ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ

http://nomothesia.isotita.gr/
Εκτύπωση
Ημερομηνία
30 / 09 / 2010
Νόμος / διάταξη που αφορά
Άρθρα 2 και 5 Οδηγίας 76/207/ΕΟΚ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Μητέρες μισθωτές εργαζόμενες

 

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα) της 30ής Σεπτεμβρίου 2010

Στην υπόθεση C‑104/09,

με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Tribunal Superior de Justicia de Galicia (Ισπανία) με απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 2009, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 19 Μαρτίου 2009, στο πλαίσιο της δίκης Pedro Manuel Roca Álvarezκατά Sesa Start España ETT SA,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους J. N. Cunha Rodrigues, πρόεδρο τμήματος, P. Lindh (εισηγήτρια), A. Rosas, U. Lõhmus και A. Ó Caoimh, δικαστές,  γραμματέας: R. Grass 

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

–   η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την B. Plaza Cruz,

–   η Ιρλανδία, εκπροσωπούμενη από τον D. O’Hagan,

–   η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον M. van Beek και την S. Pardo Quintillán,

αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 6ης Μαΐου 2010,

εκδίδει την ακόλουθη Απόφαση

1        Η αίτηση έκδοσης προδικαστικής απόφασης αφορά την ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφοι 1, 3 και 4, και του άρθρου 5 της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του P. M. Roca Álvarez και του εργοδότη του, της εταιρίας Sesa Start España ETT SA, αντικείμενο της οποίας είναι η άρνηση της εταιρίας αυτής να του χορηγήσει τη λεγόμενη «άδεια θηλασμού».

 Το νομικό πλαίσιο

 Η νομοθεσία της Ένωσης

3        Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207 ορίζει τα εξής:

«Η παρούσα οδηγία αποσκοπεί στην εφαρμογή, εντός των κρατών μελών, της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, συμπεριλαμβανομένης και της επαγγελματικής προωθήσεως, και την επαγγελματική εκπαίδευση, καθώς και τις συνθήκες εργασίας και, υπό τους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 2, την κοινωνική ασφάλιση. Η αρχή αυτή καλείται στο εξής “αρχή της ίσης μεταχειρίσεως”.»

4        Το άρθρο 2 της ίδιας οδηγίας προβλέπει τα εξής:

«1.      Κατά την έννοια των κατωτέρω διατάξεων, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό, ιδίως, με την οικογενειακή κατάσταση.

[...]

3.      Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις διατάξεις που αφορούν την προστασία της γυναίκας, ιδίως όσον αφορά την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα.

4.      Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τα μέτρα που αποσκοπούν στην προώθηση της ισότητος των ευκαιριών μεταξύ ανδρών και γυναικών, ιδίως διά της άρσεως των ανισοτήτων που εκδηλώνονται στην πράξη και οι οποίες ανισότητες θίγουν τις ευκαιρίες των γυναικών στους τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1.»

5        Το άρθρο 5 της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα εξής:

«1.      Η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, όσον αφορά τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των όρων απολύσεως, συνεπάγεται την εξασφάλιση σε άνδρες και γυναίκες των αυτών όρων, χωρίς διάκριση βασιζόμενη στο φύλο.

2.      Για τον σκοπό αυτόν, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε:

α)      να καταργηθούν οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως,

β)      να ακυρωθούν, να δύνανται να κηρυχθούν άκυρες ή να δύνανται να τροποποιηθούν οι αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως διατάξεις που περιλαμβάνονται στις συλλογικές συμβάσεις ή τις ατομικές συμβάσεις εργασίας, στους εσωτερικούς κανονισμούς επιχειρήσεων, καθώς και στα καταστατικά των ελευθέρων επαγγελμάτων,

γ)      να αναθεωρηθούν εκείνες οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, όταν δεν υφίστανται πλέον οι λόγοι προστασίας που τις δικαιολογούν, [και] να κληθούν οι κοινωνικοί εταίροι να προβούν στις επιθυμητές αναθεωρήσεις των συμβατικών διατάξεων της ιδίας φύσεως.»

6        Η οδηγία 76/207 τροποποιήθηκε με την οδηγία 2002/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002 (ΕΕ L 269, σ. 15), και καταργήθηκε με την οδηγία 2006/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006, για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης (αναδιατύπωση) (ΕΕ L 204, σ. 23).

