ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ

http://nomothesia.isotita.gr/
Εκτύπωση
Έτος
2011
Νόμος / διάταξη που αφορά
1401 ΑΚ
Αντικείμενο/ Βασικοί Ωφελούμενοι
Άνδρες, γυναίκες σύζυγοι / αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα
Σημασία απόφασης
Αξιοσημείωτο πως 30 χρόνια μετά την κατάργηση της προίκας, υποθέσεις με προικώα απασχολούν τα δικαστήρια

 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Ι. Ν. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Βογιατζάκη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. (Καθής η κλήση) Γ. συζ. Γ. Γ., το γένος Λ. Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αργυρώ Φρατζέσκου και 2. Ε. Λ. Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό η πληρεξούσια δικηγόρος της 1ης αναιρεσίβλητης δήλωσε, ότι ο 2ος αναιρεσίβλητος Ε. Δ. του Λ. απεβίωσε στις 29-4-2007 και κληρονομήθηκε από την αδελφή του Γ. συζ. Γ. Γ., το γένος Λ. Δ. (ήδη 1η αναιρεσίβλητη) και από τα τέκνα του Θ. Δ. του Ε. και Λ. Δ. του Ε., οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο τους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-9-2005 αγωγή των Γ. συζ. Γ. Γ. το γένος Λ. Δ. και Ε. Λ. Δ. και με την από 18-10-2005 ανταγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκ-δικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3775/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 583/2007 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 5-9-2007 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 160/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών με την από 12-2-2010 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 14-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την από 12.2.2010 κλήση του αναιρεσείοντος επαναφέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση αίτησή του για αναίρεση της 583/2007 απόφασης του Εφετείου Πειραιά. Η αίτηση αυτή είχε προσδιοριστεί να συζητηθεί κατά την αρχική δικάσιμο της 5.11.2008, κατά την οποία δεν παραστάθηκε ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, η δε πληρεξουσία δικηγόρος της παρισταμένης πρώτης αναιρεσίβλητης ως πληρεξουσία δικηγόρος και του απολειπόμενου αναιρεσιβλήτου δήλωσε απλώς, ότι αυτός απεβίωσε στις 29.4.2007, χωρίς, δηλαδή, να προβεί σε δήλωση επανάληψης της δίκης. Εφόσον, επομένως, δεν επαναλήφθηκε νόμιμα η δίκη που διακόπηκε βίαια, κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την 160/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ήδη, τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης επισπεύδει ο αναιρεσείων, με την από 12.2.2010 κλήση του για τη στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο (της 15.12.2010). Κατά την πιο πάνω δικάσιμο η πληρεξουσία δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων επανέλαβε την ίδια πιο πάνω δήλωσή της, με την επισήμανση, ότι ο θανών δεύτερος αναιρεσίβλητος κληρονομήθηκε με την από 15.2.2007 με αριθμό ... δημόσια διαθήκη του ενώπιον της συμβολαιογράφου Αγ. Αναργύρων Αττικής ..., που δημοσιεύθηκε νόμιμα, από την πρώτη αναιρεσίβλητη και τους υιούς του Θ. Δ. και Λ. Δ., οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη, εκπροσωπούμενοι από αυτήν. Ενόψει αυτών εκούσια επαναλαμβάνεται στο όνομα των παραπάνω κληρονόμων η προκείμενη δίκη, η οποία πλέον συνεχίζεται νόμιμα.