούτοις, από τις επιταγές που απορρέουν τόσο από την ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου όσο και από την αρχή της ισότητας, προκύπτει ότι το γράμμα διατάξεως του κοινοτικού δικαίου που δεν περιέχει ρητή παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και του περιεχομένου της πρέπει, κατά κανόνα, να ερμηνεύεται, σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, κατά τρόπο αυτοτελή και ομοιόμορφο, με βάση το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η διάταξη αυτή και τον σκοπό που επιδιώκει η οικεία κανονιστική ρύθμιση (βλ., ιδίως, αποφάσεις της 18ης Ιανουαρίου 1984, 327/82, Ekro, Συλλογή 1984, σ. 107, σκέψη 11, της 9ης Μαρτίου 2006, C-323/03, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 2006, σ. I-2161, σκέψη 32, και της 11ης Ιουλίου 2006, C-13/05, Chacón Navas, Συλλογή 2006, σ. I-6467, σκέψη 40).

42      Λαμβανομένου υπόψη του επιδιωκόμενου από τη συμφωνία‑πλαίσιο για τη γονική άδεια σκοπού της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, του οποίου μνεία γίνεται στη σκέψη 35 της παρούσας αποφάσεως, η ρήτρα 2, σημείο 6, πρέπει να νοηθεί ως έκφραση μιας αρχής του κοινωνικού κοινοτικού δικαίου η οποία έχει ιδιαίτερη σημασία και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ερμηνεύεται συσταλτικώς (βλ., αναλογικά, αποφάσεις της 26ης Ιουνίου 2001, C‑173/99, BECTU, Συλλογή 2001, σ. I‑4881, σκέψη 43, της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑307/05, Del Cerro Alonso, Συλλογή 2007, σ. I‑7109, σκέψη 38, της 15ης Απριλίου 2008, C-286/06, Impact, Συλλογή 2008, σ. Ι-2483, σκέψη 114, και της 20ής Ιανουαρίου 2009, C‑350/06 και C‑520/06, Schultz-Hoff, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 22).

43      Όπως συνάγεται από τους υπομνησθέντες στις σκέψεις 35 έως 37 της παρούσας αποφάσεως σκοπούς που επιδιώκει η συμφωνία-πλαίσιο για τη γονική άδεια, η έννοια των «κεκτημένων ή υπό κτήση δικαιωμάτων» κατά τη ρήτρα 2, σημείο 6, της ως άνω συμφωνίας-πλαισίου περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων και πλεονεκτημάτων, σε χρήματα ή σε είδος, που απορρέουν άμεσα ή έμμεσα από τη σχέση εργασίας και την απόλαυση των οποίων μπορεί να αξιώσει ο εργαζόμενος έναντι του εργοδότη στην αρχή της γονικής άδειας.

44      Τέτοια δικαιώματα και πλεονεκτήματα συνιστούν όλα όσα σχετίζονται με τις συνθήκες εργασίας, όπως το δικαίωμα ενός εργαζομένου υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως, ο οποίος έχει λάβει γονική άδεια μερικού χρόνου, για την τήρηση προθεσμίας καταγγελίας σε περίπτωση μονομερούς λύσεως συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη, η διάρκεια της οποίας εξαρτάται από την αρχαιότητα του εργαζομένου στην επιχείρηση και της οποίας σκοπός είναι η διευκόλυνση ευρέσεως μιας νέας εργασίας.

45      Ο καθορισμός του καθεστώτος στο οποίο υπάγεται η σύμβαση ή η σχέση εργασίας κατά τη διάρκεια της γονικής άδειας, συμπεριλαμβανομένου και του μέτρου κατά το οποίο μπορεί ο εργαζόμενος να αποκτά κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου δικαιώματα έναντι του εργοδότη, εναπόκειται, σύμφωνα με τη ρήτρα 2, σημείο 7, της συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια, στα κράτη μέλη ή στους κοινωνικούς εταίρους. Η τελεολογική και συστηματική ερμηνεία οδηγεί στο συμπέρασμα πως η ως άνω παραπομπή δεν θίγει το σημείο 6 της ίδιας ρήτρας, κατά την οποία «τα κεκτημένα δικαιώματα ή τα δικαιώματα που είναι υπό κτήση από τον εργαζόμενο κατά την ημερομηνία έναρξης της γονικής άδειας διατηρούνται ως έχουν μέχρι τέλους της γονικής άδειας».

46      Το σύνολο αυτό δικαιωμάτων και πλεονεκτημάτων δεν θα μπορούσε να διασφαλιστεί εάν, στην περίπτωση απολύσεως κατά τη διάρκεια γονικής άδειας μερικού χρόνου και χωρίς τήρηση της νόμιμης προθεσμίας καταγγελίας, ένας εργαζόμενος υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως δεν είχε πλέον το δικαίωμα να ζητήσει να υπολογιστεί η καταβλητέα σε αυτόν αποζημίωση με βάση τις προβλεπόμενες από τη σύμβασή του αποδοχές.

47      Όπως επεσήμανε η γενική εισαγγελέας με τα σημεία 54 και 55 των προτάσεών της, εθνική νομοθετική ρύθμιση έχουσα ως αποτέλεσμα περιορισμό των δικαιωμάτων που απορρέουν από σχέση εργασίας σε περίπτωση λήψεως γονικής άδειας θα μπορούσε να αποτρέψει τον εργαζόμενο από το να λάβει τέτοια άδεια και να ενθαρρύνει τον εργοδότη να απολύσει κατά προτίμηση όσους εργαζόμενους τελούν σε γονική άδεια. Τούτο θα αντέβαινε ευθέως στους σκοπούς της συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια, και ειδικότερα στον σκοπό συνδυασμού της οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής.