 Η εθνική νομοθεσία

7        Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του Εργατικού Κώδικα (Estatuto de los trabajadores), όπως έχει διαμορφωθεί με το βασιλικό νομοθετικό διάταγμα 1/1995, της 24ης Μαρτίου 1995 (BOE αριθ. 75, της 29ης Μαρτίου 1995, σ. 9654, στο εξής: Εργατικός Κώδικας), ορίζει ότι ο εν λόγω νόμος έχει εφαρμογή στα πρόσωπα που παρέχουν αυτοβούλως τις υπηρεσίες τους, έναντι αμοιβής και εντός ορισμένου οργανωτικού πλαισίου, σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο ονομάζεται «εργοδότης», με τις υποδείξεις του οποίου οφείλουν να συμμορφώνονται.

8        Το άρθρο 1, παράγραφος 3, του Εργατικού Κώδικα διευκρινίζει ότι κάθε εργασία που παρέχεται βάσει άλλης σχέσης από την οριζόμενη στο άρθρο 1, παράγραφος 1, αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής του Εργατικού Κώδικα.

9        Το άρθρο 37, παράγραφος 4, του κώδικα αυτού προβλέπει τη χορήγηση της λεγόμενης «άδειας θηλασμού». Η διάταξη αυτή, όπως ίσχυε κατά την ημερομηνία άσκησης της αγωγής στην υπόθεση της κύριας δίκης, ήταν διατυπωμένη ως εξής:

«Οι εργαζόμενες μητέρες έχουν δικαίωμα απουσίας από την εργασία διάρκειας μιας ώρας, την οποία μπορούν να κατανείμουν σε δύο μέρη, για τον θηλασμό τέκνου μικρότερου των εννέα μηνών. Για τον ίδιο σκοπό, η μητέρα μπορεί να επιλέξει, αντί της χρήσης του δικαιώματος αυτού, να μειώσει τον ημερήσιο χρόνο εργασίας της κατά μισή ώρα. Η μείωση του χρόνου εργασίας μπορεί να ισχύσει είτε για τη μητέρα είτε για τον πατέρα, στην περίπτωση που αμφότεροι οι γονείς εργάζονται.»

10      Η διάταξη αυτή τροποποιήθηκε με τον οργανικό νόμο 3/2007, σχετικά με την πραγματική ισότητα ανδρών και γυναικών (ley orgánica de igualdad efectiva de mujeres y hombres), της 22ας Μαρτίου 2007 (BOE αριθ. 71, της 23ης Μαρτίου 2007, σ. 12611), δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο του κρίσιμου εν προκειμένω χρόνου. Η σημερινή διατύπωσή της έχει ως εξής:

«Οι εργαζόμενες μητέρες έχουν δικαίωμα μιας ώρας απουσίας από την εργασία, την οποία μπορούν να κατανείμουν σε δύο μέρη, για τον θηλασμό παιδιού ηλικίας μικρότερης των εννέα μηνών. Η διάρκεια της άδειας αυξάνεται αναλογικά σε περίπτωση πολλαπλού τοκετού.

Προς τούτο, η μητέρα μπορεί να επιλέξει, αντί της χρήσης του δικαιώματος αυτού, να μειώσει τον ημερήσιο χρόνο εργασίας της κατά μισή ώρα ή να σωρεύσει το δικαίωμα αυτό υπό τη μορφή πλήρων ημερών, υπό τους όρους που προβλέπει η συλλογική σύμβαση εργασίας ή η αντίστοιχη συμφωνία που έχει συναφθεί με τον εργοδότη, τηρουμένων των συναφών διατάξεων της εν λόγω συλλογικής συμβάσεως εργασίας.

