ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ

http://nomothesia.isotita.gr/
Εκτύπωση
Έτος
2010
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Γυναίκες ασθενείς - γιατροί

 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ Γ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2009, με την εξής σύνθεση: Γ. Σταυρόπουλος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Γ’ Τμήματος, Π. Καρλή, Φ. Ντζίμας, Σύμβουλοι, Π. Τσούκας, Δ. Βανδώρος, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Δ. Λαγός. Για να δικάσει την από 26 Μαρτίου 2003 προσφυγή : του ................... του ......, κατοίκου Αθηνών, οδός ..... αρ. .., ο οποίος παρέστη με το δικηγόρο Ι. Τομαρά (Α.Μ. 6680) που τον διόρισε με πληρεξούσιο,κατά του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ο οποίος παρέστη με τον Α. Μπάνο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,και κατά της από 11.12.2002 απόφασης του Κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου (ΚΠΣ) Γιατρών Ε.Σ.Υ. του Υπ. Υγείας-Πρόνοιας.Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Παρέδρου Δ. Βανδώρου. Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του προσφεύγοντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους προσφυγής και ζήτησε να γίνει δεκτή η προσφυγή και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα Σκέφθηκε κατά το Νόμο

1. Επειδή για την άσκηση της κρινόμενης προσφυγής έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (Α΄ 406765, 427484/2003 γραμμάτια παραβόλου).

2. Επειδή, με την προσφυγή αυτή ζητείται η εξαφάνιση της από 11.12.2002 απόφασης του Κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου (ΚΠΣ) Γιατρών Ε.Σ.Υ. του Υπουργείου Υγείας, καθ’ ο μέρος με αυτήν επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα, τότε ιατρό του ΕΣΥ, Διευθυντή του Α΄ Χειρουργικού Τμήματος του Νοσοκομείου «Ευαγγελισμός», η ποινή της οριστικής παύσης, για το πειθαρχικό παράπτωμα της χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπούς και ανάξιας για υπάλληλο διαγωγής εντός της υπηρεσίας.

3. Επειδή, ο προσφεύγων, παρά τη λύση της υπαλληλικής σχέσης του με την Υ10α/Γ.Π. 75731/9.8.2002 αποδοχή της παραίτησής του από τη Γενική Διευθύντρια Υγείας του Υπουργείου Υγείας (ΦΕΚ τ. ν.π.δ.δ. 183/20.8.2002), διατηρεί ηθικό έννομο συμφέρον προς εξαφάνιση ή μεταρρύθμιση της προσβαλλομένης πράξης (ΣτΕ 1534/1994).

 4. Επειδή, στις 25.4.2001 το Δ.Σ. του Νοσοκομείου Ευαγγελισμός, με αφορμή τις εκπομπές «.......» και «............» του τηλεοπτικού σταθμού ......., στις οποίες άρχισαν να μεταδίδονται καταγγελίες γυναικών συγγενών ασθενών νοσηλευθέντων στο Νοσοκομείο, για σεξουαλική παρενόχληση που υπέστησαν από τον προσφεύγοντα, αποφάσισε τη διενέργεια ΕΔΕ από το Διευθυντή της Ιατρικής Υπηρεσίας ........................, συνεπικουρούμενο από το Διευθυντή Διοικητικού ................. και τον Προϊστάμενο της Νομικής Υπηρεσίας ........................ Κατόπιν αιτήματος του ................, προς επικουρία του έργου τέθηκε και η Διευθύντρια του Μικροβιολογικού Τμήματος .......... Στα πλαίσια της ΕΔΕ εξετάσθηκαν 10 καταγγέλλουσες και συγγενείς τους - μεταξύ αυτών και οι Κ. Θ., Ε. Κ. - Κ., Α. Η. και Α. Μ. - Κ. - ιατροί, νοσηλευτικό προσωπικό, οι γραμματείς του προσφεύγοντος καθώς και ο ίδιος και έγινε συλλογή σχετικού αποδεικτικού υλικού. Στις 4.9.2001 συντάχθηκε το πόρισμα της ΕΔΕ, το οποίο υπογράφεται από τον διενεργήσαντα αυτήν Π. ........... και τους συμπράξαντες ......... και ........... Σύμφωνα με το πόρισμα αυτό θεωρήθηκαν αληθείς οι καταθέσεις των προαναφερθεισών τεσσάρων καταγγελλουσών και εξήχθη το συμπέρασμα ότι ο προσφεύγων επέδειξε αναξιοπρεπή συμπεριφορά κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του στις ανωτέρω καταγγέλλουσες.

