ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ

http://nomothesia.isotita.gr/
Εκτύπωση
Έτος
1993
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Εργαζόμενοι / ισότητα αμοιβής

 

Πρόεδρος: ΒΑΣ. ΚΟΚΚΙΝΟΣ Εισηγητής: ΧΑΡ. ΠΑΜΠΟΥΚΗΣ Δικηγόρος: Γεωργ. Μανουσάκης

Επειδή από την προσκομιζόμενη 9378β/2.4.1993 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτ. Πειραιώς Π.Π. προκύπτει, ότι οι επισπεύδουσες τη συζήτηση αναιρεσίβλητες επέδωσαν στα αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 124 παρ. 2, 126 παρ. 1 στοιχ. δ, 127 παρ. 1 και 568 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.), ακριβές αντίγραφο της από 2 Φεβρουαρίου 1993 κλήσεως για να παραστεί κατά την αναγραφόμενη στην αρχή συνεδρίαση (18.11.1993), που ορίστηκε νομίμως ως δικάσιμος (άρθρο 568 Κ.Πολ.Δ.). Συνεπώς, μολονότι το αναιρεσείον δεν εμφανίστηκε στην δικάσιμο αυτή (18.11.1993) στο ακροατήριο, κατά την εκφώνιση της υποθέσεως, από τη σειρά του οικείου πινακίου, η συζήτηση της υποθέσεως πρέπει να γίνει ωσάν να ήσαν παρόντα και τα δύο διάδικα μέρη (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Επειδή νομίμως, κατά το άρθρο 563 παρ. 1 στοιχ. β Κ.Πολ.Δ., εισάγεται στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου η κρινόμενη υπόθεση, μετά την παραπομπή της με την 657/1992 απόφαση του Β Πολ. Τμήματος, ως προς αμφότερους τους λόγους της από 16.12.1986 αιτήσεως του Ελλην. Δημοσίου, για αναίρεση της 137/1986 αποφάσεως του Πολ. Πρωτ. Χανίων, λόγω του ότι το προαναφερόμενο Τμήμα αρνήθηκε να εφαρμόσει, ως αντισυνταγματική, ειδικότερα δε ως αντικείμενη στις αρχές της ισότητας των φύλων (άρθρο 4 παρ. 2) και της ίσης μεταχειρίσεως (άρθρο 22 εδ. τελευταίο), καθώς και στα άρθρα 2 παρ. 1 της με αριθμό 100 διεθνούς συμβάσεως εργασίας του 1951 "περί της ισότητος αμοιβής μεταξύ αρρένων και θηλέων εργαζομένων δι` εργασίαν ίσης αξίας", και 119 της από 25.3.1957 συνθήκης της Ρώμης για την ίδρυση της ΕΟΚ, τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 της από 13.5.1981 Ειδικής Συλ. Συμβ. Εργασίας (ΕΣΣΕ), η οποία καθορίζει τις αποδοχές και του λοιπούς όρους εργασίας των απασχολούμενων στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, με σχέση ιδιωτικού δικαίου, γεωπόνων.

Επειδή το ισχύον Σύνταγμα του 1975 ορίζει: α) στο άρθρο 4 παρ. 2 ότι: "Οι Ελληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις", β) στο άρθρο 22 παρ. 1 εδ. τελευταίο ότι: "Ολοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας" και γ) στο άρθρο 116 ότι: "Διατάξεις υφιστάμενες, που είναι αντίθετες προς το άρθρο 4 παράγραφος, 2 εξακολουθούν να ισχύουν ώσπου να καταργηθούν με νόμο, το αργότερο έως την 31 Δεκεμβρίου 1982" (παρ. 1). "Αποκλίσεις από τους ορισμούς της παρ. του άρθρου 4 επιτρέπονται μόνο για σοβαρούς λόγους, στις περιπτώσεις που ορίζει ειδικά ο νόμος" (παρ. 2). "Κανονιστικές υπουργικές αποφάσεις, καθώς και διατάξεις συλλογικών συμβάσεων ή διαιτητικών αποφάσεων για τη ρύθμιση αμοιβής της εργασίας που είναι αντίθετες προς τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 της με αριθμό 100 διεθνούς συμβάσεως εργασίας του 1951 "περί ισότητος της αμοιβής μεταξύ αρρένων και θηλέων εργαζομένων δι` εργασίαν ίσης αξίας" που κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του Ν. 46/1975 και άρχισε να ισχύει στις 6 Ιουλίου 1976 (άρθρο 6 της συμβάσεως, σε συνδυασμό με άρθρο τρίτο του κυρωτικού της νόμου) θεσπίζεται ότι "Εκαστον Μέλος οφείλει δια μέσων προσαρμοζομένων προς τας ισχύουσας μεθόδους δια τον καθορισμόν του επιπέδου της αμοιβής, να ενισχύη και, καθ` ο μέτρον τούτο συνάδει προς τας εν λόγω μεθόδους, να εξασφαλίζη την εφαρμογήν εις άπαντας τους εργαζομένους της αρχής της ίσης αμοιβής μεταξύ αρρένων και θηλέων εργαζομένων δι` εργασίαν ίσης αξίας". Κατά το άρθρο 1 στοιχ. β της ίδιας διεθνούς συμβάσεως, η διαλαμβανόμενη σ` αυτήν έκφραση "ισότης αμοιβής μεταξύ αρρένων και θηλέων εργαζομένων δι` εργασίαν ίσης αξίας" "αναφέρεται εις το επίπεδο αμοιβής το καθοριζόμενον άνευ διακρίσεως βασιζόμενης επί του φύλου".