Η άδεια αυτή λαμβάνεται αδιακρίτως από τη μητέρα ή τον πατέρα, στην περίπτωση που αμφότεροι οι γονείς εργάζονται.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

11      Ο P. M. Roca Álvarez εργάζεται ως μισθωτός της Sesa Start España ΕΤΤ SA από τον Ιούλιο του 2004. Στις 7 Μαρτίου 2005 ζήτησε από τον εργοδότη του να του χορηγήσει την άδεια την οποία προβλέπει το άρθρο 37, παράγραφος 4, του Εργατικού Κώδικα για το διάστημα από 4 Ιανουαρίου 2005 έως 4 Οκτωβρίου 2005. Η αίτησή του αυτή απορρίφθηκε με το αιτιολογικό ότι η μητέρα του τέκνου του P. M. Roca Álvarez δεν ήταν μισθωτή, αλλά ελεύθερη επαγγελματίας. Κατά την εν λόγω απορριπτική απόφαση, η έμμισθη δραστηριότητα της μητέρας αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη λήψη της εν λόγω άδειας.

12      Ο P. M. Roca Álvarez προσέφυγε ενώπιον του Juzgado de lo Social de A Coruña κατά της απόφασης του εργοδότη του. Το δικαστήριο αυτό αποφάνθηκε ότι η επίμαχη άδεια, αφού προβλέπεται μόνο για τις «εργαζόμενες», χορηγείται αποκλειστικά και μόνο στις μητέρες. Επιπλέον, αυτό το δικαίωμα άδειας έχουν μόνο οι μητέρες που εργάζονται ως μισθωτές, η δε μητέρα του τέκνου του P. M. Roca Álvarez δεν πληροί την προϋπόθεση αυτή. Κατά συνέπεια, το εν λόγω δικαστήριο απέρριψε την αγωγή του P. M. Roca Álvarez.

13      Ο P. M. Roca Álvarez άσκησε έφεση κατά της παραπάνω δικαστικής απόφασης ενώπιον του Tribunal Superior de Justicia de Galicia.

14      Το εν λόγω δικαστήριο κρίνει ότι η εθνική ρύθμιση ερμηνεύθηκε ορθά. Εντούτοις, διαπιστώνει ότι η άδεια που προβλέπεται από τη ρύθμιση αυτή έχει αυτονομηθεί από το βιολογικό γεγονός του μητρικού θηλασμού, οπότε μπορεί να θεωρηθεί απλώς ως χρόνος ενασχόλησης με το παιδί. Το δικαστήριο αυτό επισημαίνει επίσης ότι, σε περίπτωση «κινδύνου κατά τη διάρκεια του μητρικού θηλασμού», υπάρχει ένας άλλος μηχανισμός προστασίας της μισθωτής εργαζόμενης. Το εθνικό δικαστήριο παρατηρεί ακόμη ότι σήμερα η εν λόγω ρύθμιση επιτρέπει να κάνουν χρήση της άδειας αυτής ή να τη λάβουν είτε ο πατέρας είτε η μητέρα, αλλά μόνο στην περίπτωση που «αμφότεροι οι γονείς εργάζονται», πράγμα που σημαίνει ότι μόνον αν η μητέρα είναι μισθωτή και ως εκ τούτου έχει δικαίωμα να λάβει την άδεια θηλασμού μπορεί ο πατέρας να λάβει την άδεια αυτή αντί της μητέρας.

15      Το αιτούν δικαστήριο θέτει το ερώτημα μήπως αυτό το δικαίωμα άδειας πρέπει να χορηγείται τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες και μήπως το γεγονός ότι χορηγείται μόνο στις μισθωτές εργαζόμενες και στους πατέρες των τέκνων τους συνιστά μέτρο που δημιουργεί διακρίσεις κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης και της οδηγίας 76/207.

16      Το αιτούν δικαστήριο φρονεί επίσης ότι η άδεια που προβλέπεται στο άρθρο 37, παράγραφος 4, του Εργατικού Κώδικα συνίσταται μάλλον σε «γονική άδεια» κατά την έννοια της οδηγίας 96/34/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1996, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για τη γονική άδεια, που συνήφθη από την UNICE, τη CEEP και τη CES (ΕΕ L 145, σ. 4).