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 368 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και συνεπώς αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη χρήσης του αποδεικτικού αυτού μέσου και δεν υποχρεούται να δικαιολογήσει την απορριπτική κρίση του, εκτός αν τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης τη ζητήσει κάποιος διάδικος και το δικαστήριο εκτιμά ότι χρειάζονται ειδικές (ιδιάζουσες) γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης και κατ' ορθή εκτίμησή του, προβάλλεται η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε το αίτημα των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων για τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί η πλαστότητα ή μη της ιδιόγραφης διαθήκης της αποβιώσασας συζύγου του αναιρεσείοντος Μ. Κ.. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ρητά το πιο πάνω αίτημα, κρίνοντας ότι δεν χρειάζονται ειδικές (ιδιάζουσες) γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Επομένως, ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΙΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος - λ.χ. στις καταθέσεις των μαρτύρων όχι όμως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία. Εξάλλου, τα έγγραφα έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη, μόνο όταν παράγουν πλήρη απόδειξη και όχι όταν εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια, ενώ η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων αυτοί καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχικά ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, μπορεί να αποδώσει στις μαρτυρικές αποδείξεις μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα από άλλα ίδιας αποδεικτικής δύναμης, αποδεικτικά μέσα.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο εκτίμησε εσφαλμένα τη γραφολογική γνωμοδότηση του γραφολόγου Δ. Θ., που προσκομίζουν οι αναιρεσίβλητοι κρίνοντας ότι η επίμαχη ιδιόγραφη διαθήκη είναι πλαστή, δεχόμενο, ειδικότερα, ότι: "... η κρίση του Δικαστηρίου επιρρωνύεται ακόμη περισσότερο και από την έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης, του επιληφθέντος κατόπιν αιτήσεως των εναγόντων, ειδικού δικαστικού γραφολόγου Δ. Θ., σύμφωνα με την οποία, η επίμαχη από 10.1.1992 ιδιόγραφη διαθήκη χωρίς καμία αμφιβολία, δεν έχει γραφεί, δεν χρονολογήθηκε, και δεν υπογράφηκε από τη Μ. Κ., αλλά από άλλο πρόσωπο άγνωστο, με τη μέθοδο της ανεπιτυχούς μιμήσεως της γραφής και υπογραφής αυτής και συνεπώς είναι πλαστή ...". Εξάλλου με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει αιτίαση από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ως αληθή τη μαρτυρία της μάρτυρος των αναιρεσιβλήτων Ό. Κ., που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία, μεταξύ άλλων, κατέθεσε ότι (η Μ. Κ.) "ήταν αγράμματη, δεν είχε τη δυνατότητα να γράψει και να διαβάζει, φοίτησε στην Α', Β' τάξη του δημοτικού και μόνο την υπογραφή της ήξερε να βάζει". Οι λόγοι όμως αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ο πρώτος μεν, κατά το δεύτερο μέρος του, ως αβάσιμος, εφόσον η έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Δ. Θ. εκτιμήθηκε ελεύθερα από το Εφετείο (άρθρο 390 ΚΠολΔ), ο δεύτερος δε, ως απαράδεκτος, γιατί η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων αυτοί καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχικά ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμώντας τις αποδείξεις, μπορεί να αποδώσει στις μαρτυρικές αποδείξεις μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα από άλλα ίδιας αποδεικτικής δύναμης, αποδεικτικά μέσα.