Την έννοια του όρου αμοιβή δίνει η διάταξη του άρθρου 1 στοιχ. α της εν λόγω συμβάσεως. Η έννοια αυτή περιλαμβάνει "το ημερομίσθιον ή τη συνήθη αντιμισθίαν, βασικήν ή κατωτάτην, ως και παν έτερον όφελος, καταβαλλόμενον αμέσως ή εμμέσως εις χρήμα ή εις είδος υπό του εργοδότου έναντι της απασχολήσεως αυτού". Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 1 του δεύτερου άρθρου του προαναφερόμενου κυρωτικού της διεθνούς συμβάσεως νόμου (46/1975), η διάταξη της οποίας, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αρχίζει να ισχύει μετά τρία έτη από την έναρξη της ισχύος της κυρούμενης συμβάσεως, "διατάξεις Συλ. Συμβάσεων εργασίας ή αποφάσεως διαιτησίας καθορίζουσαι ήσονα αμοιβήν, λόγω διαφοράς φύλου, δι` εργασίαν ίσης αξίας, είναι ανίσχυροι, θεωρούμεναι ως μη γεγραμμέναι". Τέλος, το άρθρο 119 της από 25.3.1957 συνθήκης της Ρώμης, για την ίδρυση της ΕΟΚ, στην οποία η Ελλάδα προσχώρησε με την από 28.5.1979 συνθήκη των Αθηνών που κυρώθηκε με το Ν. 945/1979, η ισχύς της οποίας άρχισε την 1 Ιανουαρίου 1981 (άρθρο 2 της συνθήκης προσχωρήσεως) ορίζει ότι: "κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει κατά τη διάρκεια του πρώτου σταδίου και διατηρεί συνακόλουθα την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών για όμοια εργασία μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών" (παρ. 1). "Ως αμοιβή νοούνται κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, οι συνήθεις βασικοί ή ελάχιστοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας" (παρ. 2). "Η ισότητα αμοιβής χωρίς διαδρίσεις φύλου συνεπάγεται: α) ότι η αμοιβή, η παρεχόμενη για όμοια εργασία που πληρώνεται κατ` αποκοπήν καθορίζεται με βάση την ίδια μονάδα μετρήσεως, β) ότι η αμοιβή, η παρεχόμενη για εργασία που πληρώνεται με βάση τη χρονική διάρκεια, είναι η ίδια για όμοια θέση εργασίας" (παρ. 3). Με το άρθρο 1 της Οδηγίας 75/117/ΕΟΚ, που έχει άμεση εφαρμογή, όπως και το προπαρατιθέμενο άρθρο 119 της Συνθήκης, διευκρινίζεται, ότι η αρχή της ίσης αμοιβής, η οποία καθιερώνεται στο άρθρο αυτό της συνθήκης και θα αποκαλείται στο εξής "αρχή της ίσης αμοιβής", σημαίνει, ότι για την ίδια εργασία ή για εργασία στην οποία αποδίδεται ίση αξία θα εξαλειφθεί κάθε διάκριση με βάση το φύλο αναφορικά προς όλες τις μορφές και του όρους αμοιβής. Από τις προπαρατιθέμενες διατάξεις, από τις οποίες εκείνες των προαναφερόμενων διεθνών συμβάσεων, περιλαμβανόμενης και της Οδηγίας του Συμβούλίου των Υπουργών της ΕΟΚ, έχουν αυξημένη τυπική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 εδ. α του Συντάγματος, συνάγονται τα ακόλουθα: 1) Διακρίσεις, ανάμεσα στα φύλα, και όταν ακόμη γίνονται από το νομθέτη, είναι σύμφωνες με τις εν λόγω διατάξεις μόνο όταν η παράλειψή τους θα συνιστούσε για σοβαρούς λόγους (κυρίως βιολογικούς) αυθαιρεσία. Ετσι αφενός απαγορεύονται οι υπέρ ή κατά του ενός ή του άλλου φύλου αυθαίρετες ευμενείς ή δυσμενείς νομοθετικές ή διοικητικές διακρίσεις και αφετέρου επιβάλλεται η νομοθετική επέκταση των υπέρ του άλλου. 2) Στην ευρύτατη έννοια της αμοιβής περιλαμβάνονται και τα παρεχόμενα στον εργαζόμενο επιδόματα γάμου, ως προς τα οποία επίσης δεν επιτρέπεται καμιά διάκριση με βάση το φύλο και 3) Οσες διατάξεις όφειλαν, ως αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των εργαζομένων, να αντικατασταθούν μέσα σε τρία έτη από την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος και δεν αντικαταστάθηκαν, θεωρούνται πλέον καταργημένες (άρθρο 116 παρ. 3 του Συντάγματος). Πολύ περισσότερο δεν επιτρέπεται, υπό την ισχύ των προπαρατιθέμενων διατάξεων, να εκδοθεί νόμος ή συλλογική σύμβαση εργασίας ή άλλη κανονιστικού περιεχομένου διάταξη που να θεσπίζει ανισότητα αμοιβής εργασίας με βάση το φύλο.