17      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunal Superior de Justicia de Galicia αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης, η οποία απαγορεύει κάθε διάκριση λόγω φύλου και την οποία κατοχυρώνουν το άρθρο 13 ΕΚ, η οδηγία 76/207 […] και η οδηγία 2002/73 […], ο εθνικός νόμος (εν προκειμένω, το άρθρο 37, παράγραφος 4, του ισπανικού Εργατικού Κώδικα) ο οποίος χορηγεί αποκλειστικά στις μητέρες οι οποίες εργάζονται ως μισθωτές το δικαίωμα να λάβουν άδεια θηλασμού μετ’ αποδοχών, υπό τη μορφή μείωσης της ημερήσιας εργασίας κατά μισή ώρα ή απουσίας από την εργασία για μία ώρα, διαιρούμενης σε δύο μέρη, η οποία άδεια είναι προαιρετική και βαρύνει τον εργοδότη, μέχρις ότου το τέκνο συμπληρώσει την ηλικία των εννέα μηνών, ενώ, αντιθέτως, δεν χορηγεί το δικαίωμα αυτό στους μισθωτούς πατέρες;»

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

 Επί της οδηγίας 76/207

18      Το αιτούν δικαστήριο, με το ερώτημά του, θέτει κατ’ ουσία το ζήτημα αν η οδηγία 76/207 έχει την έννοια ότι απαγορεύει τα εθνικά μέτρα που, όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης, προβλέπουν ότι οι εργαζόμενες μητέρες που παρέχουν εξαρτημένη εργασία μπορούν να λαμβάνουν άδεια, υπό διάφορες μορφές, κατά τους εννέα πρώτους μήνες μετά τη γέννηση του τέκνου τους, ενώ οι εργαζόμενοι πατέρες που επίσης παρέχουν εξαρτημένη εργασία δεν έχουν δικαίωμα τέτοιας άδειας παρά μόνο στην περίπτωση που η μητέρα του τέκνου τους εργάζεται και αυτή ως μισθωτή.

19      Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207, η οδηγία αυτή αποσκοπεί στην εφαρμογή, εντός των κρατών μελών, της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τις συνθήκες εργασίας

20      Η αρχή αυτή διασαφηνίζεται στα άρθρα 2 και 5 της οδηγίας αυτής. Το εν λόγω άρθρο 2, παράγραφος 1, ορίζει ότι η αρχή της ίσης μεταχείρισης συνεπάγεται την απουσία κάθε διάκρισης που βασίζεται στο φύλο είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό, ιδίως, με την οικογενειακή κατάσταση. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει ότι η εφαρμογή της αρχής αυτής συνεπάγεται την εξασφάλιση των ίδιων όρων εργασίας σε άνδρες και γυναίκες, χωρίς διάκριση βασιζόμενη στο φύλο.

21      Επισημαίνεται ότι το επίμαχο στην κύρια δίκη μέτρο προβλέπει ότι η λεγόμενη «άδεια θηλασμού» έχει συγκεκριμένα τη μορφή άδειας απουσίας κατά τη διάρκεια του ημερήσιου εργάσιμου χρόνου ή μείωσης της διάρκειάς του. Το μέτρο αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβολή των ωραρίων εργασίας. Επηρεάζει συνεπώς τους «όρους εργασίας» κατά την έννοια του άρθρου 5 της οδηγίας 76/207 (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 20ής Μαρτίου 2003, C‑187/00, Kutz-Bauer, Συλλογή 2003, σ. I‑2741, σκέψεις 44 και 45).

22      Επιπλέον, σύμφωνα με το μέτρο αυτό, το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης δικαίωμα άδειας χορηγείται καταρχήν αποκλειστικά στις μητέρες των παιδιών, ενώ ο πατέρας δεν μπορεί να λάβει την άδεια αυτή παρά μόνο αν αμφότεροι οι γονείς εργάζονται ως μισθωτοί.

23      Κατά συνέπεια, οι μητέρες που εργάζονται ως μισθωτές μπορούν πάντοτε να λαμβάνουν τη λεγόμενη «άδεια θηλασμού», ενώ οι πατέρες που εργάζονται ως μισθωτοί δεν μπορούν να λαμβάνουν αυτή την άδεια παρά μόνο αν η μητέρα του τέκνου τους εργάζεται επίσης ως μισθωτή. Επομένως, η ιδιότητα του γονέα δεν αρκεί για να μπορούν οι άνδρες που εργάζονται ως μισθωτοί να λάβουν την άδεια, ενώ αρκεί για τις γυναίκες που είναι επίσης μισθωτές.