Στις 10.9.2001, ο προσφεύγων κατέθεσε αίτηση στον Πρόεδρο του Δ.Σ. του Νοσοκομείου, αιτούμενος να εξαιρεθεί ο διενεργών την ΕΔΕ .......... λόγω «βάσιμων υποψιών για το αμερόληπτο της κρίσεώς του» και να λάβει γνώση του φακέλου της ΕΔΕ. Στις 19.9.2001, μετά από σχετική κλήση, ο προσφεύγων κατέθεσε το από 17.9.2001 υπόμνημά του, με το οποίο αρνείται και αποκρούει το πόρισμα της ΕΔΕ, επικαλείται την ακυρότητα αυτής επειδή διενεργήθηκε από τον έχοντα παλαιότερη αντιδικία με αυτόν ............... και αποκρούει τις καταθέσεις των 4 καταγγελλουσών. Στις 12.11.2001 το Δ.Σ. του Α΄ ΠεΣΥ Αττικής, αποφάσισε την παραπομπή, «λόγω αναρμοδιότητας» για την υπόθεση, ενώπιον του Κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών ΕΣΥ για το αδίκημα της αναξιοπρεπούς διαγωγής εντός ή εκτός υπηρεσίας σύμφωνα με το πόρισμα της ΕΔΕ. Στις 29.11.2001 κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα το παραπεμπτήριο, ενώ κατά τη συνεδρίαση της 22.5.2002, το ΚΠΣ έκρινε ώριμη την υπόθεση και αποφάσισε την κλήση του εγκαλουμένου σε απολογία. Στις 20.8.2002, ο προσφεύγων υπέβαλε το απολογητικό υπόμνημα (αρ. κατ. 527/20-8-2002), με το οποίο αρνήθηκε τα αποδιδόμενα πειθαρχικά παραπτώματα και προέβαλε αιτιάσεις κατά της νομιμότητας της ΕΔΕ. Στις 11.12.2002 συνεδρίασε το ΚΠΣ, στο οποίο, η εισηγήτρια πρότεινε την αθώωση λόγω αμφιβολιών, ο δε προσφεύγων, ο οποίος παραστάθηκε μετά πληρεξουσίου δικηγόρου, αρνήθηκε ότι διέπραξε τα αποδιδόμενα σε αυτόν παραπτώματα. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το ΚΠΣ αποφάνθηκε, κατά πλειοψηφία, ότι ο προσφεύγων προέβη σε σεξουαλική παρενόχληση των ανωτέρω τεσσάρων γυναικών, συγγενών ασθενών του, διαπράττοντας με τον τρόπο αυτό το πειθαρχικό παράπτωμα της χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπούς και ανάξιας για υπάλληλο διαγωγής εντός της υπηρεσίας και του επέβαλε την πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης.

5. Επειδή, στο άρθρο 7 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α΄ 45), το οποίο φέρει τον τίτλο «αμεροληψία των διοικητικών οργάνων», ορίζεται ότι : «1. Τα διοικητικά όργανα, μονομελή ή συλλογικά, πρέπει να παρέχουν εγγυήσεις αμερόληπτης κρίσης κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους. 2. Τα μονομελή όργανα, καθώς και τα μέλη των συλλογικών οργάνων, οφείλουν να απέχουν από κάθε ενέργεια ή διαδικασία που συνιστά συμμετοχή σε λήψη απόφασης ή διατύπωση γνώμης ή πρότασης εφόσον : … γ) έχουν ιδιαίτερο δεσμό ή ιδιάζουσα σχέση ή εχθρότητα με τους ενδιαφερόμενους. 4. Αίτηση εξαίρεσης μονομελούς οργάνου ή μέλους συλλογικού οργάνου, μπορούν να υποβάλουν οι ενδιαφερόμενοι σε όλα τα στάδια της διαδικασίας. Η αίτηση υποβάλλεται στην προϊσταμένη αρχή, ή στον προεδρεύοντα του συλλογικού οργάνου, ή στο αποφασίζον όργανο, κατά περίπτωση. …».

6. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με την 9101/10.9.2001 αίτησή του, ο προσφεύγων ζήτησε την εξαίρεση του ........... από τη θέση του διενεργούντος την ΕΔΕ, ενώ αυτός την είχε ήδη διενεργήσει και στις 4.9.2001 είχε εκδώσει το σχετικό πόρισμα, για το λόγο ότι στο παρελθόν αυτός είχε αντιδικήσει μαζί του, «επί εικοσαετία και πλέον», προς διευκρίνιση δε του ανωτέρω ισχυρισμού παρέπεμψε στα σχετικά έγγραφα, τα οποία ισχυρίζεται ότι κατέθεσε. Το μόνο σχετικό έγγραφο που φέρεται ως συνημμένο και υπάρχει στη δικογραφία είναι η από 8.12.1987 παρέμβαση του Π. .......... κατά του προσφεύγοντος, αναφερόμενη σε νομικά ζητήματα και χωρίς προσωπικές αναφορές κατά του προσφεύγοντος, σε δίκη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, που αφορούσε έφεση του προσφεύγοντος κατά απόφασης Διοικητικού Εφετείου, που απέρριψε αίτηση ακυρώσεώς του κατά του διορισμού, το έτος 1985, του ............... σε θέση Διευθυντή της Α΄ Χειρουργικής Κλινικής του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός». Υπό τα δεδομένα αυτά, η ανωτέρω αίτηση εξαίρεσης αφενός μεν υποβλήθηκε εκπροθέσμως, κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ. 4 εδ. α΄ του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, ήτοι μετά το πέρας της ΕΔΕ, ενώ, ενόψει των ισχυρισμών που περιέχονταν σε αυτήν, ο προσφεύγων, ο οποίος μάλιστα εξετάστηκε, από τον Π. ........, στις 22, 25, 26, 28 Ιουνίου και στις 2 Ιουλίου 2001, μπορούσε να την υποβάλει πριν από το πέρας της διαδικασίας της ΕΔΕ, αφετέρου δε ήταν και αβάσιμη, αφού από τα γεγονότα που επικαλείται ο προσφεύγων στην αίτησή του δεν προκύπτει ιδιαίτερη εχθρότητα του Π. ............ προς το πρόσωπό του. Συνεπώς, ο λόγος, με τον οποίο προβάλλεται ότι παρανόμως δεν έγινε δεκτή η πιο πάνω αίτηση εξαίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

7. Επειδή, στο άρθρο 127 παρ. 2 του «Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.» (ν. 2683/1999, Α΄ 19) ορίζεται ότι : «2. Η ένορκη διοικητική εξέταση διατάσσεται από οποιονδήποτε πειθαρχικώς προϊστάμενο και ενεργείται από μόνιμο υπάλληλο με βαθμό τουλάχιστον Α΄ του ίδιου υπουργείου ή ν.π.δ.δ. και σε καμία περίπτωση κατώτερου βαθμού εκείνου στον οποίο αποδίδεται η πράξη. Σε περίπτωση αδυναμίας λόγω κωλύματος, η ένορκη διοικητική εξέταση μπορεί να ενεργείται και από μόνιμο δημόσιο υπάλληλο τουλάχιστον με βαθμό Α΄ άλλου υπουργείου ή, προκειμένου για ν.π.δ.δ., του υπουργείου που το εποπτεύει». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το όργανο που διενεργεί την ΕΔΕ είναι μονομελές.

8. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, με την 4/25.4.2001 απόφαση του ΔΣ του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός» ανατέθηκε η διενέργεια ΕΔΕ στο Διευθυντή της Ιατρικής Υπηρεσίας του νοσοκομείου .................., ορίσθηκε δε ότι θα τον επικουρούν ο διευθυντής της Υποδιεύθυνσης Διοικητικού ................ και ο Προϊστάμενος της Νομικής Υπηρεσίας ....................... και θα τεθεί, κατόπιν αιτήματός του, στη διάθεσή του και η Διευθύντρια του Μικροβιολογικού Τμήματος ......... Μετά τη διενέργεια της ΕΔΕ, συντάχθηκε το από 4.9.2001 πόρισμα, το οποίο συνυπογράφεται από τους ........, ..... ........ και .......... Στη συνέχεια, οι ........... και ........... με τα από 9.10.2001 και 28.9.2001 έγγραφά τους προς τον Πρόεδρο του ΔΣ του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός» δήλωσαν ο μεν πρώτος ότι θεωρεί την υπογραφή του ως μηδέποτε τεθείσα, η δε δεύτερη ότι η υπογραφή της δεν σημαίνει αποδοχή του πορίσματος εκ μέρους της.

9. Επειδή, κατά την έννοια της ανωτέρω 4/25.4.2001 απόφασης του ΔΣ του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός», ερμηνευόμενης υπό το φως της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 127 παρ. 2 ΥΚ, ένας ήταν αυτός που όφειλε να διενεργήσει την ΕΔΕ και να υποβάλει αιτιολογημένη γνώμη (πόρισμα), ο ...................., οι δε ..............., ................. και .........., απλώς όφειλαν να τον επικουρούν κατά τη διενέργεια πράξεων της ΕΔΕ, χωρίς να δύνανται να εκφέρουν δική τους αιτιολογημένη γνώμη ή να απαιτείται συνυπογραφή τους στην αιτιολογημένη γνώμη του ............... Συνεπώς, εφόσον το από 4.9.2001 πόρισμα της ΕΔΕ υπογράφεται από τον ..............., ως ορισθέντα να διενεργήσει την ΕΔΕ και διενεργήσαντα αυτή, είναι νομικά αδιάφορο εάν το πόρισμα αυτό συνυπογράφεται ή όχι από τους .........., ............ και ........ Συνεπώς, ο λόγος με τον οποίο προβάλλεται ότι το πόρισμα είναι πλημμελές, διότι δεν υπογράφεται καθόλου από τον ............, οι δε .. ........ και ............ ανακάλεσαν τις υπογραφές τους, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