Επομένως, κατά την έννοια των εν λόγω, αυξημένης τυπικής ισχύος, διατάξεων, κάθε διάκριση στην αμοιβή των εργαζομένων στον ίδιο εργοδότη, όταν παρέχουν την ίδια εργασία ή εργασία ίσης αξίας, απαγορεύεαι. Τούτο ισχύει, όχι μόνον όταν η διάκριση στηρίζεται αμέσως στη διαφορά φύλου χρησιμοποίεται στο νόμο, στη συλλογική σύμβαση, στον κανονισμό εργασία που έχει ισχύ νόμου κλπ. ως στοιχείο προσδιοριστικό του ύψους ή της χρονικής διάρκειας της αμοιβής, στην οποία, κατά τα προεκτιθέμενα, περιλαμβάνονται και τα επιδόματα γάμου, αφού και αυτά παρέχονται στον εργαζόμενο έναντι της απασχολήσεώς του. Με άλλους λόγους αποκλείεται το φύλο ως άμεσος ή έμμεσος καθοριστικός παράγοντας των προϋποθέσεων, του ύψους ή της διάρκειας της αμοιβής (Ολομ. 7/1993).

Τέτοια ακριβώς περίπτωση είναι και η περιεχόμενη στο άρθρο 4 παρ. 1 της από 13.5.1981 Ειδικής Συλ. Συμβάσεως Εργασίας (ΕΣΣΕ) που δημοσιεύθηκε στην Εφημ. Κυβερνήσεως με την 14875/1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ 317, τεύχος Β) και καθορίζει τις αποδοχές και τους λοιπούς όρους εργασίας των απασχολούμενων στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου γεωπόνων, ισχύει δε, κατά το άρθρο 9, από 1 Ιανουαρίου 1981. Το άρθρο αυτό, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 6 της από 30.4.1982 όμοιου αντικειμένου ΕΣΣΕ, η οποία καταθέκηκε στο Υπουργείο Εργασίας με το 76/7.8.1982 πρακτικό και στο Ειρηνοδικείο Αθηνών με την 42/28.5.1982 πράξη καταθέσεως (άρθρα 1 παρ. 1 και 2 και 20 παρ. 3 του Ν. 3239/1955, όπως το δεύτερο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 9 του Ν.Δ. 3755/1957), ορίζει ότι "στους άρρενες μισθωτούς που υπάγονται στην παρούσα παρέχεται επίδομα γάμου σε ποσοστό 10% το οποίο υπολογίζεται στους μηνιαίους μισθούς και ημερομίσθια που καθορίζονται με τις παρ. 1 και 2 του ανωτέρω άρθρου 2 και το οποίο χορηγείται ανεξάρτητα αν η σύζυγος ασκεί βιοποριστικό επάγγελμα ή συνταξιοδοτείται" .