24      Ο άνδρας εργαζόμενος και η γυναίκα εργαζόμενη που είναι πατέρας και μητέρα αντίστοιχα τέκνων μικρής ηλικίας τελούν όμως σε παρεμφερείς καταστάσεις, όσον αφορά την ενδεχόμενη ανάγκη να μειώσουν τον ημερήσιο χρόνο εργασίας τους ενόψει της ενασχόλησής τους με το παιδί (βλ., κατ’ αναλογία, όσον αφορά την κατάσταση των ανδρών και των γυναικών εργαζομένων που έχουν αναλάβει την ανατροφή των τέκνων τους, την απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 2001, C‑366/99, Griesmar, Συλλογή 2001, σ. I‑9383, σκέψη 56, και, όσον αφορά την ανάγκη τους να καταφεύγουν σε υπηρεσίες βρεφονηπιακού σταθμού, την απόφαση της 19ης Μαρτίου 2002, C-476/99, Lommers, Συλλογή 2002, σ. I-2891, σκέψη 30).

25      Διαπιστώνεται επομένως ότι το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης μέτρο δημιουργεί διάκριση που βασίζεται στο φύλο, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207, μεταξύ των μητέρων που εργάζονται ως μισθωτές και των πατέρων που έχουν το ίδιο εργασιακό καθεστώς.

26      Όσον αφορά την ύπαρξη δικαιολογητικών λόγων για τη διαφορετική αυτή μεταχείριση, το άρθρο 2, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας 76/207 διευκρινίζει ότι η εν λόγω οδηγία δεν θίγει τις διατάξεις που αφορούν την προστασία της γυναίκας, ιδίως όσον αφορά την εγκυμοσύνη και την μητρότητα, ούτε τα μέτρα που αποσκοπούν στην προώθηση της ισότητας ευκαιριών μεταξύ ανδρών και γυναικών, ιδιαίτερα με την άρση των ανισοτήτων οι οποίες εκδηλώνονται στην πράξη και θίγουν τις ευκαιρίες των γυναικών ως προς τους όρους εργασίας.

27      Όσον αφορά, πρώτον, την προστασία της εγκυμοσύνης και της μητρότητας, το Δικαστήριο έχει δεχτεί επανειλημμένα ότι το άρθρο 2, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/207, προβλέποντας ότι τα κράτη μέλη έχουν την εξουσία να διατηρούν σε ισχύ ή να θεσπίζουν διατάξεις με σκοπό τη διασφάλιση της προστασίας αυτής, αναγνωρίζει τη νομιμότητα, από την άποψη της αρχής της ίσης μεταχείρισης των φύλων, της προστασίας, αφενός, της βιολογικής κατάστασης της γυναίκας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και μετά από αυτήν και, αφετέρου, των ειδικών σχέσεων μεταξύ της γυναίκας και του τέκνου της κατά το διάστημα μετά τον τοκετό (βλ. αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 1984, 184/83, Hofmann, Συλλογή 1984, σ. 3047, σκέψη 25, της 14ης Ιουλίου 1994, C‑32/93, Webb, Συλλογή 1994, σ. I‑3567, σκέψη 20, της 30ής Ιουνίου 1998, C‑394/96, Brown, Συλλογή 1998, σ. I‑4185, σκέψη 17, και της 1ης Φεβρουαρίου 2005, C‑203/03, Επιτροπή κατά Αυστρίας, Συλλογή 2005, σ. I‑935, σκέψη 43).

28      Κατά το αιτούν δικαστήριο, η άδεια που προβλέπει το άρθρο 37, παράγραφος 4, του Εργατικού Κώδικα προβλέφθηκε αρχικά το 1900, με σκοπό να διευκολύνει τον μητρικό θηλασμό. Η μετέπειτα εξέλιξη της ρύθμισης είχε ως αποτέλεσμα να αυτονομηθεί η εν λόγω άδεια από τον σκοπό αυτόν, ο δε μητρικός θηλασμός δεν αναφέρεται πλέον στη ρύθμιση αυτή. Εξάλλου, με τη νομολογία γίνεται, από ετών ήδη, δεκτό ότι η άδεια αυτή χορηγείται ακόμη και σε περίπτωση τεχνητού θηλασμού. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η άδεια αυτή έχει αυτονομηθεί από το βιολογικό γεγονός του θηλασμού και θεωρείται πλέον απλώς ως χρόνος ενασχόλησης με το παιδί και ως μέτρο που διευκολύνει τη μητέρα να συμβιβάσει την οικογενειακή με την επαγγελματική ζωή της μετά το πέρας της άδειας μητρότητας.