10. Επειδή, προβάλλεται ότι η ΕΔΕ ήταν παράνομη, διότι απορρίφθηκε χωρίς αιτιολογία το αίτημα του προσφεύγοντος, που υποβλήθηκε με την 9101/10.9.2001 αίτησή του, να εξετασθεί κατ΄ αντιπαράσταση με τις καταγγέλλουσες. Από καμία διάταξη ή αρχή δεν προκύπτει υποχρέωση ικανοποίησης τέτοιου αιτήματος ή αιτιολογημένης απάντησης σε αυτό. Εξάλλου, στην προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. σελ. 3 αυτής) εμπεριέχεται η διαπίστωση ότι το πειθαρχικό συμβούλιο έκρινε ότι η υπόθεση ήταν ώριμη και για το λόγο αυτό κάλεσε τον προσφεύγοντα σε απολογία, η οποία διαπίστωση προφανώς έχει την έννοια ότι το αποδεικτικό υλικό της ΕΔΕ ήταν επαρκές με αποτέλεσμα να μην απαιτείται, καταρχήν, η διενέργεια περαιτέρω ανακριτικών πράξεων. Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

11. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, οι αποφάσεις των συλλογικών οργάνων της Διοίκησης και των ν.π.δ.δ., αν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, λαμβάνονται με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών. Συνεπώς, ο λόγος με τον οποίο προβάλλεται ότι παρανόμως παραπέμφθηκε ο προσφεύγων στο Κεντρικό Πειθαρχικό Συμβούλιο Γιατρών ΕΣΥ με την 11/12.11.2001 απόφαση του ΔΣ του Α΄ ΠΕΣΥ Αττικής, διότι η απόφαση αυτή λήφθηκε κατά πλειοψηφία και όχι ομόφωνα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

12. Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 127 παρ. 3 και 131 παρ. 3 ΥΚ ο διωκόμενος δικαιούται κατά τη διάρκεια της ΕΔΕ και μέχρι το τέλος της εξέτασής του να ζητήσει εγγράφως την εξέταση μαρτύρων. Ο διενεργών την ΕΔΕ υποχρεούται να εξετάσει πέντε τουλάχιστον από τους προτεινόμενους μάρτυρες. Με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται δικαίωμα του διωκόμενου υπαλλήλου να προτείνει μέχρι πέντε μάρτυρες, και αντίστοιχη υποχρέωση της Διοίκησης να εξετάσει τουλάχιστον αυτούς, αδιαφόρως αν, κατά την κρίση της, οι προταθέντες μάρτυρες είναι άσχετοι με την οικεία πειθαρχική υπόθεση ή η εξέτασή τους είναι απρόσφορη. Όμως, η εν λόγω πρόταση προς εξέταση μαρτύρων πρέπει να γίνει μέχρι το τέλος της ΕΔΕ ή, το αργότερο, μέχρι το χρόνο της απολογίας του πειθαρχικώς διωκόμενου, εφόσον, όμως, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είχε δοθεί σε αυτόν η ευχέρεια πρότασης μαρτύρων κατά το στάδιο της ΕΔΕ (πρβλ. ΣτΕ 2005/2001, 2786/1999, 708/1999).

13. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, ο προσφεύγων με το από 20.8.2002 απολογητικό του υπόμνημα προς το ΚΠΣ ζήτησε το πρώτον τη διενέργεια αυτοψίας στο γραφείο του στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» και την εξέταση, «ως μαρτύρων εγνωσμένου κύρους», των ............., ................ και ........... ...... Τα αιτήματα αυτά απορρίφθηκαν σιωπηρά. Δεδομένου, όμως, ότι αφενός μεν από καμία διάταξη ή αρχή η Διοίκηση δεν είχε υποχρέωση να ικανοποιήσει το αίτημα διενέργειας αυτοψίας, αφετέρου δε το αίτημα εξέτασης μαρτύρων υποβλήθηκε εκπρόθεσμα, ήτοι μετά το πέρας της ΕΔΕ, η απόρριψη των αιτημάτων αυτών ήταν νόμιμη, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