Η διάταξη αυτή, ενόψει των όσων έχουν ήδη αναπτυχθεί, κατά το μέρος που αποκλείει από το εν λόγω επίδομα τους μισθωτούς του άλλου φύλου, ήτοι τις έγγαμες γυναίκες, οι οποίες παρέχουν την ίδια εργασία ή εργασία ίσης αξίας με τους άνδρες συναδέλφους τους, θεωρείται ότι δεν ισχύει, αφού σε θέμα αμοιβής εισάγει άνιση μεταχείριση με βάση το φύλο υπέρ των έγγαμων ανδρών μισθωτών της προαναφερόμενης κατηγορίας που εργάζονται στο Δημόσιο κλπ. Πράγματι πρόκειται για δάταξη συλλογικής συμβάσεως εργασίας που έχει τεθεί σε χρόνο στον οποίο απαγορευόταν η θέσπισή της, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις (άρθρα 4 παρ. 2,22 παρ. 1 εδ. τελευταίο, 116 του Συντάγματος, 1,2 παρ. 1 της με αριθμό 100 διεθνούς συμβάσεως εργασίας του 1951, 119 της συνθήκης της ΕΟΚ και 1 της Οδηγίας 75/117/ΕΟΚ). Την ισχύ της δεν δικαιολογεί καμιά από τις δατάξεις αυτές, ούτε εκείνη του άρθρου 116 παρ. 1 του Συντάγματος, τουλάχιστον για το κρίσιμο στην επίδικη διαφορά χρονικό διάστημα που είναι μεταγενέστερο από την 31.12.1982 (πρβλ. Ολομ. 37-39/1990). Ετσι η ευμενής αυτή μεταχείριση για τους εργαζόμενους στο Δημόσιο κλπ., με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, έγγαμους άνδρες γεωπόνους πρέπει να επεκταθεί και στις έγγαμες γυναίκες συναδέλφους τους που παρέχουν την ίδια με εκείνους εργασία, δικαιούνται δηλαδή και αυτές το εν λόγω επίδομα γάμου. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), οι αναιρεσίβλητες με την 272932/29.4.1983 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας είχαν προσληφθεί από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, μαζί με δύο άλλους κατονομαζόμενους άνδρες συναδέλφους τους, ως γεωπόνοι, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Το τελευταίο διάδικο (αναιρεσείον), ενώ, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1984 έως 14.11.1984 κατέβαλε, με βάση τις προαναφερόμενες ΕΣΣΕ, το επίμαχο επίδομα γάμου, ανερχόμενο σε ποσοστό 10% επί του βασικού μισθού, στους έγγαμους άνδρες συναδέλφους των αναιρεσιβλήτων, αρνήθηκε να το καταβάλει σ` αυτές, μολονότι ήσαν επίσης έγγαμες και παρείχαν τη ίδια ακριβώς εργασία με εκείνους.

Ενόψει αυτών, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων, που, ως Εφετείο, έκρινε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 της προαναφερόμενης ΕΣΣΕ, κατά το μέτρο που εισάγει δυσμενή διάκριση εις βάρος των αναιρεσιβλήτων γυναικών, δεν συμβιβάζεται με τις προπαρατιθέμενες, συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος, διατάξεις και, κατά επικύρωση της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, επιδίκασε σ` αυτές (αναιρεσίβλητες) το εν λόγω επίδομα γάμου για το επίιδικο χρονικό διάστημα (1.1.1984 έως 14.11.1984), δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., δεν παραβίασε δηλαδή ευθέως όλες τις παραπάνω, αυξημένης και μη ισχύος, διατάξεις. Επίσης δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ που καθιερώνει την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, δεδομένου ότι η αρχή αυτή περιορίζεται από αναγκαστικού χαρακτήρα διατάξεις (άρθρο 3 ΑΚ), όπως είναι, κατεξοχήν, οι προπαρατιθέμενες συνταγματικές και οι υπερνομοθετικής ισχύος, αλλά ούτε και εκείνη του άρθρου 288 του ίδιου Κώδικα, η οποία, όχι μόνο δεν προσκρούει στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των εργαζομένων, αλλά αντίθετα τη στηρίζει, πλην όμως πλεοναστικώς μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφού η παρεχόμενη στους άνδρες επιπλέον αμοιβή, κατά παράβαση της εν λόγω αρχής, δεν είανι οικειοθελής, αλλά πηγάζει από ΣΣΕ που έχει ισχύ διατάξεως ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, αμφότεροι οι παραπεμπόμενοι λόγοι αναιρέσεως, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει αν απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της, αφού η τελευταία εξαντλείται σ` αυτούς και μόνο.