IV. Κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον. Το έννομο συμφέρον αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση, η έρευνα δε για την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος σε συγκεκριμένη διαδικαστική ενέργεια, αυτεπαγγέλτως γινομένη (άρθρο 73 ΚΠολΔ) δεν είναι συνήθως ανεξάρτητη από την έρευνα του υπαρκτού ή ανυπάρκτου του ουσιαστικού δικαιώματος εκείνου που ενεργεί την διαδικαστική πράξη. Τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το έννομο συμφέρον του ενάγοντος, πρέπει, βέβαια, να εκτίθενται στην αγωγή, η αναφορά τους όμως δεν απαιτείται να είναι ειδική ή πανηγυρική, το έννομο δηλαδή συμφέρον μπορεί να συνάγεται ακόμη και σιωπηρά κατ' εφαρμογή των κανόνων της κοινής πείρας από τη συνεκτίμηση των προβαλλομένων πραγματικών περιστατικών σε συνδυασμό προς το αιτητικό. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1400, 1401 και 1402 ΑΚ προκύπτει, ότι η εκ του άρθρου 1400 Α.Κ. αξίωση - απαίτηση συμμετοχής στα αποκτήματα είναι μεν ενοχική, με την έννοια ότι στρέφεται μόνο από τον ένα σύζυγο κατά του άλλου συζύγου, όχι δε και κατά τρίτων, με μοναδικές εξαιρέσεις τις περιπτώσεις του άρθρου 1401 εδ. α' και β', όπου μόνο ο επιζών σύζυγος μπορεί να προβάλει την εν λόγω αξίωση και κατά "των κληρονόμων του συζύγου που πέθανε", όχι δε και αντιστρόφως, ή αν έχει αναγνωρισθεί συμβατικά ή έχει επιδοθεί αγωγή γι' αυτήν, όχι όμως πάντοτε, ήτοι σε κάθε περίπτωση, χρηματική, με την έννοια ότι αποκλείεται η αυτούσια απόδοση του αποκτήματος, που συνιστά το ποσοστό της συμβολής του δικαιούχου συζύγου στην επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, κατά τη διάρκεια του γάμου τους. Απεναντίας, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο δικαιούχος σύζυγος δικαιούται κατ' αρχήν, να ζητήσει την αυτούσια απόδοση των περιουσιακών στοιχείων της αυξήσεως κατά το λόγο της συμβολής του (Ολ.ΑΠ 28/1996). Ακόμη από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 1710, 1831, 1832, 1820, 1813 επ. 1846, 1871 επ. ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση λύσης του γάμου των συζύγων με θάνατο του ενός, ο επιζών σύζυγος, εκτός από το δικαίωμα συμμετοχής στα αποκτήματα, έχει και κληρονομικό δικαίωμα έναντι του θανόντος συζύγου, δικαιούμενος να αξιώσει και να πάρει από τους συγκληρονόμους του όχι μόνο το ποσοστό που συνιστά το κατά το άρθρο 1400 απόκτημα, αλλά και την κατά νόμο ή από τη διαθήκη κληρονομική του μερίδα, ασκώντας αυτοτελή ή σωρευόμενη περί τούτου αγωγή στην περί κλήρου τοιαύτη κ.λ.π. Ενόψει τούτου για τον προσδιορισμό της κληρονομιάς (αρθρ. 1831 ΑΚ), την αποτίμηση της (αρθρ. 1832 Α.Κ.), τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας (αρθρ. 1825, 1830 ΑΚ) κ.λ.π., πρέπει να αφαιρείται από το ενεργητικό της κληρονομιάς η τυχόν υπάρχουσα αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα του επιζώντος συζύγου, διότι κατά το ποσοστό της συμβολής του στην επαύξηση της περιουσίας του θανόντος συζύγου και κληρονομουμένου, το μεν δεν συνιστά κληρονομιαία περιουσία, το δε ο επιζών σύζυγος, κατά το ποσοστό της συμβολής του, που συνιστά το απόκτημα, είναι δικαιούχος εξ ιδίου δικαίου (αρθρ. 1400 ΑΚ) και όχι κληρονόμος ή συγκληρονόμος, αφού κληρονόμος του εαυτού του δεν υπάρχει. Από τα ανωτέρω, σε συνδυασμό προς το άρθρο 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στοιχεία της αγωγής με την οποία επιδιώκεται η συμμετοχή στα αποκτήματα του ενός συζύγου από τον άλλο, είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου και γ) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο. Η απαίτηση του κάθε συζύγου από το άρθρο 1400 Α.