14. Επειδή, στην προσβαλλομένη απόφαση περιέχεται η διαπίστωση ότι το πειθαρχικό συμβούλιο έκρινε ότι η υπόθεση ήταν ώριμη και για το λόγο αυτό κάλεσε σε απολογία τον προσφεύγοντα (βλ. προσβαλλομένη απόφαση σελ. 3). Συνεπώς, ο λόγος με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη, διότι δεν αναφέρεται σε αυτήν ότι η ΕΔΕ επί της οποίας ερείδεται, ήταν επαρκής, είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

15. Επειδή, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ρητά ότι μειοψήφησαν ο Πρόεδρος του ΚΠΣ .............. και το μέλος του και εισηγήτρια της υπόθεσης ............, οι οποίοι υποστήριξαν ότι ο εγκαλούμενος έπρεπε να απαλλαγεί λόγω αμφιβολιών (βλ. προσβαλλομένη απόφαση σελ. 7). Συνεπώς, ο λόγος με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι παράνομη, διότι σε αυτήν δεν μνημονεύεται η γνώμη των μειοψηφησάντων μελών, είναι απορριπτέος, διότι ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

16. Επειδή, όπως έχει ήδη εκτεθεί, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, οι αποφάσεις των συλλογικών οργάνων της Διοίκησης και των ν.π.δ.δ., αν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, λαμβάνονται με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών. Συνεπώς, ο λόγος με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη, διότι λήφθηκε κατά πλειοψηφία και όχι ομόφωνα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

17. Επειδή, τόσο κατά τις διατάξεις των άρθρων 208 παρ. 1, 207 παρ. 4 περ. ε΄ και 208 παρ. 2 του παλαιότερου ΥΚ (π.δ. 611/1977, Α΄ 198), όσο και κατά τις διατάξεις των άρθρων 112 παρ. 1 εδ. β΄, 109 παρ. 2 περ. δ΄ και 112 παρ. 3 του νεότερου ΥΚ (ν. 2683/1999), η παραγραφή των πειθαρχικών αδικημάτων που επισύρουν την ποινή της οριστικής παύσης, όπως, μεταξύ άλλων, είναι και η χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπής και ανάξια για υπάλληλο διαγωγή εντός της υπηρεσίας, είναι πενταετής, αρχίζει δε από την επομένη της τέλεσης του αδικήματος και διακόπτεται με την παραπομπή του προσφεύγοντος στο πειθαρχικό συμβούλιο (βλ. ΣτΕ 3594/2002 σκ. 6, 7 και 2664/2003 σκ. 8). Οι πιο πάνω διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και ως προς τα πειθαρχικά παραπτώματα των ιατρών του ΕΣΥ, δυνάμει της διάταξης του άρθρου 77 παρ. 10 του ν. 2071/1992, Α΄ 123 (βλ. ΣτΕ 3594/2002, σκ. 6).

18. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, δεν παραγράφηκε το πειθαρχικό αδίκημα, το οποίο φέρεται να τέλεσε ο προσφεύγων παρενοχλώντας σεξουαλικά την Ε. Κ. - Κ., διότι από το Νοέμβριο 1997, που φέρεται να έλαβε χώρα, μέχρι το Νοέμβριο 2001, οπότε ο προσφεύγων παραπέμφθηκε στο οικείο πειθαρχικό συμβούλιο, δεδομένου ότι το παραπεμπτήριο εκδόθηκε στις 12.11.2001 και επιδόθηκε σε αυτόν στις 29.11.2001, παρήλθε διάστημα τεσσάρων, ήτοι μικρότερο των πέντε, ετών (βλ. ΣτΕ 2664/2003 σκ. 9). Συνεπώς, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

19. Επειδή, αντιθέτως, το πειθαρχικό αδίκημα το οποίο φέρεται ότι τέλεσε ο προσφεύγων παρενοχλώντας σεξουαλικά την Κ.Θ. κατά το χρονικό διάστημα 1990 - 1992 έχει υποπέσει σε παραγραφή, όπως βασίμως προβάλλεται. Συνεπώς, κατά την ουσιαστική κρίση της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν θα λάβει υπόψη του τα σχετικά περιστατικά που αποδόθηκαν στον προσφεύγοντα.

20. Επειδή, κατά την εκδίκαση της υπαλληλικής προσφυγής το Συμβούλιο της Επικρατείας, ερευνά την πειθαρχική υπόθεση κατά τον νόμο και την ουσία και προβαίνει σε δική του διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών και στην υπαγωγή τους στον προσήκοντα κανόνα δικαίου. Το Δικαστήριο κρίνει, ύστερα από νέα στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, αν στοιχειοθετείται πειθαρχικό παράπτωμα και σε καταφατική περίπτωση αποφαίνεται για την προσήκουσα πειθαρχική ποινή, εκτιμώντας τις συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκε το παράπτωμα και λαμβάνοντας υπόψη την τυχόν έμπρακτη μεταμέλεια και την εν γένει υπηρεσιακή εικόνα του υπαλλήλου καθ’ όλη την σταδιοδρομία του. Συνεπώς, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς οι λόγοι με τους οποίους προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ειδικώς αιτιολογημένη κατά παράβαση του άρθρου 140 παρ. 3 ΥΚ και ότι το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει το πόρισμα της ΕΔΕ είναι εσφαλμένο κατ΄ ουσίαν (ΣτΕ 3386/2009, 2480/2008, 2354/2008, 1317/2008, 2780/2006, 985/2005 κ.α.).

