ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ

http://nomothesia.isotita.gr/
Εκτύπωση
Έτος
2000
Νόμος / διάταξη που αφορά
Άρθρο 15 ν. 1483/84
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Έγκυος εργαζόμενη / καταγγελία σύμβασης

 

Εισηγήτρια: Βασιλική Εφεντάκη

Κατά την διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 και 2 του ν. 1483/1984 απαγορεύεται και είναι απολύτως άκυρη η καταγγελία της σχέσεως εργασίας εργαζομένης από τον εργοδότη της, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, όσο και για χρονικό διάστημα ενός έτους μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα λόγω ασθενείας της που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός αν υπάρχει σπουδαίος λόγος προς καταγγελία. Ως σπουδαίος λόγος δεν μπορεί να θεωρηθεί σε καμμία περίπτωση η ενδεχόμενη μείωση της αποδόσεως της εργασίας της εγκύου που οφείλεται στην εγκυμοσύνη. Από τη διατύπωση της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι ως μοναδική προϋπόθεση της απαγορεύσεως της απολύσεως της εγκύου γυναίκας εργαζομένης είναι η ύπαρξη εγκυμοσύνης κατά το χρόνο της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, χωρίς ν` απαιτείται προσθέτως η γνώση του εργοδότη περί της εγκυμοσύνης αυτής (ΑΠ 1291/1988 Δ.Ε.Ν. 1989. 988, ΑΠ 771/1989 Ε ΕΔ 49.418 πρβλ. και ΑΠ 1176/1993 ΕΕΔ 54.282) και ότι μόνον κατ` εξαίρεση επιτρέπεται η απόλυση αυτής σε περίπτωση συνδρομής άπουδαίου λόγου, τον οποίο όμως δεν συνιστά η μειωμένη απόδοση της εγκύου στην εργασία της αν αυτή οφείλεται στην εγκυμοσύνη της. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. α του ν. 3198/1955, η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής συμβάσεως (που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 5 του ν. 3198/1955 και 669 του ΑΚ) θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Επομένως είναι άκυρη η καταγγελία αν ο εργοδότης δεν καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό του την αποζημίωση της καταγγελίας της εργασιακής του σχέσεως, η οποία, σύμφωνα με τα άρθρα 3 παρ.2 του ν. 2112/1920 και 5 του ν. 3198/1955, υπολογίζεται βάσει των τακτικών αποδοχών του απολυόμενου κατά τον τελευταίο μήνα της εργασιακής του σχέσεως υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως (ΟλΑΠ 1144/1983, ΑΠ 252/1995 ΕΕΔ 55.43).

Ενόψει δε του ότι κατά το άρθρο 669 ΑΚ η καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη, στην άσκηση του οποίου μπορεί να προβεί οποτεδήποτε, αυτός δεν υποχρεούται κατ` αρχήν στη γνωστοποίηση προς τον εργαζόμενο του λόγου της καταγγελίας, πολύ δε περισσότερο δεν υποχρεούται στην επίκληση σπουδαίου λόγου εξαιτίας τουοποίου προέβη στην καταγγελία αυτή (άλλως έχει το θέμα επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου κατά το άρθρο 672 ΑΚ), η ύπαρξη άλλωστε του οποίου (σπουδαίου λόγου) δεν απαλλάσσει αυτόν της υποχρεώσεως καταβολής της οφειλόμενης αποζημιώσεως, δεδομένου ότι ο νόμος ως μόνη περίπτωση αζημίας για τον εργοδότη καταγγελίας της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας αναγνωρίζει μόνον την προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 5 του ν. 2112/1920 σε συνδυασμό και με το άρθρο 7 του ν. 3198/1955, περίπτωση της υποβολής εναντίον του μισθωτού υπαλλήλου μηνύσεως για αξιόποινη πράξη που διαπράχθηκε κατά την άσκηση της υπηρεσίας του ή την περίπτωση απαγγελίας κατ` αυτού κατηγορίας για αδίκημα που φέρει τουλάχιστον το χαρακτήρα πλημμελήματος. Η ως άνω υποχρέωση καταβολής της οφειλόμενης αποζημιώσεως για το κύρος της γενόμενης καταγγελίας ισχύει και στην περίπτωση απολύσεως της εγκύου εργαζόμενης γυναίκας για σπουδαίο λόγο, εφόσον η συνδρομή του τελευταίου (υπό τον περιορισμό που τίθεται ως προς την έννοια του σπουδαίου λόγου με τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 1983/1984), απλώς θεραπεύει την απόλυτη ακυρότητα της απολύσεως της εγκύου και δεν απαλλάσσει τον εργοδότη της υποχρεώσεώς του προς καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως (πρβλ. και ΕφΑθ 5939/1991 ΕλΔ 34.199, ΕφΑθ 6958/1990 ΕλΔ 34.199). Αν δε ο εργοδότης για οποιοδήποτε λόγο καταγγέλει την αορίστου χρόνου σύμβαση εργασίας του μισθωτού ακύρως, καθίσταται από μόνο το λόγο αυτό υπερήμερος και οφείλει να καταβάλει τον προσήκοντα μισθό στον εργαζόμενο, ο οποίος δεν υποχρεούται, σύμφωνα με τα άρθρα 349, 350 και 656 ΑΚ, σε πραγματική προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται αυτονόητα και η δήλωση βουλήσεώς του να μην αποδεχθεί στο μέλλον τις υπηρεσίες του απολυομένου. Ο τελευταίος όμως που κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση εργασίας και περιήλθε έτσι σε κατάσταση υπερημερίας, έχει την δυνατότητα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 648, 656, 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1, 2, 5 του ν. 3198/1955 και 1, 3 του ν. 2112/1920, να άρει την υπερημερία του με την επαναπρόσληψη του ακύρως απολυθέντος μισθωτού του ή με δήλωση ότι δέχεται τις υπηρεσίες τούτου υπό τους ίδιους όρους εργασίας ή τέλος με μεταγενέστερη έγκυρη καταγγελία της αυτής συμβάσεως, η οποία, λόγω της ακυρότητας της πρώτης καταγγελίας, διατηρήθηκε ενεργός (ΑΠ 364/1995 ΕΕΔ 54.1098, ΑΠ 1093/1993 ΕΕΔ 53.1007).

Τέλος κατά την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1995 κάθε αξίωση μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία της σχέσεως εργασίας είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας. Δια της διατάξεως αυτής καθιερώνεται αποσβεστική προθεσμ(α προς άσκηση των αξιώσεων του μισθωτού εκ της ως άνω αιτίας, επί της οποίας αποσβεστικής προθεσμίας έχουν ανάλογη εφαρμογή οι περί παραγραφής διατάξεις (άρθρο 279 ΑΚ) και συνεπώς η προθεσμία αυτή αναστέλλεται ή διακόπτεται για τους λόγους που αναφέρονται στα άρθρα 255 επ. του ΑΚ (ΑΠ 599/1982 ΕΕΔ 42.315).

Επομένως αν η διακοπή της αποσβεστικής αυτής προθεσμίας επήλθε με την έγερση προηγούμενης αγωγής, που απορρίφθηκε για δικονομικούς και όχι ουσιαστικούς λόγους, για να ισχύσει η διακοπή αυτή πρέπει ο ενάγων να κοινοποιήσει νέα αγωγή κατά του εναγομένου, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, εντός της προβλεπόμενης από το νόμο τρίμηνης προθεσμίας από την τελεσιδικία της απορριπτικής αποφάσεως και όχι εντός εξαμήνου που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