29      Με δεδομένο ότι, λόγω της εξέλιξης της εθνικής νομοθεσίας και της νομολογιακής ερμηνείας της, η χορήγηση της λεγόμενης «άδειας θηλασμού» έχει σταδιακά αυτονομηθεί από το βιολογικό γεγονός του μητρικού θηλασμού, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το μέτρο αυτό αποσκοπεί στην προστασία της βιολογικής κατάστασης της γυναίκας κατόπιν της εγκυμοσύνης της, κατά την έννοια της νομολογίας που παρατέθηκε στη σκέψη 27 της παρούσας απόφασης. Πράγματι, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης άδεια μπορεί να λαμβάνεται αδιακρίτως από τη μητέρα ή τον πατέρα, υπό τη μόνη προϋπόθεση ότι ο πατέρας εργάζεται επίσης ως μισθωτός.

30      Η περίπτωση αυτή διαφέρει από την περίπτωση την οποία αφορούσε η προπαρατεθείσα απόφαση Hofmann, όπου η επίμαχη εθνική ρύθμιση πρόβλεπε τη χορήγηση συμπληρωματικής άδειας μητρότητας, μετά τη λήξη της περιόδου προστασίας, υπέρ της μητέρας και μόνο, αποκλείοντας κάθε άλλο πρόσωπο (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Hofmann, σκέψη 26).

31      Το γεγονός ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης άδεια μπορεί να λαμβάνεται αδιακρίτως από τον πατέρα που εργάζεται ως μισθωτός ή τη μητέρα που εργάζεται ως μισθωτή σημαίνει ότι το τάισμα του παιδιού και ο χρόνος ενασχόλησης με το παιδί μπορούν να καλύπτονται είτε από τον πατέρα είτε από τη μητέρα. Επομένως, η άδεια αυτή χορηγείται προφανώς στους εργαζόμενους για τον λόγο ότι είναι γονείς. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποσκοπεί στην προστασία της βιολογικής κατάστασης της μητέρας μετά την εγκυμοσύνη της ή στην προστασία των ειδικών σχέσεων μεταξύ της μητέρας και του τέκνου της.

32      Όσον αφορά, δεύτερον, την προώθηση της ισότητας των ευκαιριών ανδρών και γυναικών και τον περιορισμό των ανισοτήτων οι οποίες εκδηλώνονται στην πράξη και θίγουν τις ευκαιρίες των γυναικών ως προς τους όρους εργασίας, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστήριξε, με τις παρατηρήσεις της, ότι ο σκοπός που επιδιώκει η χορήγηση της επίμαχης άδειας κατ’ αποκλειστικότητα στις μητέρες συνίσταται στην παροχή αντισταθμίσματος για τη μειονεκτική θέση στην οποία τελούν στην πράξη οι γυναίκες έναντι των ανδρών ως προς τη διατήρηση της εργασίας τους μετά τη γέννηση ενός τέκνου. Κατά την εν λόγω κυβέρνηση, οι μητέρες παιδιών μικρής ηλικίας έχουν μεγαλύτερες δυσκολίες να ενταχθούν στον κόσμο της εργασίας ή να παραμείνουν σ’ αυτόν.

33      Από πάγια νομολογία προκύπτει ότι το άρθρο 2, παράγραφος 4, της οδηγίας 76/207 έχει ως σαφή και περιορισμένο σκοπό να επιτρέπει τα μέτρα τα οποία, παρόλο ότι κατά τα φαινόμενα εισάγουν διακρίσεις, αποσκοπούν στην πραγματικότητα στην εξάλειψη ή στη μείωση των ανισοτήτων που εκδηλώνονται ενδεχομένως στην πράξη εντός του κοινωνικού βίου. Η διάταξη αυτή επιτρέπει τα εθνικά μέτρα στον τομέα της πρόσβασης στην απασχόληση, περιλαμβανομένης και της επαγγελματικής προώθησης, τα οποία, ευνοώντας ειδικά τις γυναίκες, έχουν σκοπό να βελτιώνουν την ικανότητα των γυναικών να ανταγωνίζονται τους άνδρες στην αγορά εργασίας και να ακολουθούν σταδιοδρομία υπό συνθήκες ισότητας με τους άνδρες (βλ. αποφάσεις της 17ης Οκτωβρίου 1995, C-450/93, Kalanke, Συλλογή 1995, σ. I‑3051, σκέψεις 18 και 19, της 11ης Νοεμβρίου 1997, C‑409/95, Marschall, Συλλογή 1997, σ. I‑6363, σκέψεις 26 και 27, της 28ης Μαρτίου 2000, C‑158/97, Badeck κ.λπ., Συλλογή 2000, σ. I‑1875, σκέψη 19, καθώς και Lommers, προαναφερθείσα, σκέψη 32).