21. Επειδή, τόσο στο άρθρο 207 παρ. 4 περ. ε΄ του παλαιότερου ΥΚ (π.δ. 611/1977), στο άρθρο 109 παρ. 2 περ. δ΄ των νεότερων ΥΚ (ν. 2683/1999 και ν. 3528/2007, Α΄ 26) ορίζεται ότι η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης μπορεί να επιβληθεί, μεταξύ άλλων, και για το παράπτωμα της χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπούς ή ανάξιας για υπάλληλο διαγωγής εντός ή εκτός της υπηρεσίας.

22. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, η Ε. Κ. - Κ. κατέθεσε στις 8.6.2001, ενώπιον του διενεργήσαντος την ΕΔΕ ..............., ότι το Νοέμβριο του έτους 1997 ο σύζυγός της χειρουργήθηκε από τον προσφεύγοντα. Λίγες ημέρες μετά από την εγχείρηση τον επισκέφθηκε στο γραφείο του στο νοσοκομείο, προκειμένου να ενημερωθεί για την πορεία της υγείας του συζύγου της. Αφού αυτή μπήκε στο γραφείο του και έκλεισε την πόρτα πίσω της, ο προσφεύγων την πλησίασε, την έσφιξε επάνω του, λέγοντάς της ότι μπορούσε να στηριχθεί σε αυτόν και της ζήτησε να τον φιλήσει. Εκείνη τον ασπάσθηκε στο μάγουλο. Ο εγκαλούμενος τότε της ζήτησε να τον φιλήσει στο στόμα. Εκείνη σάστισε και τον απώθησε, και τότε αυτός κάθισε στο γραφείο του και άρχισε να την καθησυχάζει. Η καταθέσασα κατάλαβε ότι δεν είχε πρόθεση να την ενημερώσει, άνοιξε την πόρτα και έφυγε. Αναγκάστηκε μετά από αυτά να τον επισκεφθεί εκ νέου, για να ενημερωθεί για την κατάσταση της υγείας του συζύγου της, όταν όμως αυτός της πρότεινε να καθίσει και να κλείσει την πόρτα, εκείνη δεν το έκανε, και αφού ενημερώθηκε αποχώρησε. Εξάλλου, η Α. Η., κατέθεσε στις 14.5.2001, ενώπιον του διενεργήσαντος την ΕΔΕ ..........., ότι περί το τέλος Αυγούστου του έτους 1999 ο πατέρας της χειρουργήθηκε από τον προσφεύγοντα. Την επόμενη ημέρα επισκέφθηκε τον προσφεύγοντα στο γραφείο του στο νοσοκομείο, προκειμένου να ενημερωθεί για την κατάσταση της υγείας του πατέρα της. Εκείνος, όταν την είδε να περιμένει στον προθάλαμο του γραφείου, είπε στους συνεργάτες του που βρίσκονταν σε αυτό να αποχωρήσουν, την κάλεσε να εισέλθει και, αφού αυτή εισήλθε, έκλεισε την πόρτα. Όταν εκείνη τον ρώτησε για την υγεία του πατέρα της, αυτός, αντί να της απαντήσει, της είπε ότι τον έχει αναστατώσει, ότι πρώτη φορά του συμβαίνει αυτό το πράγμα, ότι δεν μπορεί να χειρουργήσει, γιατί τη σκέφτεται συνέχεια, ότι θέλει να συναντηθούν στο εκτός νοσοκομείου γραφείο του, ότι θα έχει ό,τι θέλει από αυτόν και της έδωσε την κάρτα του. Στη συνέχεια την πλησίασε, την αγκάλιασε τραβώντας τη πάνω του και προσπάθησε να τη φιλήσει στο στόμα, ακουμπώντας το χέρι του στο στήθος της. Αυτή αιφνιδιάστηκε και απομακρύνθηκε απωθώντας τον ήπια και του είπε να σταματήσει, και ότι θα έπρεπε να σκεφθεί ότι δίπλα είχε τον πατέρα της ετοιμοθάνατο, αλλά και τη φιλία του με το θείο της. Ακολούθως, άνοιξε την πόρτα για να φύγει, οπότε ο προσφεύγων με τυπικό και επαγγελματικό ύφος τη χαιρέτησε λέγοντάς της «εντάξει κυρία Η. πηγαίνετε και θα τα ξαναπούμε». Τέλος, η Α. Μ. - Κ., κατέθεσε στις 10.5.2001, ενώπιον του διενεργήσαντος την ΕΔΕ Π. .........., ότι στις 16.5.2000, ημέρα κατά την οποία είχε προγραμματισθεί η εγχείρηση της μητέρας