48      Στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Βελγική Κυβέρνηση επεσήμανε ότι, κατά τη γνώμη της, σύμφωνα με την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία, στην περίπτωση που εργαζόμενος υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως ο οποίος έχει λάβει πλήρη γονική άδεια με απώτατη διάρκεια τριών μηνών απολυόταν χωρίς τήρηση προθεσμίας καταγγελίας, η καταβλητέα σε αυτόν αποζημίωση θα υπολογιζόταν με βάση τις προβλεπόμενες από τη σύμβασή του αποδοχές· αντιθέτως, στην περίπτωση που η απόλυση αφορούσε εργαζόμενο υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως ο οποίος όμως έχει λάβει γονική άδεια μερικού χρόνου αντιστοιχούσα είτε στο ήμισυ είτε στο ένα πέμπτο του κανονικού χρόνου εργασίας, οι αποδοχές που θα λαμβάνονταν υπόψη για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως είναι εκείνες που ο εργαζόμενος ελάμβανε όσο τελούσε σε τέτοια άδεια, δεδομένου ότι κατά τη διάρκεια αυτής, η σύμβαση πλήρους απασχολήσεως μετατρέπεται σε σύμβαση μερικής απασχολήσεως.

49      Κατά την ίδια κυβέρνηση, το μέτρο αυτό δικαιολογείται από το γεγονός ότι, σε αντίθετη περίπτωση, θα υπήρχε διάκριση εάν δυο εργαζόμενοι υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως από τους οποίους ο ένας τελεί σε γονική άδεια μερικού χρόνου και ο άλλος εξακολουθεί να εργάζεται πλήρως είχαν δικαίωμα, σε περίπτωση απολύσεως, σε ισόποση αποζημίωση. Σε μια τέτοια περίπτωση, δυο ανόμοιες καταστάσεις θα αντιμετωπίζονταν με τον ίδιο τρόπο.

50      Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό.

51      Είναι αληθές ότι, κατά τη διάρκεια γονικής άδειας μερικού χρόνου, εργαζόμενος του οποίου η σύμβαση προβλέπει καθεστώς πλήρους απασχολήσεως δεν πραγματοποιεί τον ίδιο αριθμό ωρών εργασίας με εργαζόμενο που συνεχίζει να απασχολείται πλήρως. Εντούτοις, δεν μπορεί εξ αυτού να συναχθεί ότι οι δυο εργαζόμενοι βρίσκονται σε ανόμοια κατάσταση σε σχέση με τη σύμβαση εργασίας που είχαν αρχικώς συνάψει με τον εργοδότη τους.

52      Ειδικότερα, στο πλαίσιο εθνικής νομοθετικής ρυθμίσεως, όπως η εφαρμοστέα στην υπόθεση της κύριας δίκης, κατά τη διάρκεια γονικής άδειας μερικού χρόνου, ο εργαζόμενος υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως συνεχίζει να αποκτά εντός της επιχειρήσεως αρχαιότητα, η οποία λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της νόμιμης προθεσμίας καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, ως εάν δεν είχε μειώσει την παρεχόμενη εργασία του.

53      Εξάλλου, το επιχείρημα της Βελγικής Κυβερνήσεως δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι ο εργαζόμενος υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως λαμβάνει κατά τη διάρκεια της γονικής άδειας μερικού χρόνου, εκτός των προβλεπόμενων από τη σύμβασή του αποδοχών, και κατ’ αποκοπήν αποζημίωση η οποία χορηγείται από τον Οργανισμό Απασχολήσεως και σκοπεί στην αντιστάθμιση της μειώσεως των αποδοχών.

54      Επιπροσθέτως, η περίοδος κατά την οποία εργαζόμενος υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως τελεί σε γονική άδεια μερικού χρόνου είναι περιορισμένη.

55      Εν τέλει, και στις δυο περιπτώσεις τις οποίες επικαλείται η ως άνω κυβέρνηση, η μονομερής λύση από τον εργοδότη αφορά σύμβαση εργασίας πλήρους απασχολήσεως.

56      Εκ των ανωτέρω έπεται ότι η ρήτρα 2, σημεία 6 και 7, της συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, στην περίπτωση που ο εργοδότης λύει μονομερώς, χωρίς σοβαρό λόγο ή χωρίς να τηρήσει τη νόμιμη προθεσμία καταγγελίας, τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και πλήρους απασχολήσεως, κατά τη διάρκεια γονικής άδειας μερικού χρόνου που έχει λάβει ο εργαζόμενος, δεν επιτρέπεται ο υπολογισμός της καταβλητέας στον εργαζόμενο αποζημιώσεως με βάση τις μειωμένες κατά τον χρόνο της απολύσεως αποδοχές.

 Επί των δικαστικών εξόδων

57      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς,

το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:

Η ρήτρα 2, σημεία 6 και 7, της συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια, η οποία συνήφθη τη 14η Δεκεμβρίου 1995 και προσαρτάται στην οδηγία 96/34/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1996, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για τη γονική άδεια που συνήφθη από τη UNICE, το CEEP και τη CES, όπως αυτή τροποποιήθηκε από την οδηγία 97/75/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, στην περίπτωση που ο εργοδότης λύει μονομερώς, χωρίς σοβαρό λόγο ή χωρίς να τηρήσει τη νόμιμη προθεσμία καταγγελίας, τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και πλήρους απασχολήσεως, κατά τη διάρκεια γονικής άδειας μερικού χρόνου που έχει λάβει ο εργαζόμενος, δεν επιτρέπεται ο υπολογισμός της καταβλητέας στον εργαζόμενο αποζημιώσεως με βάση τις μειωμένες κατά τον χρόνο της απολύσεως αποδοχές.