Κ. είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αυξήσεως του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου. Ως αύξηση όμως νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλ' η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου που γεννήθηκε η αξίωση, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Προς υπολογισμό της τελικής περιουσίας, κρίσιμος χρόνος θεωρείται, στη μεν περίπτωση που ο γάμος λύθηκε ή ακυρώθηκε με δικαστική απόφαση, ο χρόνος που η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, στην περίπτωση δε της τριετούς διαστάσεως (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμα λυθεί ή ακυρωθεί), ο χρόνος ασκήσεως της αγωγής, αφού δεν ορίζεται στο νόμο συγκεκριμένη χρονική αφετηρία. Η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί με οποιονδήποτε τρόπο, ακόμη και με συνεισφορά, η οποία βαίνει πέραν του μέτρου που ορίζει το άρθρο 1389 Α.Κ. ως υποχρέωση συμμετοχής του στις οικογενειακές δαπάνες. Αντίθετα, το παθητικό που πρέπει να αφαιρεθεί για να εξευρεθεί η τελική καθαρή αύξηση της περιουσίας, αποτελεί στοιχείο ενστάσεως. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 56 του ν. 1329/1983, οι προίκες που έχουν ήδη συσταθεί κατά την έναρξη ισχύος αυτού του νόμου αποδίδονται στη γυναίκα. Από το χρονικό αυτό σημείο η γυναίκα αποκτά αυτοδικαίως το πλήρες δικαίωμα στα προικώα. Ο άνδρας δεν οφείλει σ' αυτή την περίπτωση τους καρπούς που συνέλεξε πριν από την έναρξη της ισχύος αυτού του νόμου, αλλά και δεν δικαιούται να απαιτήσει τις δαπάνες που έκανε στα προικώα κατά την ίδια αυτή περίοδο, εφόσον αυτές βαρύνουν τον επικαρπωτή, σύμφωνα με τις διατάξεις που ρυθμίζουν την επικαρπία. Δικαιούται, αντίθετα, στην περίπτωση που επιχείρησε ουσιώδεις προσθήκες στα προικώα, που δεν τον βάρυναν ως επικαρπωτή, να απαιτήσει τη διαφορά ανάμεσα στην αξία του προικώου μαζί με την προσθήκη κατά το χρόνο της απόδοσης και στην αξία του, κατά τον ίδιο χρόνο, χωρίς την προσθήκη. Η δαπάνη ανέγερσης οικοδομής σε προικώο ακίνητο, που αποτελεί ουσιώδη προσθήκη, σ' αυτό, δεν περιλαμβάνεται στις δαπάνες επισκευής ή ανακαίνισης του προικώου ούτε σε εκείνες της συντήρησης ή ασφάλισης αυτού, αλλά ούτε σ' αυτές των δημοσίων βαρών, γι' αυτό και δεν βαρύνει τον προικολήπτη σύζυγο που είχε τη διοίκηση και την επικαρπία του προικώου κατά τις διατάξεις των άρθρων 1152, 1154, 1155 του ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1418 παρ. 2 του ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από το ν. 1329/1983. Στην προκειμένη περίπτωση με την από 18-10-2005 ανταγωγή του, όπως προκύπτει από το δικόγραφο αυτής, ο αναιρεσείων ισχυρίσθηκε, ότι στις 19.8.1956 τέλεσε νόμιμο γάμο με τη Μ. θυγατέρα Λ. Δ. και στις 16.1.1962 οι γονείς της συζύγου του, δυνάμει του .../1962 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιά Δαμιανού Τσιγκριμάνη, συνέστησαν προίκα υπέρ της θυγατέρας τους, επί του αναφερόμενου στην κύρια αγωγή επιδίκου ισογείου διαμερίσματος με υπόγειο. Ότι στο διαμέρισμα αυτό, με δικά του χρήματα, προέβη στην προσθήκη ενός δωματίου στο ισόγειο και ενός ορόφου υπέρ το ισόγειο. Ότι δυνάμει της από 10.9.1992 ιδιόγραφης διαθήκης της συζύγου του, κατέστη μοναδικός κληρονόμος της, πλην όμως οι εναγόμενοι αμφισβητούν τη γνησιότητα της ως άνω διαθήκης και ζητούν να αναγνωρισθούν συγκύριοι του προαναφερομένου ακινήτου κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος. Ζητεί δε, συνεπεία των ανωτέρω και επειδή ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του