της, συνάντησε τον προσφεύγοντα στο διάδρομο του 8ου ορόφου, έξω από το γραφείο του. Αυτός της είπε να τον περιμένει στο γραφείο του, μετά από λίγο ήρθε, έκλεισε την πόρτα και την ενημέρωσε ότι η εγχείρηση έπρεπε, για ιατρικούς λόγους, να αναβληθεί. Η καταθέσασα στενοχωρήθηκε, γιατί αυτό θα συνεπαγόταν πρόσθετη ταλαιπωρία για τη μητέρα της. Τότε ο προσφεύγων την πλησίασε, την έπιασε από τα χέρια, ενώ ήταν καθισμένη, τη σήκωσε όρθια και την αγκάλιασε. Αυτή τα έχασε, εκείνος όμως την έσφιξε περισσότερο στην αγκαλιά του και τη φίλησε στο στόμα. Εκείνη προσπάθησε να τον απωθήσει ευγενικά, ο προσφεύγων όμως πήρε το χέρι της και το έθεσε στα γεννητικά του όργανα, της είπε χυδαία λόγια ζητώντας της να ανταποκριθεί στις επιθυμίες του, καθώς και ότι η ανταπόκρισή της θα του έκανε καλό όσον αφορά στην εγχείρηση της μητέρας της. Τότε η γραμματέας χτύπησε την πόρτα λέγοντας ότι τον κάλεσαν στο χειρουργείο, οπότε αυτός είπε στην καταθέσασα να πάνε στη μητέρα της, την οποία ενημέρωσε ευγενικά για την αναβολή της εγχείρησής της και αφού βγήκαν από το θάλαμο της ζήτησε να συναντηθούν το μεσημέρι. Εκείνη, προκειμένου να τον αποφύγει, του είπε ότι θα του τηλεφωνήσει στο κινητό του. Στη συνέχεια ενημέρωσε το σύζυγό της και τη μητέρα της και αποφάσισαν να ζητήσουν εξιτήριο, όπως και έγινε. Τα ανωτέρω επιβεβαίωσε και ο σύζυγός της, Ι. Κ., στην από 10.5.2001 κατάθεσή του στον διενεργήσαντα την ΕΔΕ Π. .............. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου οι ανωτέρω καταθέσεις συγγενών ασθενών που δεν προκύπτει ότι συνδέονται μεταξύ τους και αφορούν όμοια κατ΄ ουσίαν συμπεριφορά του προσφεύγοντος σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα, είναι αξιόπιστες. Ειδικώς η αποχώρηση της μητέρας της Α. Μ. - Κ. από το νοσοκομείο στις 16.5.2000, επιβεβαιώνεται και από τον ίδιο τον προσφεύγοντα, ο οποίος την αποδίδει στο γεγονός ότι η εγχείρησή της αναβλήθηκε. Εξάλλου, η αξιοπιστία των πιο πάνω καταθέσεων δεν κλονίζεται από τα κατωτέρω γεγονότα : 1) Το γεγονός ότι οι ανωτέρω καταθέσασες δεν άσκησαν εμπρόθεσμα έγκληση, ή έστω άμεσα αναφορά στις διοικητικές αρχές του νοσοκομείου, αλλά μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα εμφανίστηκαν το πρώτον σε εκπομπές του δημοσιογράφου ............. ..............., ο οποίος ήταν, κατά τον προσφεύγοντα, ο υπεύθυνος για τη συκοφαντική εκστρατεία σε βάρος του, η οποία έλαβε χώρα αμέσως μετά την εκλογή του σε θέση Καθηγητή της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Και τούτο, διότι προηγουμένως ήταν εύλογο να θεωρούν ότι το περιστατικό που τους συνέβη ήταν μεμονωμένο, και ότι, καταθέτοντας μόνες, δεν θα γίνονταν πιστευτές και θα είχαν να αντιμετωπίσουν αγωγές και μηνύσεις από τον προσφεύγοντα. 2) Το γεγονός ότι το γραφείο του προσφεύγοντος δεν είχε καλή μόνωση και ότι απέξω καθόταν κάθε φορά μία από τις γραμματείς του, οι οποίες κατέθεσαν ότι δεν υπέπεσε κάτι σχετικό στην αντίληψή τους, όπως κατέθεσαν και οι εξετασθέντες ιατροί και νοσηλεύτριες. Και τούτο, διότι τόσο οι πράξεις και τα λόγια του προσφεύγοντος, όσο και οι αντιδράσεις των καταγγελλουσών, δεν ήταν ιδιαίτερα θορυβώδεις, ενώ, εξάλλου, δεν αποκλείεται και αν ακόμη είχε υποπέσει κάτι στην αντίληψη των ανωτέρω, ιδίως των γραμματέων, να μην το ανέφεραν στις καταθέσεις τους, είτε διότι δεν μπόρεσαν να σχηματίσουν εικόνα για το τι συνέβη, είτε για να μην εκτεθούν, είτε από φόβο ή συμπάθεια προς τον προσφεύγοντα. 