34      Το εν λόγω άρθρο 2, παράγραφος 4, αποσκοπεί στην υλοποίηση μιας ουσιαστικής και όχι τυπικής ισότητας, μειώνοντας τις ανισότητες που εκδηλώνονται ενδεχομένως στην πράξη εντός του κοινωνικού βίου, και, συνεπώς, στην πρόληψη ή στην αντιστάθμιση, σύμφωνα με το άρθρο 157, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ, των μειονεκτημάτων στην επαγγελματική σταδιοδρομία των οικείων προσώπων (βλ., επ’ αυτού, απόφαση Kalanke, προαναφερθείσα, σκέψη 19, και αποφάσεις της 6ης Ιουλίου 2000, C‑407/98, Abrahamsson και Anderson, Συλλογή 2000, σ. I‑5539, σκέψη 48, της 30ής Σεπτεμβρίου 2004, C‑319/03, Briheche, Συλλογή 2004, σ. I‑8807, σκέψη 25).

35      Όπως εκτέθηκε στη σκέψη 21 της παρούσας απόφασης, η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης άδεια έχει τη μορφή άδειας απουσίας κατά τη διάρκεια του ημερήσιου εργάσιμου χρόνου ή μείωσης της διάρκειάς του. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το μέτρο αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να ευνοούνται οι γυναίκες, καθόσον παρέχει στις εργαζόμενες με σχέση εξαρτημένης εργασίας μητέρες τη δυνατότητα να εξακολουθούν να εργάζονται, αφιερώνοντας παράλληλα χρόνο στο παιδί τους. Το αποτέλεσμα αυτό ενισχύεται από το γεγονός ότι ο πατέρας του παιδιού, αν εργάζεται και αυτός ως μισθωτός, έχει τη δυνατότητα να λάβει την άδεια αντί για τη μητέρα, η οποία επομένως δεν θα υποστεί αρνητικές συνέπειες ως προς την εργασία της λόγω της φροντίδας του παιδιού και της ενασχόλησής της με αυτό.

36      Εντούτοις, η άποψη ότι, όπως υποστηρίζει η Ισπανική Κυβέρνηση, μόνο η μητέρα που εργάζεται ως μισθωτή έχει το δικαίωμα να της χορηγηθεί η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης άδεια, ενώ ο πατέρας, εφόσον επίσης εργάζεται ως μισθωτός, μπορεί απλώς να κάνει χρήση του δικαιώματος αυτού χωρίς να είναι ο δικαιούχος, διαιωνίζει, αντίθετα, την παραδοσιακή κατανομή των ρόλων μεταξύ ανδρών και γυναικών, καθόσον συμβάλλει ώστε οι άνδρες να παραμένουν σε βοηθητικό ρόλο έναντι των γυναικών όσον αφορά την άσκηση του έργου τους ως γονέων (βλ., επ’ αυτού, απόφαση Lommers, προαναφερθείσα, σκέψη 41).

37      Όπως υπογράμμισε η γενική εισαγγελέας με το σημείο 47 των προτάσεών της, η μη χορήγηση της επίμαχης άδειας στους πατέρες που εργάζονται ως μισθωτοί για τον λόγο και μόνο ότι η μητέρα του παιδιού δεν έχει το ίδιο εργασιακό καθεστώς θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα να αναγκάζεται η γυναίκα που είναι ελεύθερη επαγγελματίας, όπως η μητέρα του τέκνου του P. M. Roca Álvarez, να περιορίσει την επαγγελματική της δραστηριότητα και να αναλάβει μόνη της την επιβάρυνση που συνεπάγεται η γέννηση του τέκνου της, χωρίς να μπορεί να τη βοηθήσει ο πατέρας του παιδιού.