πρώτου υπέρ του ισογείου ορόφου ανήκει στην κυριότητά του ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της συζύγου του, ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, επειδή το ανήγειρε με δικές του δαπάνες και επαύξησε την περιουσία της, ποσοστό 2/4 εξ αδιαιρέτου του ισογείου της επίδικης οικοδομής ανήκει στην κυριότητά του ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της συζύγου του και ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου επειδή επέκτεινε το ισόγειο κατά ένα δωμάτιο και το μαγειρείο, να αναγνωρισθεί κύριος του α' υπέρ το ισόγειο ορόφου και κύριος κατά τα 3/4 εξ αδιαιρέτου του ισογείου, να υποχρεωθούν οι αντεναγόμενοι να συμπράξουν στη σύσταση οροφοκτησίας, άλλως και σε περίπτωση άρνησης τους να καταδικασθούν αυτοί σε δήλωση βούλησης. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η ένδικη ανταγωγή είναι αόριστη. Πιο συγκεκριμένα σε σχέση με τα αιτήματα αυτής να αναγνωρισθεί ο αντενάγων (αναιρεσείων) συγκύριος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του ισογείου ορόφου και 1/2 εξ αδιαιρέτου του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου ως εξαδιαθέτου κληρονόμος της συζύγου του και να υποχρεωθούν οι αντεναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι) να συμπράξουν στη σύσταση οροφοκτησίας, αλλιώς να καταδικασθούν σε δήλωση βούλησης, δεν αναφέρεται στην ανταγωγή ο λόγος που δικαιολογεί στο πρόσωπο του αντενάγοντα εννόμου συμφέροντος, με την προεκτεθείσα έννοια, για τη ζητούμενη αναγνώριση, αφού δεν ισχυρίζεται αυτός με την ανταγωγή ότι οι αντεναγόμενοι αμφισβητούν το εξ αδιαθέτου κληρονομικό του δικαίωμα και ακόμη ότι αρνούνται να συμπράξουν στη σύσταση της οροφοκτησίας. Εξάλλου, αναφορικά με το αίτημα αναγνώρισης του αντενάγοντος συγκυρίου κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου του ισογείου ορόφου και 1/2 εξ αδιαιρέτου του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, επειδή συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας της αποβιώσασας συζύγου του με την επέκταση του ισογείου (αρχικά κατασκεύασε ένα δωμάτιο και στη συνέχεια ένα δωμάτιο και το μαγειρείο) και την ανέγερση του πρώτου ορόφου με δικές του δαπάνες, δεν αναφέρει ως προς το εμπεριεχόμενο στην αγωγή αιτούμενο τεκμαιρόμενο ποσοστό (1/3) των αποκτημάτων, αν η αποβιώσασα σύζυγός του είχε και ποιάς αξίας περιουσία, .κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους και δεν προσδιορίζει την αξία του ακινήτου πριν και μετά την επέκταση του ισογείου και την ανέγερση του πρώτου ορόφου, όπως κατά το χρόνο γέννησης της αξίωσης του, έτσι ώστε από τη σύγκριση της περιουσιακής καταστάσεως στο χρονικό σημείο τελέσεως του γάμου με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση να διαπιστωθεί ορισμένα το ύψος της αύξησης. Ως προς τον πραγματικό υπολογισμό, εκτός των προαναφερομένων, δεν εκθέτει τον τρόπο συμβολής του και το ύψος αυτής, με αναφορά του συγκεκριμένου ποσού αν πρόκειται για χρηματική παροχή ή αποτίμηση σε χρήμα της επί πλέον συνεισφοράς του στις οικογενειακές δαπάνες αν πρόκειται για παροχή, υπηρεσιών στο συζυγικό οίκο. Κατά συνέπεια, το Εφετείο, το οποίο έκρινε την ανταγωγή αόριστη και απέρριψε το συναφή λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος δεν απαίτησε για τη θεμελίωση της στοιχεία περισσότερα από τα απαιτούμενα, κατά το νόμο, και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5.9.2007 αίτηση του Ι. Ν. Κ. για αναίρεση της 583/2007 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιανουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