3) Ειδικά όσον αφορά στην Ε. Κ. - Κ., το γεγονός ότι η αδελφή της, η οποία κατά την ίδια φέρεται να παρενοχλήθηκε σεξουαλικά και αυτή από τον προσφεύγοντα, δεν προσήλθε να καταθέσει στην ΕΔΕ παρότι κλήθηκε προς τούτο κατ΄ επανάληψη. Και τούτο, διότι το γεγονός ότι η αδελφή της καταγγέλλουσας δεν ήθελε να εμπλακεί στην υπόθεση, δεν κλονίζει την αξιοπιστία της καταγγέλλουσας. 4) Ειδικά όσον αφορά στην Α. Η., το γεγονός ότι ο θείος της απέστειλε μετά το συμβάν ευχαριστήρια επιστολή στον προσφεύγοντα, ιδιαίτερα επαινετική και για το ήθος του, για τις χειρουργικές επεμβάσεις που είχε διενεργήσει στον ίδιο και τον αδελφό του. Και τούτο, διότι όπως κατέθεσε η ίδια, ουδέποτε ανέφερε το συμβάν στο θείο της. 5) Ειδικά όσον αφορά στην Α. Μ. - Κ. ο ισχυρισμός του προσφεύγοντος, ότι ήταν αδύνατο να είχε συναντηθεί με αυτήν το πρωί της 16.5.2000 στο γραφείο του, αφού σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία είχε χειρουργείο στις 8 : 35΄, δεν ευσταθεί, διότι ο χρόνος της συνάντησής του με αυτήν ήταν σύντομος. 6) Τέλος, με το 860/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη κατά του προσφεύγοντος για απόπειρα βιασμού κατά συρροή σε βάρος της Α. Μ. - Κ., της Α. Η. και τριών ακόμη γυναικών, για το λόγο ότι οι αποδιδόμενες στον προσφεύγοντα πράξεις δεν συνιστούσαν, κατ΄ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, απόπειρα βιασμού, αλλά προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας (ΠΚ 337 παρ. 1) και, ως εκ τούτου, τα επιμέρους ποινικά αδικήματα είτε είχαν παραγραφεί, είτε δεν είχε ασκηθεί εμπροθέσμως έγκληση για αυτά. Υπό τα δεδομένα όμως αυτά το εν λόγω βούλευμα ουδεμία επιρροή ασκεί στην παρούσα πειθαρχική υπόθεση, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο προσφεύγων. Συνεπώς, ο προσφεύγων τέλεσε το πειθαρχικό αδίκημα της αναξιοπρεπούς ή ανάξιας για υπάλληλο διαγωγής εντός της υπηρεσίας, λαμβανομένου δε υπόψη ότι εν λόγω συμπεριφορά του συνιστά έντονη προσβολή της προσωπικότητας των ανωτέρω γυναικών, συγγενών ασθενών, οι οποίες μάλιστα βρίσκονταν σε κακή ψυχολογική κατάσταση και θέση εξάρτησης από τον προσφεύγοντα που χειρούργησε ή θα χειρουργούσε στενούς συγγενείς τους, ότι μία τέτοια συμπεριφορά απάδει προς το κύρος του ιατρού δημόσιου νοσοκομείου, και μάλιστα διευθυντή κλινικής, και μειώνει το κύρος του νοσοκομείου, ότι ο προσφεύγων ουδέποτε παραδέχθηκε ότι προέβη στις ανωτέρω ενέργειες με αποτέλεσμα να μην ζητήσει ποτέ συγγνώμη από τις θιγείσες και παρά το γεγονός ότι κατά τα λοιπά η συνολική του εικόνα ως ιατρού δημόσιου νοσοκομείου είναι πολύ καλή, το Δικαστήριο κρίνει ότι προσήκουσα είναι η επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης.

23. Επειδή, συνεπώς, η κρινόμενη προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.

Διά ταύτα

Απορρίπτει την προσφυγή.