38      Κατά συνέπεια, ένα μέτρο όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν συνιστά ούτε μέτρο που οδηγεί στην εξάλειψη ή στη μείωση των ανισοτήτων που εκδηλώνονται ενδεχομένως στην πράξη, σε βάρος των γυναικών, εντός του κοινωνικού βίου, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 4, της οδηγίας 76/207, ούτε μέτρο που αποσκοπεί στην υλοποίηση μιας ουσιαστικής και όχι τυπικής ισότητας χάρη στη μείωση των ανισοτήτων που εκδηλώνονται ενδεχομένως στην πράξη εντός του κοινωνικού βίου, δηλαδή στην πρόληψη ή στην αντιστάθμιση, σύμφωνα με το άρθρο 157, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ, των μειονεκτημάτων στην επαγγελματική σταδιοδρομία των οικείων προσώπων.

39      Από το σύνολο των παραπάνω σκέψεων προκύπτει ότι το άρθρο 2, παράγραφοι 1, 3 και 4, και το άρθρο 5 της οδηγίας 76/207 έχουν την έννοια ότι απαγορεύουν τα εθνικά μέτρα που, όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης, προβλέπουν ότι οι εργαζόμενες μητέρες που παρέχουν εξαρτημένη εργασία μπορούν να λαμβάνουν άδεια, υπό διάφορες μορφές, κατά τους εννέα πρώτους μήνες μετά τη γέννηση του τέκνου τους, ενώ οι εργαζόμενοι πατέρες που επίσης παρέχουν εξαρτημένη εργασία δεν έχουν δικαίωμα τέτοιας άδειας παρά μόνο στην περίπτωση που η μητέρα του τέκνου τους εργάζεται και αυτή ως μισθωτή.

 Επί των οδηγιών 2002/73 και 96/34

40      Σε σχέση με την οδηγία 2002/73 το αιτούν δικαστήριο θέτει το ζήτημα αν η οδηγία αυτή, η οποία τροποποίησε την οδηγία 76/207, έχει την έννοια ότι απαγορεύει το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης μέτρο.

41      Η οδηγία 2002/73, μολονότι άρχισε να ισχύει κατά την ημερομηνία της δημοσίευσής της, έπρεπε να μεταφερθεί στις εθνικές έννομες τάξεις το αργότερο στις 5 Οκτωβρίου 2005, δηλαδή σε ημερομηνία μεταγενέστερη των κρίσιμων εν προκειμένω περιστατικών. Επομένως, δεν έχει εφαρμογή ratione temporis στα περιστατικά αυτά. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν εφαρμογή ratione temporis είχε η οδηγία 76/207 κατόπιν της τροποποίησής της από την οδηγία 2002/73, θα εξακολουθούσε να ισχύει η ερμηνεία που δόθηκε με τη σκέψη 39 της παρούσας απόφασης.

42      Όσον αφορά την οδηγία 96/34, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υποστήριξε με τις παρατηρήσεις της ότι το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης μέτρο αντιβαίνει στην εν λόγω οδηγία.

43      Δεδομένου όμως ότι η απόφαση περί παραπομπής δεν παρέχει διευκρινίσεις σχετικά με το περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας στον τομέα της γονικής άδειας και δεν έχει υποβληθεί ρητά κανένα σχετικό ερώτημα, δεν χρειάζεται να ερμηνευθεί η οδηγία 96/34.

 Επί των δικαστικών εξόδων

44      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς,

το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 2, παράγραφοι 1, 3 και 4, και το άρθρο 5 της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας, έχουν την έννοια ότι απαγορεύουν τα εθνικά μέτρα που, όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης, προβλέπουν ότι οι εργαζόμενες μητέρες που παρέχουν εξαρτημένη εργασία μπορούν να λαμβάνουν άδεια, υπό διάφορες μορφές, κατά τους εννέα πρώτους μήνες μετά τη γέννηση του τέκνου τους, ενώ οι εργαζόμενοι πατέρες που επίσης παρέχουν εξαρτημένη εργασία δεν έχουν δικαίωμα τέτοιας άδειας παρά μόνο στην περίπτωση που η μητέρα του τέκνου τους εργάζεται και αυτή ως μισθωτή.